Legislator Case Law & Legislation
1011/2021 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership acquisition via good faith possession under Greek law.

Case Number 1011/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court ruling that confirmed the defendant's property ownership. The State argued the lower court failed to verify specific statutory conditions for ownership acquisition, such as the property's location within a town plan and the owner's good faith possession for thirty years. The court rejected this claim, finding the lower court's reasoning sufficient to establish the substantive validity of the ownership claim based on the defendant's good faith possession.

Legislator headnote

AI generated

Articles 6, 1, paragraphs 1, 2, and 3 of Law 2664/1998; The court held that a lower court's finding of property ownership based on good faith possession is valid if the reasoning sufficiently addresses the statutory requirements, even if it does not explicitly cite every specific administrative act or detail every factual element.

Keywords

AI generated
good faith possession property ownership acquisition statutory requirements appeal dismissal lower court reasoning good faith property law

Cited Legislation

AI generated
Art. 6, 1, paras. 1, 2 and 3 of Law 2664/1998
Art. 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957
Art. 5 para. 12 of Law 1738/1987
Circular of the Ministers of Finance and Justice dated 28.12.1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1011 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1011/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αναστασία Περιστεράκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου – Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη και Σοφία Πολύζου – Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:

Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου:

Σ. Σ. του Α., κατοίκου Πάτρας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σκάρπα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.12.2009 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 06.12.2011 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2965/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 177/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22.04.2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρουλιώ Δαβίου – Απέργη, ανέγνωσε την από 10.05.2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Με το άρθρο 6, 1 παρ. 1,2 και 3 του ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από του 3127/2003 και 348/2006 ορίζονται τα εξής:

«1. Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με την παράγραφο 2, περίπτωση β' του άρθρου 3. Οι πρώτες εγγραφές επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, υπόκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος κεφαλαίου.

2. Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, μπορεί να ζητηθεί με αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλην και κατά τόπον Πρωτοδικείου η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση ολικά ή μερικά της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία οκτώ (8) ετών εκτός αν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο ή εργαζόμενους μόνιμα στο εξωτερικό,για τους οποίους η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι δέκα (10) ετών. Η αποκλειστική προθεσμία αυτής της παραγράφου αρχίζει από την δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, που προβλέπει το άρθρο 1 παρ. 3. Η αγωγή απευθύνεται κατά του αναγραφόμενου ως δικαιούχου του δικαιώματος στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή ή κατά των καθολικών του διαδόχων και κοινοποιείται με ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως στον Προϊστάμενο του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου.

3. α) Στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη «άγνωστου ιδιοκτήτη» κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9, αντί της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρις ότου ορισθεί αυτός στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την κατάθεσή της και επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση αυτή κοινοποιείται από τον αιτούντα στο Ελληνικό Δημόσιο και εγγράφεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Εφόσον η αίτηση γίνει τελεσιδίκως δεκτή, διορθώνεται η εγγραφή. Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω ή ουσία αβάσιμη ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού.

β) Με την αίτηση της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να ζητηθεί η διόρθωση της εγγραφής και στην περίπτωση που ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσης πράξη μεταγραπτέα κατά το άρθρο 1192 αρ. 1-4 ΑΚ, η οποία δεν έχει μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο. Στην περίπτωση αυτή, με την αίτηση ζητείται η διόρθωση της πρώτης εγγραφής και η καταχώρηση του δικαιώματος στο φερόμενο στο μη μεταγεγραμμένο τίτλο ως αποκτώντα, εφόσον συντρέχουν όλες οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος».

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με αυτή φέρεται τούτο ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» ο επικαλούμενος ότι είναι κύριος αυτού ή δικαιούχος οποιουδήποτε άλλου εγγραπτέου στο Κτηματολόγιο δικαιώματος, θα επιτύχει τη διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής, με την άσκηση της σχετικής αιτήσεως ενώπιον του Κτηματολογικού δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρι να ορισθεί, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου της περιφέρειας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Αντικείμενο της συγκεκριμένης δίκης είναι η διαπίστωση της υπάρξεως του εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος κατά την καταχώρηση της πρώτης εγγραφής και η διόρθωση της τελευταίας, σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση οποιουδήποτε αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή «αγνώστου ιδιοκτήτη» δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση αλλά έλλειψη διαπιστώσεως του υπάρχοντος δικαιώματος.

Συνεπώς, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ζητείται μόνο η διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής και όχι η αναγνώριση της κυριότητας του αιτούντος, ανεξαρτήτως του ότι ερευνάται από το Δικαστήριο ως προϋπόθεση η ύπαρξη του επικαλούμενου δικαιώματος της κυριότητας για την αιτούμενη διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Τούτο άλλωστε ενισχύεται και από την προαναφερόμενη ως άνω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3α του ν. 2664/1998 όπως ήδη ισχύει, σύμφωνα με την οποία εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω ή ουσία αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου με τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού και επιπρόσθετα από το ότι στην τελευταία αυτή παράγραφο (άρθρο 6 παρ. 2) προβλέπεται ρητά ως αίτημα της αγωγής «η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση».

Επί πλέον, κατά το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2664/1998, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 3481/2006 (έναρξη ισχύος 2.8.2006) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 28 του ν. 3728/2008, ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου μπορεί, ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως να προβαίνει στη διόρθωση προδήλων σφαλμάτων των κτηματολογικών εγγράφων, ιδίως σε περίπτωση λανθασμένης αναγραφής στα κτηματολογικά φύλλα στοιχείων του δικαιούχου ...καθώς επίσης στοιχείων με το καταχωρηθέν δικαίωμα, τον τίτλο αυτού και το ιδιοκτησιακό αντικείμενο, εφόσον το σφάλμα στην καταχώρηση προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο από την καταχωρηθείσα πράξη και τα συνοδευτικά αυτής έγγραφα... Ενδεικτικά κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου, στην έννοια του πρόδηλου σφάλματος εμπίπτει-μεταξύ άλλων- η εγγραφή της οποίας η ανακρίβεια: ΅

α) προκύπτει από δημόσιο έγγραφο... Ειδικά δε στην περίπτωση ακινήτου με την ένδειξη «άγνωστου ιδιοκτήτη» απαιτείται συναίνεση του Ελληνικού Δημοσίου εκτός αν πρόκειται για δημόσιο έγγραφο, με βάση το οποίο έχουν καταχωρηθεί στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου δικαιώματα συνδικαιούχων, οπότε δεν απαιτείται συναίνεση του Δημοσίου.

β) [...].

γ) Συναίνεση του Δημοσίου δεν απαιτείται και στην περίπτωση που το δημόσιο έγγραφο, με βάση το οποίο ζητείται η διόρθωση της εγγραφής, αποτελεί τίτλο εγγραπτέου δικαιώματος επί άλλου ακινήτου της ίδιας κτηματογραφείσης περιοχής, το οποίο δηλώθηκε και δεν καταχωρίσθηκε στο κτηματολόγιο, καθώς και όταν ο τίτλος του αιτούντος τη διόρθωση ή των δικαιοπαρόχων του (άμεσων ή απώτερων) είναι παραχωρητήριο του Ελληνικού Δημοσίου ή ΝΠΔΔ.

Το ίδιο ισχύει και όταν το ακίνητο με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» για το οποίο ζητείται η διόρθωση, είναι οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία και από το συσχετισμό του προσκομιζόμενου τίτλου κτήσεως του αιτούντος και των δικαιοπαρόχων του προς την πράξη σύστασης της οριζόντιας ή κάθετης, αντίστοιχα ιδιοκτησίας, διαπιστώνεται ότι εξαντλείται το σύνολο των εξ αδιαιρέτου ποσοστών του εγγραπτέου δικαιώματος επί της οριζόντιας ή κάθετης αυτής ιδιοκτησίας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 πα. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

[II] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της τελεσίδικης 177/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, και των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 18.12.2009 αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, την οποία κοινοποίησε προς το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο εξέθετε ότι είχε καταστεί κύριος με παράγωγο τρόπο του περιγραφομένου σε αυτήν διαμερίσματος με αριθμό 4 του πρώτου ορόφου της κείμενης εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου ...

Αττικής επί της οδού ... πολυκατοικίας και συγκεκριμένα με κληρονομική διαδοχή, αποδεχόμενος με την .../30.10.2009 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Πάτρας Αργυρώς Κακούρα την καταληφθείσα σ’ αυτόν κληρονομία με την .../4.10.1993 δημόσια διαθήκη του αποβιώσαντος την 22.10.1993 θείου του, ο οποίος είχε γίνει αληθής κύριος του ως άνω ακινήτου (διαμερίσματος), επίσης με παράγωγο τρόπο, από αγορά τούτου, από την προηγούμενη αληθή κυρία αυτού Μ.

Π., δυνάμει του .../23.12.1975 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Αικατερίνης Ανδρικοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Επικαλούμενος δε ότι η εγγραφή του παραπάνω ακινήτου έχει καταχωρηθεί εσφαλμένα στο αντίγραφο του κτηματολογικού φύλλου, και ειδικότερα ότι τούτο φέρεται στα εν λόγω κτηματολογικά φύλλα ως «ιδιοκτησία αγνώστου», καθώς ο ίδιος δεν είχε προβεί στις δέουσες ενέργειες προκειμένου να δηλώσει στο Κτηματολόγιο την ιδιοκτησία του, με αποτέλεσμα την ανωτέρω εσφαλμένη εγγραφή της, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι είναι κύριος του ως άνω ακινήτου (οριζόντιας ιδιοκτησίας) και να διαταχθεί η διόρθωση της εν λόγω ανακριβούς πρώτης εγγραφής ώστε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο από το εσφαλμένο «αγνώστου ιδιοκτήτη» να αναγραφεί το ορθό δηλαδή το σχετικό δικαίωμα κυριότητάς του επί του συγκεκριμένου ακινήτου.

Στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την παραπάνω αίτηση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 06.12.2011 κύρια παρέμβασή του, την οποία απηύθυνε κατά του αιτούντος, ισχυριζόμενο ότι το ανατολικό τμήμα της έκτασης του ως άνω γεωτεμαχίου με αριθμό ΚΑΕΚ ... του Δήμου ... Αττικής, εμβαδού 493.00 τ.μ. (επί συνολικού εμβαδού του ως άνω ΚΑΕΚ 946 τ.μ.) η οποία σήμερα εμφανίζεται οικοδομημένη, σύμφωνα με αεροφωτογραφίες του έτους 1939 εμφανίζεται να αποτελεί δασική έκταση και ζήτησε να αναγνωρισθεί αυτό αποκλειστικός κύριος νομέας και κάτοχος του επίδικου διαμερίσματος και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο οικείο κτηματολογικό φύλλο και διάγραμμα ώστε αντί της ανακριβούς εγγραφής «άγνωστος κύριος» να εγγραφεί το Ελληνικό Δημόσιο ως αποκλειστικός κύριος του επίδικου διαμερίσματος.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την 2965/2013 απόφασή του απέρριψε την αίτηση και την κυρία παρέμβαση ως απαράδεκτες, πλην όμως με την 177/2015 προσβαλλόμενη απόφαση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δεχόμενο ως βάσιμες κατ' ουσίαν τις εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων (αιτούντος και κυρίως παρεμβαίνοντος) κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφού την εξαφάνισε, δικάζοντας επί της αιτήσεως και της κυρίας παρεμβάσεως απέρριψε ως μη νόμιμα τα αιτήματα τούτων περί αναγνώρισης κυριότητας του αιτούντος και του Ελληνικού Δημοσίου επί του επίδικου ακινήτου, με την αιτιολογία ότι το αίτημα αυτό προϋποθέτει αμφισβήτηση του σχετικού δικαιώματος της κυριότητας από τρίτο, ενώ στην προκειμένη διαδικασία (εκούσια) δεν νοείται τέτοια αμφισβήτηση, και έκρινε νόμιμο το αίτημά τους για διόρθωση της πρώτης ανακριβούς εγγραφής, το οποίο ερεύνησε κατ’ ουσία.

Επί του αιτήματος αυτού με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά ανελέγκτως τα εξής:

«| Δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../23.12.1975 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών που μεταγράφηκε νόμιμα, η Μ. Π. το γένος Ι. και Γ. Μ., μεταβίβασε κατά πλήρη και απόλυτη κυριότητα στον θείο του αιτούντος, Δ. Κ. το υπ’ αριθμό 4 διαμέρισμα του α' ορόφου της, υπαγόμενης στις διατάξεις του ν. 3741/1929, όπως επίσης και των άρθρων 1002 και 1117ΑΚ του Δήμου ...

Αττικής, στη θέση ... επί της οδού ... πολυκατοικίας, αποτελούμενο από.... Το ως άνω διαμέρισμα περιήλθε σ’ αυτήν (Μ. Π.) με βάση την ...υπ’ αριθμό .../24.4.1973 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της ως άνω συμβολαιογράφου, την τροποποιηθείσα νομίμως στα ανωτέρω βιβλία μεταγραφών υπ’ αριθμούς .../1973 και .../1974 πράξεων της συμβολαιογράφου αυτής, κατά τις οποίες τρεις πιο πάνω πράξεις και το εν λόγω συμβόλαιο η πολυκατοικία είναι κτισμένη σε οικόπεδο έκτασης μ.τ. 920,00 συνορεύοντας [...] και νοτίως επί προσώπου μ.μ. 36,20 με την οδό ... .

Την 22.10.1993 ο αδιαθέτως αποβιώσας θείος του αιτούντος με την με αριθμό .../4.10.1993 δημόσια διαθήκη συνταχθείσας ενώπιον της συμβολαιογράφου Πάτρας κατέλειπε στον αιτούντα το ως άνω διαμέρισμα το οποίο αποδέχθηκε με την αριθμό .../30.10.2008 πράξη αποδοχής κληρονομίας της ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο Αγ.

Παρασκευής. Η ως άνω πολυκατοικία ανεγερθείσα με βάση την υπ’ αριθμό .../1972 άδεια του γραφείου πολεοδομίας Αθηνών, διέπεται υπό της υπ’ αριθμό .../24.4.1973 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου με την οποία από τους οικοπεδούχους της Μ. Π. το γένος Ι. Μ., Β. Μ.

και Ι. Μ. καθορίστηκαν οι σχέσεις των συνιδιοκτητών. Το εν λόγω οικόπεδο ως αγρός αρχικής έκτασης 1440 τ.μ. είχε περιέλθει στον Γ. Μ.,μετά δε το θάνατο αυτού περιήλθε στον γυιό του Ι. Μ., ο οποίος το έτος 1890 «καλή τη πίστει και διάνοια κυρίου» το παραχώρησε κατά πλήρη κυριότητα στον γυιό του Γ. Μ.. Ο από το έτος 1890 με καλή πίστη και διάνοια κυρίου εξουσιάζον αυτό, Γ.

Ι. Μ. με το μεταγραφέν νομίμως στον τόμο ... και αύξοντα δι’ αυτού αριθμό …, των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών υπ’ αριθμό .../27.8.1938 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών... μεταβίβασε λόγω πώλησης το οικόπεδο κατά πλήρη κυριότητα στον Α. Γ. Μ., ο οποίος δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ’ αριθμ. .../25.06.1949 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών μεταβίβασε λόγω πώλησης στους Μ.

Π. το γένος Ι. Μ., Ν. Ι. Μ., Β. Μ. και Ι. Μ.. Από τους αγοραστές αυτούς στις 25.01.1950 και 16.05.1950 απεβίωσαν οι Β. Μ. και Ι. Μ., το δε εξ αδιαθέτου ποσοστό τους στην επί του οικοπέδου κληρονομία και δη της πρώτης τούτων αποδέχθηκαν οι Μ. Π. συζ. Β. το γένος Ι. Μ., Ν. Ι. Μ., Ι. θυγ. Ι. Μ. και Γ. χήρα Ι. Μ., το γένος Ν. Κ., της δ’ έτερης αυτών ήτοι οι οικοπεδούχοι καταστάντες συγκύριοι του ως άνω οικοπέδου και δη οι Μ.

συζ. Β. Π., Ν. Ι. Μ. και Γ. χήρα Ι. Μ. το γένος Ν. Κ. συγκύριοι κατά ποσοστό 20/48, 20/48 και 8/48 τούτου. Μετά την γενόμενη, με τα από 11.12.1956 και 20.04.1964 διατάγματα, ρυμοτομία για τη διάνοιξη της επί της προσόψεως της πολυκατοικίας οδού ... με την υπό του από 26.11.1970 σχεδιαγράμματος του μηχανικού Ι. Μ., συνοδευόμενη υπ’ αριθμό 450/1970 πράξη τροποποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης του γραφείου πολεοδομίας Αθηνών, την κυρωθείσα και διορθωθείσα με την με αριθμό Ε. 4708/23.3.1971 απόφαση της υπηρεσίας οικισμού, προσκυρώθηκε στους μεν οικοπεδούχους έκταση μ.τ. 353.00 τμήμα της όμορης του οικοπέδου ιδιοκτησίας των Α.

θυγ. Σ. Κ., Κ. Κ. θυγ. Σ. Κ. και Α. θυγ. Σ. Κ. στους τελευταίους δε προσκυρώθηκε επίσης ίσης έκτασης τμήμα του οικοπέδου. Κατόπιν τούτου μεταξύ των όλων των ανωτέρω κυρίων του ως άνω οικοπέδου και του όμορου συνήφθη το, νομίμως μεταγραφέν υπ’ αριθμό .../22.7.1971 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών με το οποίο κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω πράξης επήλθε η κατά πλήρη κυριότητα ανταλλαγή των ως άνω τμημάτων, ήτοι του συνορεύοντος βορείως με ιδιοκτησία των ως άνω ιδιοκτητών του όμορου οικοπέδου, νοτίως με οδό ...

ανατολικά με ιδιοκτησία οικοπεδούχων και δυτικά με οδό ... τμήμα των οικοπεδούχων και του συνορεύοντος ανατολικά με την οδό ...,δυτικά με υπόλοιπη έκταση των ως άνω ιδιοκτητών του ανωτέρω όμορου οικοπέδου, αρκτικώς με ιδιοκτησία Φ. Ψ. και μεσημβρινώς με συνεχόμενη ιδιοκτησία των οικοπεδούχων και τμήμα των ως άνω ιδιοκτητών του όμορου οικοπέδου.

Ακολούθως προς επαύξηση του οικοπέδου οι ως άνω ιδιοκτήτες του όμορου οικοπέδου με το νομίμως μεταγραφέν ... συμβόλαιο της ως άνω συμβολαιογράφου μεταβίβασαν τμήμα του οικοπέδου τους στους οικοπεδούχους έκτασης 387,45 τ.μ. το οποίο συνόρευε ... διαμορφωθέντος τοιουτοτρόπως του οικοπέδου επί του οποίου ανεγέρθηκε η ως άνω πολυκατοικία...

Για τη κτήση δε του ως άνω όμορου οικοπέδου από τους ανωτέρω ιδιοκτήτες του προαναφερόμενου όμορου οικοπέδου έγιναν οι παρακάτω μεταβιβάσεις: Στον Δ. Β. Θ. ανήκαν από αμνημονεύτων ετών κατά πλήρη κυριότητα τα τρία πέμπτα του ενός δεκάτου του, έκτασης στρεμμάτων 10.000,00 στην θέση ..., το οποίο περιήλθε κληρονομικώς κατά πλήρη κυριότητα στους γυιούς του Σ.

Θ. και Ν. Θ.. Οι τελευταίοι με το νομίμως μεταγραφέν.... συμβόλαιο .... Μεταβίβασαν λόγω πώλησης κατά πλήρη κυριότητα, τον συνορεύοντα .... ως άνω αγρό στον Π. Κ.. Ο Π. Κ. το ένα εκ των μνησθέντων πέμπτων μεταβίβασε λόγω πώλησης κατά πλήρη κυριότητα στην Ε. συζ. Σ. Θ.,... με το νομίμως μεταγραφέν ... .../13.11.1014 συμβόλαιο....Η Ε.

συζ. Σ. Θ. ... το ίδιο ποσοστό του ανωτέρω αγρού μεταβίβασε λόγω πώλησης κατά πλήρη κυριότητα στον Α. Α. Τ., με το νομίμως μεταγραφέν.... .../11.3.1321 συμβόλαιο. Ο Α. Τ. το ίδιο ποσοστό του αγρού, με το νομίμως μεταγραφέν... 33536/26.3.1921 συμβόλαιο... μεταβίβασε λόγω πώλησης κατά πλήρη κυριότητα στον Σ. Δ. Θ.. Γενομένης της διανομής ακινήτων τους μεταξύ των με το νομίμως μεταγραφέν .... .../17.10.1030 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Παναγιώτη Στευρόπουλου το ανωτέρω όμορο οικόπεδο έκτασης 6000.00 και συνορεύον....

περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα στον Σ. Δ. Θ.. Ο Σ. Θ. την έκταση των τ.μ. 7.320,00 του εν λόγω όμορου ακινήτου μεταβίβασε λόγω ανταλλαγής κατά πλήρη κυριότητα στην Ε. χήρα Κ.... με το νομίμως μεταγραφέν ... .../16.3.1333 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Αριστείδη Κουτσού. Η Ε. χήρα Κ. ... την των 2.387,50 μερική έκταση του εν λόγω όμορου οικοπέδου, συνορεύοντας ανατολικά με κληρονόμους Δ.

Κ., δυτικά με ιδιωτική οδό, βόρεια με κληρονόμους Γ. Κ. και νότια με κληρονόμους Ι. Μ., με το νομίμως μεταγραφέν .... .../26.9.1934 ... μεταβίβασε λόγω πώλησης κατά πλήρη κυριότητα στον Β. Κ.. Ο αποβιώσας την 05.04.1960 Β. Σ. Κ. κληρονομήθηκε από της αδελφές του με τη νομίμως μεταγραφείσα …/18.6.1965 δήλωση αποδοχής κληρονομίας τούτων στο γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις οποίες με τη δημοσιευθείσα από 26.09.1959 ιδιόγραφη διαθήκη αυτού με το υπ’ αριθμ. 2832/1960 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών και την υπ’ αριθμό 3041/1960 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου κυρία, κηρυχθείσα, περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα κατ' ισομοιρία το εν λόγω όμορο οικόπεδο του οποίου τμήμα μεταβίβασαν κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα στους οικοπεδούχους.

Εξάλλου, η περιοχή του Δήμου ... στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ως άνω επίδικο ακίνητο έχει υπαχθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο και στην αρμοδιότητα του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίας Παρασκευής με έναρξη λειτουργίας την 11.04.2005...Ωστόσο, στο προσκομιζόμενο από τους διαδίκους κτηματολογικό φύλλο με ΚΑΕΚ .../… του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίας Παρασκευής , το επίδικο διαμέρισμα του αιτούντος ...φέρεται ως άγνωστου ιδιοκτήτη, καθόσον ο τελευταίος (αιτών) δεν προέβη στις δέουσες ενέργειες δήλωσης της ιδιοκτησίας του κατά τον ν. 2308/1995, με αποτέλεσμα την άνω εσφαλμένη εγγραφή.

Ήδη το κυρίως παρεμβαίνων Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει ότι το ανατολικό τμήμα της έκτασης του ως άνω γεωτεμαχίου με αριθμό ΚΑΕΚ ... του Δήμου ... Αττικής, εμβαδού 493.00 τ.μ., κατά την εμβαδομέτρηση της Δ/νσης Δασών Ανατολικής Αττικής (επί συνολικού εμβαδού του ως άνω ΚΑΕΚ 946 τ.μ.), όπως το τμήμα αυτό περιγράφεται και διαχωρίζεται με την κόκκινου χρώματος συνεχή γραμμή στο απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος ΟΤΑ Αγίας Παρασκευής...που προσαρτάται στο υπ’ αριθμ. 1814/23.11.2010 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής, ανήκει και ανήκε ανέκαθεν, κατά τεκμήριο, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το άρθρο 62 παρ. 1 Ν. 998/1979 καθόσον εμφανίζεται να αποτελεί δασική έκταση στις αεροφωτογραφίες του έτους 1939, ενώ σήμερα εμφανίζεται οικοδομημένη, σύμφωνα με φωτοερμηνεία που διεξήγαγε η Διεύθυνση Δασών Ανατολικής Αττικής και ότι εντός της ως άνω εκτάσεως του ως άνω γεωτεμαχίου με αριθμό ΚΑΕΚ ...

εντοπίζεται και το επίδικο διαμέρισμα, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του ακινήτου 49/1000 πλην όμως οι ισχυρισμοί του αυτοί δεν επιβεβαιώνονται αλλά αντίθετα αναιρούνται από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις. Ενόψει των εκτεθέντων, αποδεικνύεται το επικαλούμενο εγγραπτέο δικαίωμα του αιτούντος στο προπεριγραφόμενο υπ’ αριθμό 4 διαμέρισμα του α' ορόφου επί της οδού ...

πολυκατοικίας, στη θέση ... εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης του Δήμου ... Αττικής, ενώ αντίθετα δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, έναντι του οποίου άλλωστε ο αιτών νεμόμενος το ως άνω ακίνητο, μαζί με τους δικαιοπαρόχους του, καλόπιστα και αδιατάρακτα δυνάμει των προαναφερόμενων τίτλων ιδιοκτησίας τους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003, θεωρείται κύριος τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ίδιου νόμου|».

[III] Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την αίτηση του αναιρεσιβλήτου ως προς ως άνω αίτημα της και διέταξε: α) τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού Γραφείου του Δήμου Αγίας Παρασκευής για την οριζόντια ιδιοκτησία με αριθμό ΚΑΕΚ .../0/20 ως «αγνώστου ιδιοκτήτη», έτσι ώστε αντί της εσφαλμένης αυτής ένδειξης, να φαίνεται ότι ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα του αιτούντος Σ. Σ. και β) την εγγραφή και καταχώρηση στα ίδια κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου του Δήμου Αγίας Παρασκευής του δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής επί της οριζόντιας ιδιοκτησίας του α'ορόφου εκτάσεως 66 τ.μ. στη θέση ..., επί της οδού ... πολυκατοικίας κτισμένης επί του περιγραφομένου στο σκεπτικό οικοπέδου που βρίσκεται στην Αγία Παρασκευή Αττικής, της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... Αττικής, μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο του ίδιου Δήμου, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου (γεωτεμαχίου) 49/1000 εξ αδιαιρέτου.

[IV] Επειδή από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25,26,27/1994).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταλήξει στο συμπέρασμα της διόρθωσης της ως άνω ανακριβούς πρώτης εγγραφής του επίδικου ακινήτου με τη διαπίστωση ύπαρξης του εγγραπτέου δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, ζήτημα το οποίο αποτελούσε το μοναδικό αντικείμενο της εν λόγω δίκης, δέχθηκε, όπως σαφώς προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της ότι το δικαίωμα αυτό του αναιρεσιβλήτου στηρίζεται σε, παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου, τόσο από τον ίδιο και τον άμεσο δικαιοπάροχό του, αλλά και από τη δικαιοπάροχο του δικαιοπαρόχου του και τους απώτατους δικαιοπαρόχους αυτού δια συνεχούς σειράς μεταβιβαστικών πράξεων (αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, διανομής, κληρονομικών διαδοχών) καθώς και την, επικουρικά, στην με πρωτότυπο τρόπο κτήση της κυριότητας τούτου, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, διότι διέλαβε συγχρόνως στο σκεπτικό της ότι δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος (κυριότητας) του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου με την παραδοχή ότι έναντι τούτου «άλλωστε ο αιτών νεμόμενος το ως άνω ακίνητο, μαζί με τους δικαιοπαρόχους του, καλόπιστα και αδιατάρακτα δυνάμει των προαναφερόμενων τίτλων ιδιοκτησίας τους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003, θεωρείται κύριος τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ίδιου νόμου».

Το δε ως άνω διατακτικό της απόφασης αυτής με το οποίο διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού Γραφείου του Δήμου Αγίας Παρασκευής για το επίδικο, έτσι ώστε αντί της εσφαλμένης εγγραφής «άγνωστου ιδιοκτήτη» να φαίνεται ότι τούτο ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα του αιτούντος Σ.

Σ. καθώς και εγγραφή και καταχώρηση στα ίδια κτηματολογικά βιβλία του δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής επί τούτου, στηρίζεται αυτοτελώς και στις δύο αυτές επάλληλες αιτιολογίες.

[V] Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες, ότι με το να δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο αναιρεσίβλητος νεμόταν το επίδικο ακίνητο μαζί με τους δικαιοπαρόχους του καλόπιστα και αδιατάρακτα, δυνάμει των προαναφερομένων τίτλων ιδιοκτησίας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών μέχρι την έναρξη του ν. 3127/2003 και ως εκ τούτου θεωρείται κύριος αυτού κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 του εν λόγω νόμου παραβίασε τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1042 ΑΚ.

Ειδικότερα, αιτιάται το αναιρεσείον σχετικά με την αποδιδόμενη πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους, αφού δεν διέλαβε στο σκεπτικό του οιαδήποτε αναφορά περί της διενέργειας από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσίβλητου και από τον ίδιο συγκεκριμένων διακατοχικών πράξεων στο επίδικο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα τριάντα ετών πριν από την έναρξη του ν. 3127/2003.

Επίσης σχετικά με την αποδιδόμενη πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, αιτιάται το αναιρεσείον ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης για έλλειψη επαρκών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως προς τη συνδρομή των απαιτούμενων σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω διατάξεις στοιχείων για την απόκτηση κυριότητας ακινήτου.

Συγκεκριμένα, αιτιάται το αναιρεσείον,ότι ενώ, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του ν. 3127/2003 για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου πρέπει να συντρέχουν, μεταξύ άλλων, οι προϋποθέσεις:

α) να πρόκειται περί ακινήτου που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου συμφώνως με την τελευταία (προ της ενάρξεως εφαρμογής του ως άνω νόμου) απογραφή δεν υπερβαίνει τους 2.000 κατοίκους και

β) να έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιατάρακτης νομής επί τριάντα έτη από καλόπιστο νομέα, ο οποίος, χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε κυριότητα, το Εφετείο με την πληττόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με τη συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δηλαδή χωρίς να εξειδικεύει περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της καλής πίστης και χωρίς να «παραθέτει με ποια Υπουργική Απόφαση ή άλλη κανονιστική πράξη, εγκρίθηκε το επικαλούμενο από τον αντίδικο σχέδιο πόλης του Δήμου ... Αττικής, ούτε αναφέρει, ούτε παραθέτει ούτε εξειδικεύεται, αν και από πού προκύπτει ότι το ως άνω επίδικο ακίνητο, εμπίπτει στα όρια της περιοχής που εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης».

Με τους λόγους όμως αυτούς πλήττεται η δεύτερη αιτιολογία της απόφασης, με την οποία κρίθηκε το ουσιαστικώς βάσιμο της αίτησης, που στηρίζεται σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου, (έκτακτη χρησικτησία με βάση τον ως άνω ν. 3172/2003) ενώ οι αιτιολογίες της απόφασης, με τις οποίες κρίθηκε το ουσιαστικώς βάσιμο της αίτησης που στηρίζεται κυρίως σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο και τους δικαιοπαρόχους του, οι οποίες και στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης, δεν πλήττονται με λόγους αναίρεσης Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου είναι, αβάσιμοι και απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.

[VI] Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 177/2015 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το σχετικό αίτημά του μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.04.2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 177/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1η Ιουλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης

αποχωρησάσης από την Υπηρεσία,

η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως

Αρεοπαγίτης Μαρία Μουλιανιτάκη