Legislator Case Law & Legislation
1011/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal court error in calculating debt share in property partition.

Case Number 1011/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal regarding the fourth ground of appeal, finding the lower court erred in calculating the debt share for property partition. The appellant argued that the appellate court failed to determine the necessary measure of partition relative to each creditor's claim, violating Article 939 of the Civil Code. Consequently, the decision was annulled and the case remitted to the appellate court for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939, 559 no. 1 of the Civil Procedure Code; The court must determine the measure of partition strictly necessary to satisfy each creditor's claim, and any failure to do so constitutes a ground for annulment.

Keywords

AI generated
property partition debt share calculation civil procedure error annulment of judgment creditor rights remittal to appellate court legal representation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Civil Procedure Code
Article 939 of the Civil Code
Article 559 no. 1 of the Civil Procedure Code
Article 580 no. 3 of the Civil Procedure Code
Article 495 no. 3 of the Civil Procedure Code
Articles 106, 176, 183 and 191 no. 2 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1011 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1011/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδων Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. συζύγου Τ. Κ., το γένος Γ. Κ., 2) Γ. Κ. του Τ., 3) Μ. Κ. του Τ., κατοίκων….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφημία Παπαϊωάννου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Σ. του Δ., 2) Μ. συζύγου Σ. Σ., 3) Ν. Δ. του Μ., 4) Μ. χήρας Α. Κ. του Γ., κατοίκων……., 5) Α. Ε., 6) Μ. συζύγου Α. Ε., το γένος Χ. Π., κατοίκων……, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσαγκαλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 7) Κ. Κ., 8) Κ. Κ. Κ., κατοίκων….., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/5/2007 αγωγή των υπό στοιχεία 1-6 ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 25/7/2008 κύρια παρέμβαση των υπό στοιχεία 7-8 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26196/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2175/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 5/7/2016 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1305/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη ως προς τους έβδομο και όγδοη των ήδη αναιρεσιβλήτων και ανέβαλε την συζήτηση της υποθέσεως ως προς τους λοιπούς. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 26/1/2021 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 26-1-2021 κλήση των αναιρεσειόντων νομίμως φέρεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για συζήτηση η από 5-7-2016 αίτησή τους για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2175/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1305/2020 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, με την οποίαν και για τους αναφερομένους σ' αυτήν λόγους κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ως άνω από 5-7-2016 αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον έβδομο και την όγδοη των ήδη αναιρεσιβλήτων και ανέβαλε την συζήτηση της υποθέσεως ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ "1. Άν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. 2. Άν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Άν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί".

Στην κρινομένη υπόθεση από τις υπ' αριθμ. 9125 Η' και 9127 Η'/2-3-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Εφετείου Θεσσαλονίκης …., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της προαναφερθείσης από 26-1-2021 κλήσης με την σε καθεμία από αυτές από 5-2-2021 Πράξη της αρμοδίας Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίστηκε το αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης Τμήμα αυτού του Δικαστηρίου και η αναφερομένη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμος (4-10-2021) για την συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, καθώς και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 122 § 1, 123, 124, 126 § 1α', 128 §§ 1, 2, 3, 498 § 2 και 568 §§ 2, 3, 4 ΚΠολΔ) στους προαναφερθέντες έβδομο και ογδόη των αναιρεσιβλήτων Κ. Κ. και Κ. Κ. Κ. αντιστοίχως, που όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκδίκαση αυτής της υποθέσεως, ούτε παρέστησαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αμφοτέρων των ως άνω μη εμφανισθέντων αναιρεσιβλήτων.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2175/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατάληξη της ακόλουθης κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:

Οι ενάγοντες και ήδη έξι πρώτοι των αναιρεσιβλήτων (Σ. Σ., Μ. Σ., Ν. Δ., Μ. Κ., Α. Ε. και Μ. Ε.), με την από 29-5-2007 (αριθμός καταθέσεως: 27337/2007) αγωγή τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) ιστορούσαν ότι έχουν έναντι της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας (Ε.

Κ.) και εκ των λεπτομερώς στο αγωγικό δικόγραφο αναφερομένων νομίμων αιτιών, χρηματικές απαιτήσεις ύψους, κατά κεφάλαιο, οι μεν δύο πρώτοι, ισομερώς 90.765,27 ευρώ, ο τρίτος 44.365,27 ευρώ, η τετάρτη 69.837,90 ευρώ και οι λοιποί δύο, ισομερώς 357.147 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων και ότι η αντίδικός τους, ενώ οι έναντί της οφειλές τους ήταν ήδη γεγεννημένες, μεταβίβασε με χαριστικές δικαιοπραξίες, που καταρτίσθηκαν δια νομίμως μεταγραφεισών συμβολαιογραφικών πράξεων και δη λόγω γονικής παροχής, τα λεπτομερώς στο αγωγικό δικόγραφο περιγραφόμενα περιουσιακά της στοιχεία και συγκεκριμένα, στον συνεναγόμενο γιο της και ήδη τρίτο των αναιρεσειόντων Μ.

Κ., την ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματός της που βρίσκεται στην ……., αγοραίας, κατά την άσκηση της αγωγής, αξίας 240.000 ευρώ και σε αμφότερα τα δύο συνεναγόμενα τέκνα της και ήδη δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων (Μ. και Γ. Κ.), ισομερώς, ιδανικό μερίδιο 83/100 ενός οικοπέδου της που βρίσκεται στην Χ. Χ., αγοραίας, κατά την άσκηση της αγωγής, αξίας 622.500 ευρώ, το οποίο, σε σύντομο χρόνο, οι προαναφερόμενοι μεταβίβασαν περαιτέρω, λόγω πωλήσεως, στην αναφερομένη στην αγωγή τους εναγομένη ανώνυμη κατασκευαστική εταιρεία.

Ισχυριζόμενοι μετά ταύτα οι προαναφερθέντες ενάγοντες ότι η κατά τα άνω εκ χαριστικής αιτίας, απαλλοτρίωση της προπεριγραφείσης και μοναδικής εμφανούς, ακινήτου περιουσίας της οφειλέτιδός τους - πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, κατ' ακολουθίαν της οποίας αυτή κατέστη απολύτως αφερέγγυα, εγένετο δολίως από μέρους της και προς το σκοπό όπως ματαιωθεί η δυνατότητα αναγκαστικής ικανοποιήσεως των ως άνω απαιτήσεών τους, δηλονότι επί σκοπώ βλάβης τους και ότι περαιτέρω, η ως άνω εναγομένη ανώνυμη εταιρεία συμβλήθηκε στην προαναφερθείσα μεταβίβαση εν γνώσει του καταδολιευτικού της σκοπού, ζήτησαν -μεταξύ των άλλων - να διαρρηχθούν υπέρ αυτών οι κατά τα άνω εκποιητικές δικαιοπραξίες.

Περαιτέρω οι ήδη έβδομος και ογδόη των ήδη αναιρεσιβλήτων Κ. Κ. και Κ. Κ., ισχυριζόμενοι ότι έχουν κατά της αυτής ως άνω εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας Ε. Κ., χρηματικές απαιτήσεις γεννημένες πριν την κατάρτιση των άνω σχετικών δικαιοπραξιών ύψους, κατά κεφάλαιο, ο μεν πρώτος 381.666,14 ευρώ και η δευτέρα 20.087,69 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, με το από 25-7-2008 (αριθμός καταθέσεως: 32453/29-7-2008) αυτοτελές δικόγραφό τους παρενέβησαν κυρίως στην δίκη που ανοίχθηκε με την προαναφερθείσα ασκηθείσα αγωγή, αιτούμενοι κυρίως την υπέρ και αυτών διάρρηξη, ως καταδολιευτικών, των επιμάχων ως άνω δικαιοπραξιών και επικουρικά, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται σε ολόκληρο, να τους καταβάλουν τα προαναφερόμενα ποσά κατά τους ορισμούς του άρθρου 479 ΑΚ.

Το παραπάνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 26196/2010 απόφασή του, αφού έκρινε ότι η ως άνω κυρία παρέμβαση έχει τα χαρακτηριστικά κυρίας αυτοτελούς αγωγής, συνεκδίκασε τις παραπάνω δύο αγωγές και έκανε αυτές δεκτές, ως προς την κυρία βάση τους, κατά ένα μέρος, απαγγέλλοντας υπέρ πάντων των εναγόντων την διάρρηξη των προαναφερθεισών διαδοχικών μεταβιβάσεων του ιδανικού μεριδίου των 83/100 του οικοπεδικού ακινήτου στην περιοχή Χ.

Χ.. Κατά της προαναφερθείσης υπ' αριθμ. 26196/2010 πρωτοδίκου αποφάσεως ασκήθηκαν ενώπιον του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αφ' ενός μεν, εκ μέρους των έξι πρώτων των ήδη αναιρεσιβλήτων (Σ. Σ., Μ. Σ., Ν. Δ., Μ. Κ., Α. Ε. και Μ. Ε.) η από 10-1-2011 έφεση, αφ' ετέρου δε, από τον έβδομο και την ογδόη των ήδη αναιρεσιβλήτων (Κ.

Κ. και Κ. συζ. Κ. Κ.) η από 10-2-2011 έφεση και επί πλέον, εκ μέρους των αναιρεσειόντων η από 14-2-2011 έφεση. Το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εξέδωσε την παραπάνω προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2175/2014 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποίαν αφού συνεκδίκασε - μεταξύ των άλλων - τις ως άνω αναφερόμενες εφέσεις, τις έκανε τυπικώς δεκτές, εξαφάνισε την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 26196/2010 πρωτοβάθμια απόφαση, κράτησε την υπόθεση και συνεκδικάζοντας την ως άνω από 29-5-2007 (αριθμός καταθέσεως: 27337/2007) αγωγή αλλά και την από 25-7-2008 (αριθμός καταθέσεως: 32453/29-7-2008) αγωγή, όπως εν τέλει αυτή χαρακτηρίσθηκε, δέχθηκε αυτές και απήγγειλε "υπέρ απάντων των εναγόντων και για την αναγκαστική ικανοποίηση των διαλαμβανομένων στο ιστορικό απαιτήσεών τους, τη διάρρηξη των εκεί αναφερομένων δικαιοπραξιών και δη: 1) Της καταρτισθείσης δια του υπ' αριθμ. ...

της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Μ. Αντωνοπούλου, νομίμως μεταγραφέντος, δυνάμει του οποίου η εκ των εναγομένων, Ε. Κ., μεταβίβασε σε αμφοτέρους τους συνεναγομένους γιους της, Μ. Κ. και Γ. Κ., ισομερώς, λόγω γονικής παροχής, ιδανικό μερίδιο 83/100 ενός οικοπεδικού ακινήτου, επιφανείας 2.442,47Μ2, κειμένου στην περιοχή Χ.

Χ. και 2) της καταρτισθείσης δια του υπ' αριθμ. ……..της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ευγενίας Ματθαίου, νομίμως μεταγραφέντος, δυνάμει του οποίου η ιδία μεταβίβασε, επίσης λόγω γονικής παροχής, στο συνεναγόμενο τέκνο της, Μ. Κ., την ψιλή κυριότητα ενός, επιφανείας 79,56 Μ2, διαμερίσματος του έκτου ορόφου της κειμένης στη …..και επί της ..., πολυωρόφου οικοδομής", όπως επί λέξει αναφέρεται στο διατακτικό της εν λόγω προσβαλλομένης αποφάσεως.

Η κρινομένη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, ενώ η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική, από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνον με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσον η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσον και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και σε περίπτωση κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας" ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, αλλά και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Επομένως, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από την διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου, στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1349/2018). Μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή τους με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001).

Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939 επ. ΑΚ συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν την διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Οι προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) Η ύπαρξη απαίτησης κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης, η οποία να έχει γίνει ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής για διάρρηξη, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικά ούτε να είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 1300/2019, ΑΠ 1116, ΑΠ 708/2017).Την ιδιότητα του δανειστή λογίζεται ότι έχει και ο φορέας ενοχικής απαίτησης, που τελεί υπό αναβλητική προθεσμία, διότι η προθεσμία δεν εξαρτά την γένεση του ενοχικού δικαιώματος από την πάροδο του χρόνου, που έχει ταχθεί, αλλά αναστέλλει μόνο την ενάσκησή του, την οποία μεταθέτει στο μέλλον, ήτοι αρκεί να έχουν συντελεστεί μέχρι και τον χρόνο της απαλλοτρίωσης, τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησής του και να έχει γίνει αυτή ληξιπρόθεσμη, κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της περί διάρρηξης αγωγής (ΑΠ 365/2019,1439/2019, ΑΠ 731/2017).

Απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη προς τρίτον, η οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων κάθε σοβαρή και ηθελημένη (μη εικονική) διάθεση ή εκποίηση με δικαιοπραξία ή άλλη ενέργεια, που επάγεται μείωση της υπέγγυας περιουσίας, ανεξάρτητα αν είναι επαχθής ή χαριστική, καθώς και κάθε παροχή γενόμενη από ηθικό καθήκον ή από λόγους κοινωνικής ευπρέπειας, διότι το γεγονός ότι η διάθεση αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε την βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεων του έναντι των νομικών με συνέπεια να μην αναιρείται ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της σχετικής παροχής (ΑΠ 1217/2014, ΑΠ 805/2013). 3) Ανεπάρκεια της υπόλοιπης εμφανούς περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση του δανειστή, η οποία οφείλεται αιτιωδώς στην απαλλοτρίωση.

Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη πρέπει να συντρέχει (όχι μόνο κατά την απαλλοτρίωση αλλά και) κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής διάρρηξης, που είναι και ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 778/2015) 4) Δόλος του οφειλέτη, ήτοι πρόθεση βλάβης των δανειστών που πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, ενώ μεταγενέστερη γνώση δεν βλάπτει.

Η πρόθεση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει όταν αυτός (οφειλέτης) γνωρίζει κατά τον κρίσιμο χρόνο της απαλλοτρίωσης, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία, που του απομένει, να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού, στην περίπτωση αυτή, είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ότι συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, μη αναιρουμένου του καταδολιευτικού χαρακτήρα της απαλλοτρίωσης αν, εκτός από την πρόθεση βλάβης των δανειστών επιδιώκει παράλληλα και άλλους σκοπούς.

Η πρόθεση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία, που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνον στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 486 ΑΚ. 5) Γνώση του τρίτου.

Ο τρίτος πρέπει να γνωρίζει τον δόλο του οφειλέτη, ήτοι την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, μη απαιτούμενης αυτοτελούς πρόθεσης του τρίτου να βλάψει τους δανειστές του οφειλέτη, ούτε συμπαιγνία ανάμεσα στον οφειλέτη και τρίτο προς βλάβη των δανειστών του οφειλέτη (ΑΠ 233/2019, ΑΠ 480/2013, ΑΠ 1677/2008). Η γνώση του τρίτου δεν απαιτείται κατά το άρθρο 942 ΑΚ, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία.

Επομένως, σε περίπτωση που με την αγωγή διώκεται η διάρρηξη απαλλοτρίωσης που συνίσταται σε γονική παροχή ή δωρεά και συνεπώς χαριστική δικαιοπραξία, δεν απαιτείται για το ορισμένο του δικογράφου της η αναφορά και της γνώσης του τρίτου, του τέκνου δηλαδή, υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (ΑΠ 1025/2020, ΑΠ 233/2019).

Η απαγγελία της σχετικής διάρρηξης δεν θίγει την καταδολιευτική απαλλοτρίωση στο σύνολό της αλλά μόνο στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος και δεν έχει έννομο συμφέρον για διάρρηξη πέρα από αυτό και εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαίτησής του προς την αξία του απαλλοτριωθέντος.

Η εξεύρεση του παραπάνω μέτρου, εξαρτάται από την σχέση του ποσού της απαίτησης, που πρέπει να ικανοποιηθεί, προς το ποσό της αξίας του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, οπότε τα ποσά αυτά πρέπει, για το κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ ορισμένο της, να αναφέρονται στο δικόγραφο (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 1127/2005).

Στην περίπτωση που αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως είναι περισσότερα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, η διάρρηξη περιορίζεται σε όσα (και σε εκείνα που) απαιτούνται για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή, ενώ σε περίπτωση που αντικείμενό της είναι μόνο ένα (ενιαίο) περιουσιακό στοιχείο, η διάρρηξη περιορίζεται στο ποσοστό του εκείνο, η αξία του οποίου καλύπτει την αξία της απαιτήσεως του δανειστή.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση το δικαστήριο για να διατάξει την μερική διάρρηξη πρέπει, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ολοσχερής ικανοποίηση της απαιτήσεως του ενάγοντος δανειστή από το πλειστηρίασμα, να συνεκτιμήσει, πέρα από την εν λόγω απαίτηση (κατά το κεφάλαιο και τους τυχόν οφειλόμενους τόκους), τα έξοδα της κατά του οφειλέτη επικείμενης αναγκαστικής εκτελέσεως, καθώς και το γεγονός ότι κατά τον πλειστηριασμό είναι απίθανο να επιτευχθεί πλειστηρίασμα ίσο με την αγοραία αξία του ακινήτου (ΑΠ 243/2019).

Εξάλλου κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Η συνεκδίκαση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποσκοπεί στην ενοποίηση της διαδικασίας προς διευκόλυνση ή επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης ή προς μείωση των εξόδων, αποτελούσα ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δίκης, χωρίς όμως να επιφέρει καμία μεταβολή στις σχέσεις των διαδίκων των ενωμένων διαφορετικών δικών, οι οποίες διατηρούν την αυτοτέλειά τους. Έτσι με την συνεκδίκαση δεν μεταβάλλονται οι ενάγοντες ή οι εναγόμενοι κλπ των συνεκδικαζομένων υποθέσεων σε ομόδικους. Αυτό περαιτέρω σημαίνει ότι δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε επί των συνεκδικαζομένων δικών έχει κάθε διάδικος εκάστης από τις αυτοτελείς συνεκδικαζόμενες δίκες, ο οποίος όμως οφείλει να απευθύνει αυτό κατά του αντιδίκου του στην ίδια αυτοτελή δίκη και όχι κατά των διαδίκων των άλλων συνεκδικαζομένων δικών (ΑΠ 1134/2014, ΑΠ 1355/2004).

Στην κρινομένη υπόθεση το προαναφερθέν Εφετείο δέχθηκε με την ως άνω προσβαλλομένη απόφασή του κατά το ενδιαφέρον τον σχετικό αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. 2720/2006 τελεσιδίκου και ήδη αμετακλήτου, ως εκ της μη ασκήσεως κατ' αυτής του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, εκδοθείσης επί αγωγής των και εδώ αρχικών εναγόντων κατά της πρώτης εναγομένης, Ε.

Κ., στηριζομένης στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και αυτές περί προστασίας του καταναλωτή, αναγνωρίσθηκε ότι η τελευταία οφείλει στους αντιδίκους της το συνολικό, κατά κεφάλαιο, ποσόν των 562.115,70 ευρώ και, συγκεκριμένα, στους Σ. Σ. και Μ. Σ., ισομερώς, το ποσόν των 90.765,27 ευρώ, στον Νικόλαο Δάκο το ποσόν των 44.365,27 ευρώ, στη Μ.

Κ. το ποσόν των 69.837,90 ευρώ και στους Α. Ε. και Μ. Ε., ισομερώς, το ποσόν των 357.147 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Επίσης, δυνάμει της υπ' αριθμ. 17315/2008 αποφάσεως του ενταύθα Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εκδοθείσης επί της στηριζομένης στην αυτή, ως και η προαναφερθείσα τοιαύτη, αιτία, αγωγής των κυρίως παρεμβάντων - εναγόντων κατά της ιδίας - πρώτης εναγομένης, Ε.

Κ., αναγνωρίσθηκε ότι η τελευταία οφείλει στους αντιδίκους της το συνολικό, κατά κεφάλαιο, ποσόν των 401.753,83 ευρώ και, συγκεκριμένα, στον μεν Κ. Κ. το ποσόν των 381.666,14 ευρώ, στην δε Κ. Κ. το ποσόν των 20.087,69 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι η προαναφερομένη εναγομένη, διαδοχικά στις 5-10-2005 και στις 9-6-2006, δηλονότι σε χρονικά σημεία κατά τα οποία όχι μόνο είχαν γεννηθεί οι, ως άνω, σε βάρος της αξιώσεις απάντων των εναγόντων, χρονολογούμενες από του έτους 2000 και προγενεστέρως, αλλά ήταν ήδη στο στάδιο της δικαστικής επιβεβαιώσεώς τους, μεταβίβασε, δια χαριστικών δικαιοπραξιών, στα συνεναγόμενα τέκνα της τα μοναδικά εμφανή περιουσιακά της στοιχεία.

Ειδικότερα, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Μ. Αντωνοπούλου, νομίμως μεταγραφέντος, μεταβίβασε σε αμφοτέρους τους συνεναγομένους γιους της, ισομερώς, λόγω γονικής παροχής, ιδανικό μερίδιο 83/100 ενός οικοπεδικού ακινήτου, επιφανείας 2.442,47Μ2, κειμένου στην περιοχή Χ. Χ., ενώ, στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθμ.

………της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ευγενίας Ματθαίου, νομίμως μεταγραφέντος, μεταβίβασε, επίσης λόγω γονικής παροχής, στο συνεναγόμενο τέκνο της, Μ. Κ., την ψιλή κυριότητα ενός, επιφανείας 79,56Μ2, διαμερίσματος του έκτου ορόφου της κειμένης στη Θεσσαλονίκη και επί της ..., πολυωρόφου οικοδομής. Η αγοραία αξία των κατά τα άνω περιουσιακών στοιχείων δεν υπερέβαινε, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, δηλονότι αυτόν της ασκήσεως της ενδίκου αγωγής, τα ποσά των 750.000 και 180.000 ευρώ, αντιστοίχως και συνολικά το ποσόν των 930.000 ευρώ, είναι δε βέβαιο, ιδία εν όψει του γεγονότος ότι αμφότερα ήταν βεβαρυμένα με προσημειώσεις ύψους ανωτέρου των 400.000 ευρώ, ότι, κατασχόμενα αναγκαστικώς παρά των εναγόντων, δεν θα μπορούσαν, δια της εκπλειστηριάσεώς τους, να καλύψουν τις προαναφερθείσες και ήδη μεγεθυμένες, λόγω των εν τω μεταξύ δεδουλευμένων τόκων, απαιτήσεις τους, οι οποίες, μόνο κατά το κεφάλαιό τους προσεγγίζουν το ποσόν των 1.000.000 ευρώ, αλλά οπωσδήποτε θα ικανοποιείτο, με τον τρόπο αυτό, μέρος αυτών.

Ήδη όμως, με την απαλλοτρίωση των κατά τα άνω περιουσιακών στοιχείων της οφειλέτιδός τους - πρώτης εναγομένης, αυτή κατέστη εντελώς αφερέγγυα, αφού, κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της ενδίκου αγωγής, δεν υφίστατο και εξακολουθεί, άλλωστε, να μη υφίσταται άλλη εμφανής περιουσία της, της οποίας να μπορούν να επιληφθούν προς ικανοποίηση των έναντί της απαιτήσεών τους οι δανειστές της και, ειδικότερα, οι ενάγοντες, που έχουν κατ' αυτής τις ανωτέρω αναφερόμενες και ήδη τελεσιδίκως βεβαιωμένες απαιτήσεις.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων, που συνέπραξαν στις ένδικες δικαιοπραξίες, ότι η απαλλοτριώσασα - πρώτη εναγομένη έχει μη προσδιοριζόμενες εταιρικές συμμετοχές αλλά και αξιώσεις αποζημιώσεως, απροσδιορίστου όμως ύψους και αιτίας, κατά πολλών και ιδία κατά της ελβετικής ανωνύμου επενδυτικής εταιρείας υπό την επωνυμία "..." και της ελβετικής τραπέζης "….", τις οποίες οι ενάγοντες μπορούσαν, προς ικανοποίηση των ενδίκων αξιώσεών τους, ν' ασκήσουν πλαγιαστικά, εκτιμώμενος ως ένσταση, με την οποία προβάλλεται επάρκεια της υπολειπομένης περιουσίας της πρώτης εναγομένης, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, δεδομένου ότι η ένσταση του απαλλοτριώσαντος οφειλέτη ότι έχει άλλη εμφανή περιουσία, ικανή προς ικανοποίηση των δανειστών του, πρέπει, για να είναι ορισμένη, ν' αναφέρει με πληρότητα τα περιουσιακά του στοιχεία και την αξία αυτών, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον ενάγοντα δανειστή ν' αμυνθεί και να μπορεί να κριθεί, αν η υπολειπομένη αυτή περιουσία, εν όψει της αξίας αυτής και της απαιτήσεως του δανειστή, είναι ικανή για την ικανοποίηση του τελευταίου..., στοιχεία που εμφανώς δεν περιέχει ο εν προκειμένω ισχυρισμός.

Υπό τα δεδομένα αυτά είναι πρόδηλος ο σκοπός της πρώτης εναγομένης να βλάψει, με την απαλλοτρίωση των μοναδικών, κατά τα άνω, περιουσιακών της στοιχείων, τους δανειστές της και, ειδικότερα, τους ενάγοντες, σκοπός συναγόμενος ευθέως εκ του γεγονότος ότι αυτή γνώριζε, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, τα έναντί τους χρέη της, αλλά και ότι, μετά ταύτα, δεν θα υφίσταται πλέον εμφανής περιουσία της για την ικανοποίηση των δανειστών της, οι οποίοι έτσι θα υποστούν βλάβη, την οποία, υπό τα δεδομένα αυτά, και επεδίωξε.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων, που συνέπραξαν στις επίμαχες δικαιοπραξίες, ότι οι λήπτες των γονικών παροχών δεν ήταν σε γνώση των ενδίκων οφειλών της δικαιοπαρόχου τους και του καταδολιευτικού σκοπού της, είναι, με βάση τα εκτενώς στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφερόμενα, αλυσιτελής, αφού, προκειμένων εδώ χαριστικών δικαιοπραξιών, είναι αδιάφορη η περί των προαναφερομένων στοιχείων γνώση ή μη του τρίτου.

Ομοίως, ο ισχυρισμός των ιδίων ότι οι ένδικες δικαιοπραξίες δεν έγιναν με πρόθεση βλάβης των δανειστών της πρώτης εξ αυτών, αλλά, έχουσες εξ ολοκλήρου το χαρακτήρα δωρεάς εξ ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος, επιβλήθηκαν από άμεσες και πιεστικές ανάγκες των σπουδών των ληπτών των παροχών αυτών, είναι, επίσης κατά τα στη μείζονα σκέψη αναφερόμενα, απορριπτέος ως μη νόμιμος και, σε κάθε περίπτωση, γιατί ο προφανής, εν όψει των κατά τα άνω παραδοχών, καταδολιευτικός χαρακτήρας των ενδίκων δικαιοπραξιών δεν αναιρείται εκ του λόγου ότι, εκτός από την πρόθεση βλάβης των δανειστών, επιδιώχθηκαν, παραλλήλως, και άλλοι σκοποί...

Ο περαιτέρω, εξ άλλου, ισχυρισμός των προαναφερομένων, ότι άνευ εννόμου συμφέροντος των αντιδίκων τους - εναγόντων και, συνεπώς, απαραδέκτως ασκούνται οι ένδικες αγωγές, για το λόγο ότι σε ενδεχόμενο πλειστηριασμό των ενδίκων απαλλοτριωθέντων ακινήτων, αυτοί δεν πρόκειται, εξ αντικειμένου, να ικανοποιηθούν από το πλειστηρίασμα, αφού προηγούνται στην κατάταξη άλλοι προνομιακοί - προσημειούχοι δανειστές της πρώτης εξ αυτών - οφειλέτιδός τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, πέραν του ότι δεν διευκρινίζεται αν το ονομαστικό ύψος των προσημειώσεων αυτών ανταποκρίνεται σε υφιστάμενες πράγματι και ποίου ύψους απαιτήσεις των προσημειούχων δανειστών της πρώτης εναγομένης, σε κάθε περίπτωση το επικαλούμενο γεγονός αναφέρεται στο μέλλον και είναι αβέβαιο αν θα συμβεί, δεδομένου ότι εξαρτάται από παράγοντες που δεν μπορούν εκ των προτέρων να διαγνωσθούν, όπως η ενδεχομένη εκ μέρους της οφειλέτιδος πλήρης ή μερική ικανοποίηση των εν λόγω δανειστών, η μη αναγγελία τους στον πλειστηριασμό, η ακυρότητα αυτής κ.λ.π...

Τέλος, οι ισχυρισμοί των ιδίων, με τους οποίους επανέρχονται σε σχέση με την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής της πρώτης εξ αυτών έναντι των εναγόντων, είναι απαράδεκτοι, αφού περί των ζητημάτων αυτών υφίσταται δεδικασμένο, απορρέον από τις προμνησθείσες τελεσίδικες αποφάσεις, το οποίο και αποκλείει τη δυνατότητα αμφισβητήσεώς τους στην παρούσα δίκη...

Απορριπτομένων, μετά ταύτα, των ισχυρισμών αυτών των προαναφερομένων τριών πρώτων εναγομένων, αποδεικνύεται, με βάση τις κατά τα άνω παραδοχές, η βασιμότητα πάντων των κρισίμων στοιχείων της (κυρίας) ιστορικής βάσεως των ενδίκων αγωγών, κατά το μέρος που στρέφονται κατ' αυτών και δη η ύπαρξη απαιτήσεων του εναγόντων έναντι της πρώτης εναγομένης, προγενεστέρων των ενδίκων απαλλοτριώσεων και, περαιτέρω, το γεγονός ότι, κατ' ακολουθίαν αυτών, η οφειλέτιδα των εναγόντων κατέστη, προς βλάβη τους, την οποία και επεδίωξε, αφερέγγυα.

Υπό τα δεδομένα αυτά παρίσταται βάσιμο το αίτημα των εναγόντων ν' απαγγελθεί η διάρρηξη των ενδίκων, μεταξύ των τριών πρώτων εναγομένων φυσικών προσώπων, δικαιοπραξιών και δη αμφοτέρων και στο σύνολό τους, αφού, εν όψει του ύψους των, ήδη μεγεθυμένων λόγω των εν τω μεταξύ δεδουλευμένων τόκων, απαιτήσεων των εναγόντων, οι οποίες υπερβαίνουν την κατά τα άνω αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων αλλά και εν όψει των επ' αυτών, ως άνω, βαρών, παρίσταται προφανές ότι μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει, έστω και μερική ικανοποίηση των αξιώσεων αυτών...".

Το Εφετείο, το οποίο με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του και με σκοπό την αναγκαστική ικανοποίηση των απαιτήσεων όλων ανεξαιρέτως των προαναφερθέντων αναιρεσιβλήτων - δανειστών της πρώτης αναιρεσείουσας, απήγγειλε την διάρρηξη, αφ' ενός μεν, της καταρτισθείσης συμβάσεως δια του υπ' αριθμ. ... της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ.

Αντωνοπούλου, με το οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα Ε. Κ., μεταβίβασε στον δεύτερον και στον τρίτον των αναιρεσειόντων γιών της, Μ. Κ. και Γ. Κ., ισομερώς, λόγω γονικής παροχής, ιδανικό μερίδιο 83/100 ενός οικοπεδικού ακινήτου, επιφανείας 2.442,47 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην περιοχή Χ. Χ., αφ' ετέρου δε, της καταρτισθείσης συμβάσεως δια του υπ' αριθμ.

…….συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ευγενίας Ματθαίου, με το οποίο η ιδία πρώτη αναιρεσείουσα μεταβίβασε επίσης λόγω γονικής παροχής, στον τρίτον αναιρεσείοντα γιό της Μ. Κ., την ψιλή κυριότητα ενός επιφανείας 79,56 τετραγωνικών μέτρων, διαμερίσματος του έκτου ορόφου της κειμένης στην Θεσσαλονίκη και επί της ..., πολυωρόφου οικοδομής, εφήρμοσε εσφαλμένα τις προδιαληφθείσες διατάξεις του άρθρου 939 ΑΚ, καθόσον δεν προσδιόρισε το αναγκαίο μέτρο της σχετικής διάρρηξης ως προς την απαίτηση ενός εκάστου των προαναφερθέντων αναιρεσιβλήτων δανειστών σε καθένα από τα παραπάνω δύο απαλλοτριωθέντα ακίνητα, αφού σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η σχετική διάρρηξη πρέπει να επέλθει μόνον κατά το μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση εκάστου δανειστή, ο οποίος σημειωτέον δεν έχει έννομο συμφέρον για διάρρηξη πέρα από αυτό και πρέπει μάλιστα να εκφράζεται η σχετική αυτή διάρρηξη σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαίτησής του προς την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.

Έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο σχετικός τέταρτος αναιρετικός λόγος κατά το σχετικό μέρος του κρίνεται βάσιμος. Κατά συνέπειαν, θα πρέπει να αναιρεθεί η ως άνω προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2175/2014 απόφαση και εν όψει της εμβέλειας του εν λόγω αναιρετικού λόγου και της εντεύθεν αναιρέσεως της αποφάσεως στο σύνολό της, παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων αναιρετικών λόγων.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο προαναφερθέν Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και επί πλέον, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του σχετικού παραβόλου που καταβλήθηκε εκ μέρους τους για την άσκηση της κρινομένης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει ακόμη να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων εις βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας των τελευταίων στην δίκη αυτή (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αμέσως παρακάτω ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό αυτής της αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 2175/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε εκ μέρους τους για την άσκηση της αναίρεσης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο χρηματικό ποσόν των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000,00 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ