Legislator Case Law & Legislation
1011/2020 AI generated

1011/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1011/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1011/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κ. όπου το Δικαστήριο μπορεί να ενεργήσει και αυτεπαγγέλτως, αν αντίγραφο της αναιρέσεως δεν κοινοποιηθεί στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και αυτός δεν εμφανισθεί οίκοθεν στη δίκη κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τα άρθρα 111 §2, 159 αρ.2 και 576§2 εδ.β' και παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1543/2010, ΑΠ 413/1999).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1011 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1011/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Η., κατοίκου ..., ως ασκούντος στο παρελθόν τη γονική μέριμνα και την επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας του Ε. Π., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Δέπο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κορίνθου, ως Εισαγγελέως Ανηλίκων, που εδρεύει στο κατάστημα Πρωτοδικών Κορίνθου, εκπροσωπούμενης στην παρούσα δίκη από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που εδρεύει στο κατάστημα του Αρείου Πάγου, 2) Π. Β. του Β., κατοίκου ... και 3) εθελοντικού μη κερδοσκοπικού οργανισμού ειδικής μέριμνας και προστασίας μητέρας και παιδιού με την ονομασία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 3ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευγενία Φωτοπούλου, ενώ οι 1η και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Κοινοποιουμένη η αναίρεση στην: Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας της Π.Ε. Κορινθίας - Τμήμα Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2016 αίτηση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κορίνθου, ως Εισαγγελέως Ανηλίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και επί της οποίας εκδόθηκε η 238/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης.

Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 19-6-2017 αίτηση - κλήση του ήδη αναιρεσείοντος και η ως άνω από 22-12-2016 αίτηση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Κορίνθου συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο και διά των προτάσεων πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 3ου των αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 252/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-12-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και ο 3ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του 3ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ.1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί, ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου, ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση μετά νέα κλήτευση. (ΑΠ 185/2009) Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 23§5 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με τα άρθρα 16§3 του ν. 2331/1995 και 2§2 του ν. 2298/1995 στις συνεδριάσεις των τμημάτων του Αρείου Πάγου που εκδικάζουν πολιτικές υποθέσεις ο Εισαγγελέας παρίσταται μόνο αν είναι διάδικος ή έχει υποβάλλει έως την έναρξη της δικασίμου έγγραφη πρόταση την οποία και αναπτύσσει προφορικά.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 748§2 Κ.Πολ.Δ. αντίγραφο της αίτησης που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας με τη σημείωση για το προσδιορισμό δικασίμου πρέπει να κοινοποιείται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της περιφέρειας του Δικαστηρίου, εκτός άλλων, και στην περίπτωση που ο Εισαγγελέας εμφανίζεται ως διάδικος ή αν το διατάξει ο δικαστής που αναφέρεται στην παράγραφο 1, και κατά τη διάταξη του άρθρου 760 του ίδιου Κώδικα το άρθρο 748 εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα και αντί για τον Εισαγγελέα που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου αυτού καλείται ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου που δικάζει το ένδικο μέσο.

Τέλος κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 573 του ΚΠολΔ. στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση τους Εισαγγελείς όταν έχουν την ιδιότητα του διαδίκου τους εκπροσωπεί ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που εκδόθηκε σε υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας, με διάδικο τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, όπως εκείνη του άρθρου 1532 του Α.

Κ. όπου το Δικαστήριο μπορεί να ενεργήσει και αυτεπαγγέλτως, αν αντίγραφο της αναιρέσεως δεν κοινοποιηθεί στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και αυτός δεν εμφανισθεί οίκοθεν στη δίκη κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τα άρθρα 111 §2, 159 αρ.2 και 576§2 εδ.β' και παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1543/2010, ΑΠ 413/1999).

Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείοντα, εκθέσεις επίδοσης με αριθμούς: α) .../Δ/6.3.2019,... του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κορίνθου Γ. Β., β).../7.3.2019 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αγρινίου Χ. Γ. Ρ. και γ) .../25.2.2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείου Αθηνών Δ.

Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στους πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου και Π.

Β., αντίστοιχα ενώ παράλληλα, για το παραδεκτό της συζήτησης, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, κοινοποιήθηκε νομοτύπως και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, η δε δεύτερη αναιρεσίβλητη δε υπέβαλε ούτε την από το άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο (άρθρ. 573 § 1 ίδιου Κώδικα), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η με αριθμό 252/2018, ανέκκλητη, ως μη υποκείμενη σε έφεση κατά τη διάταξη του άρθρου 47 εδ.α του νόμου 2447/1996, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ), με την οποία, κατά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας της από 22.12.2016 και με αριθμό κατάθεσης .../2017 αίτησης της Εισαγγελέως (Ανηλίκων) Πρωτοδικών Κορίνθου, διατάχθηκε η αφαίρεση της γονικής μέριμνας της ανήλικης γεννημένης χωρίς γάμο των γονέων της και συμβολαιογραφικώς αναγνωρισθείσης της πατρότητάς της, θυγατέρας του ήδη αναιρεσείοντος και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων Ε. Π. και η ανάθεση της άσκησής της αποκλειστικά στον Εθελοντικό Μη Κερδοσκοπικό Οργανισμό (ΕΜΚΟ) με την επωνυμία "...". Αναγκαίως δε με την ως άνω προσβαλλομένη οριστική απόφαση, συμπροσβάλλεται, παρά το ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται ρητώς και κατ αυτής, η με αριθμό 237/2017 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της αρχικής κατά την 22.3.2017 συζήτησης της αίτησης προκειμένου, με επιμέλεια των διαδίκων, να προσέλθει ενώπιον του δικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου και να εξετασθεί, εκπρόσωπος ή εργαζόμενος στον παραπάνω εθελοντικό οργανισμό.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι ή ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος όχι μόνο γενικώς, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικώς, ως προς κάθε ένα λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται τούτο για τη νομιμοποίησή του στην αίτηση αναίρεσης.

Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του αναιρεσείοντος, ο οποίος υφίσταται βλάβη και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας (ΑΠ 126/2020). Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές οι έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του.

Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικο του ,για τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια ευνοϊκή διάταξη. Το έννομο συμφέρον πρέπει να κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 68), εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1415/2019).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως αν ο διάδικος κατά παράβαση του νόμου δικάσθηκε ερήμην, ανεξάρτητα αν η ερημοδικία χαρακτηρίσθηκε ως πραγματική ή πλασματική. Με τον αναιρετικό αυτό λόγο διώκεται η θεραπεία της ακυρότητας, η οποία επήλθε από την προσβολή του δικαιώματος του διαδίκου να διατυπώσει τις απόψεις του ενώπιον του δικαστηρίου, το οποίο καθιερώνεται με τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης του 1950 για τα δικαιώματα του ανθρώπου.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλομΑΠ 2/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την ως άνω ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου απευθυνόμενη ένδικη αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου και υπό την επίκληση της, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα, ακαταλληλότητας των καθών στρέφεται αυτή, ήδη αναιρεσείοντος και δεύτερης αναιρεσίβλητης γονέων της γεννημένης στις 25.2.2008 ανήλικης Ε.

Π., να ασκήσουν την γονική μέριμνα της τελευταίας, ζητήθηκε να αφαιρεθεί απ'αυτούς η άσκησή της και να ανατεθεί στον Εθελοντικό Μη Κερδοσκοπικό Οργανισμό και κατά σύντμηση ΕΜΚΟ, με την επωνυμία "...". Κατά την επαναληπτική γενομένη στις 10.1.2018 συζήτηση της αίτησης δεν παραστάθηκε η εκ των καθών μητέρα της ανήλικης Π.

Β., η οποία δικάστηκε ερήμην, ενώ, από μέρους του ως άνω και ήδη τρίτου των αναιρεσιβλήτων ΕΜΚΟ, ασκήθηκε πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, συνεκδικασθείσα με την αίτηση, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Ως προς τα θέματα αυτά στην προσβαλλομένη επακριβώς αναφέρεται: "Από την προσκομιζόμενη υπ' αρ. ...5.10.2017 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κορίνθου Α.

Π., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην Π. Β. - δεύτερη των καθ' ων. Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Επομένως, αυτή πρέπει να δικαστεί ερήμην", και, "Καθ' όσον αφορά, όμως, την από 10.1.2018 πρόσθετη παρέμβαση, ασκηθείσα δια των προτάσεων κατά την ως άνω δικάσιμο, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του προσθέτως παρεμβαίνοντος. Ειδικότερα, έννομο συμφέρον υπάρχει όταν η συμμετοχή στη δίκη αποσκοπεί στην προστασία δικαιώματος του προσθέτως παρεμβαίνοντος ή στην αποτροπή δημιουργίας νομικής του υποχρεώσεως" Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο και το τρίτο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι από τους αριθμούς 6 και 14 του άρθρου 559 πλημμέλειες αντίστοιχα:

α) της παρά το νόμο εκδίκασης της αίτησης κατά την δικάσιμο της 10.1.2018, ερήμην της πρώτης των καθών, ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και παράλληλα β) της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου της αίτησης, ελλείψει προδικασίας, επειδή η προς την τελευταία επίδοση δεν ήταν έγκυρη. Εξάλλου και με τον δεύτερο μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου αποδίδεται επίσης σ'αυτήν η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 πλημμέλεια υπό την επίκληση της αιτίασης, ότι παρά το νόμο απερρίφθη ως απαράδεκτη η πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε υπέρ της αιτούσας Εισαγγελέως ανηλίκων Κορίνθου για τη βασιμότητα της αίτησης ο ως άνω Εθελοντικός Οργανισμός.

Οι λόγοι αυτοί, ανεξάρτητα από την έλλειψη της βασιμότητάς τους, είναι προεχόντως απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν καθόσον ο αναιρεσείων στερείται αμέσου εννόμου συμφέροντος να επικαλεσθεί: α) την ερημοδικία της δεύτερης των καθών, επειδή η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 6 δεν ιδρύεται, αν αυτός που επικαλείται την ερημοδικία δεν είναι ο διάδικος που ερημοδίκησε, όπως συμβαίνει εν προκειμένω με την ερημοδικήσασα κατά την, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, επαναλαμβανόμενη συζήτηση της αίτησης, πρώτη των καθών και ήδη μη παρισταμένη και κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεύτερη αναιρεσίβλητη, β) την ως προς την ίδια των καθών έλλειψη προδικασίας αλλά και γ) την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης που άσκησε ο παρεμβαίνων και ήδη τρίτος των αναιρεσιβλήτων ΕΜΚΟ υπέρ της βασιμότητας της αίτησης της Εισαγγελέως καθώς, τόσο η αναφερομένη στην πρώτη των καθών Π.

Β. έλλειψη προδικασίας της αίτησης, όσο και η απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης δεν προκαλούν βλάβη, ούτε απειλούν τα έννομα συμφέροντα του δεύτερου των καθών - αναιρεσείοντος εφόσον, η έκβαση της προκειμένης δίκης για την εκ των καθών μητέρα της ανήλικης και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, δεν επηρεάζει το με αυτήν επιδιωκόμενο αποτέλεσμα κατά το μέρος που τον αφορά, ενώ είναι προφανές, ότι η κατά ως άνω απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης, ουδεμία συνεπάγεται για εκείνον βλαπτική συνέπεια, εφόσον ο προσθέτως παρεμβαίνων οργανισμός, σε αντίθεση με τον αναιρεσείοντα, ζητούσε την ουσιαστική παραδοχή της αίτησης.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1532 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 του Ν. 2447/1996 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 22 του Ν. 3346/2005: "1. Αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημα τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σ' αυτό, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας, οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου, ο εισαγγελέας ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο. 2.

Το δικαστήριο μπορεί ιδίως να αφαιρέσει από τον ένα γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας ολικά ή μερικά και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο ή, αν συντρέχουν και στο πρόσωπο αυτού οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, να αναθέσει την πραγματική φροντίδα του τέκνου ή, ακόμη, και την επιμέλεια του ολικά ή μερικά σε τρίτον ή και να διορίσει επίτροπο και 3.

Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου και επίκειται άμεσος κίνδυνος για τη σωματική ή για την προστασία της ψυχική υγεία του τέκνου, ο εισαγγελέας μπορεί να διατάσσει κάθε πρόσφορο μέτρο του, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου, στο οποίο πρέπει να απευθύνεται εντός τριάντα ημερών".

Με το πρώτο μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου ο αναιρεσείων προσάπτει την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενος το Μονομελές Πρωτοδικείο, ότι, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αίτηση της Εισαγγελέως Κορίνθου, για την άσκηση της οποίας (23.12.2016) δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 1532 παρ.3 ΑΚ, προθεσμία των 30 ημερών από την έκδοση της προβλεπόμενης από το ως άνω άρθρο εισαγγελικής διάταξης αφού από την έκδοσή της με αριθμό 50/7.10.2016 Εισαγγελικής διάταξης, με την οποία, λόγω συνδρομής αμέσου κινδύνου για τη σωματική και ψυχική υγεία της ανήλικης, διατάχθηκε ως πρόσφορο μέτρο, προσωρινά η αφαίρεση της γονικής μέριμνας από τους γονείς και ανάθεση της άσκησής της στον ως άνω ΕΜΚΟ, μέχρι την άσκηση της ως άνω αίτησης διέδραμε χρόνος που υπερβαίνει την τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 1532 παρ 3 ΑΚ.

Η ως άνω όμως αιτίαση του αναιρεσείοντος δεν ιδρύει την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 14, διότι η ως άνω τριακονθήμερη προθεσμία αφορά τον χρόνο ισχύος του προσωρινού μέτρου που διατάχθηκε με την ως άνω Εισαγγελική διάταξη και όχι το παραδεκτό της συναφούς με αυτήν αίτησης την οποία, ενεργώντας στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της, άσκησε η Εισαγγελέας Κορίνθου, λαμβανομένου υπόψη, ότι σε κάθε περίπτωση, η κατ'αρθρο 1532 παρ 3 ΑΚ έκδοση της εισαγγελικής διάταξης, δεν συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της ένδικης για την αφαίρεση της γονικής μέριμνας, αίτησης.

Επομένως και ως προς το πρώτο μέρος του, ο ως άνω δεύτερος αναιρετικός λόγος δεν είναι νόμιμος και πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1514 του ΑΚ συνάγεται ότι η γονική μέριμνα, η οποία περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου, την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπησή του σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, ασκείται από τους γονείς του. Είναι δε έννοια ευρύτερη της επιμέλειας, η οποία (επιμέλεια) περιλαμβάνει την ανατροφή, την επίβλεψη, την μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του.

Το άρθρο 1532 ΑΚ ορίζει ότι αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σ' αυτό, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας, οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου, ο εισαγγελέας ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο.

Το Δικαστήριο μπορεί, ιδίως, να αφαιρέσει από τον ένα γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας, εν όλω ή εν μέρει, και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο, ή, αν συντρέχουν και στο πρόσωπο αυτού οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, να αναθέσει την επιμέλεια του τέκνου, εν όλω ή εν μέρει, σε τρίτον, ή να διορίσει επίτροπο.

Από την παραπάνω διάταξη με σαφήνεια προκύπτει ότι το άρθρο 1532 ΑΚ για την αφαίρεση λόγω κακής άσκησης της γονικής μέριμνας θέτει τις εξής προϋποθέσεις διαζευκτικώς, (εναλλακτικώς), διατυπωμένες, δηλαδή, 1) παράβαση καθηκόντων που επιβάλει το λειτούργημα, 2) καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος και 3) αδυναμία ανταπόκρισης σ' αυτό.

Εάν η γονική μέριμνα ανήκει και στους δύο γονείς, αφαιρούμενης της ασκήσεως αυτής από τον ένα, αυτή θα παραμένει μόνο στον άλλο γονέα, βάσει της αρχής του πλήρους δικαιώματος κάθε γονέως ασκήσεως αυτής. Εάν, όμως, οι προϋποθέσεις της κακής ή καταχρηστικής ασκήσεως υπάρχουν και στο πρόσωπο του άλλου γονέως ή μόνο ο ακατάλληλος γονέας είναι στη ζωή ή έχει τη γονική μέριμνα, μπορεί το δικαστήριο να διατάξει την ανάθεση της επιμέλειας ή την άσκηση της γονικής μέριμνας του τέκνου σε τρίτο, ή να διορίσει επίτροπο για τη διοίκηση της περιουσίας αυτού.

Λόγοι που αφορούν την τρίτη των παραπάνω προϋποθέσεων της αδυναμίας ανταπόκρισης στο λειτούργημα είναι, μεταξύ άλλων, η τυχόν ασθένεια που επηρεάζει την ικανότητα προς ανταπόκριση στο λειτούργημα, ο δύστροπος χαρακτήρας, ο ακόλαστος και άσωτος βίος, η ανήθικη και εγκληματική διαγωγή του γονέα. Το Δικαστήριο πρέπει σε κάθε περίπτωση να διαπιστώσει την παράβαση του γονέως ή των γονέων και ότι αυτή επηρεάζει τη σωματική ή ψυχική και ηθική διάπλαση του τέκνου ή τα γεγονότα και τις πράξεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκηση ή τους λόγους αδυναμίας ασκήσεως της γονικής μέριμνας.

Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 1533 ΑΚ η αφαίρεση του συνόλου της επιμέλειας ή της άσκησης της γονικής μέριμνας του προσώπου του τέκνου και από τους δύο γονείς και η ανάθεσή της σε τρίτο διατάσσεται από το Δικαστήριο, μόνο όταν άλλα μέτρα έμειναν χωρίς αποτέλεσμα ή κρίνεται ότι δεν επαρκούν για να αποτρέψουν κίνδυνο της σωματικής, πνευματικής ή ψυχικής υγείας του τέκνου.

Το Δικαστήριο αποφασίζει την ανάθεση σε τρίτο, ύστερα από έλεγχο του ήθους, των βιοτικών συνθηκών και της εν γένει καταλληλότητάς του, στηριζόμενο υποχρεωτικά σε βεβαίωση αρμόδιας υπηρεσίας. Η ανάθεση γίνεται κατά προτίμηση σε συγγενικά πρόσωπα ή σε κατάλληλο ίδρυμα. Από τις ως άνω διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι αν μόνο ο ακατάλληλος γονέας είναι στη ζωή και έχει τη γονική μέριμνα, μπορεί το Δικαστήριο να διατάξει την ανάθεση της επιμέλειας ή της άσκησης της γονικής μέριμνας του τέκνου σε τρίτον.

Η ως άνω ανάθεση γίνεται μετά από έλεγχο του ήθους, των βιοτικών συνθηκών και γενικώς της καταλληλότητας του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία απαραίτητα για την πνευματική και ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου. Ο έλεγχος πρέπει να στηρίζεται υποχρεωτικά σε βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας (ΑΠ577/2014, ΑΠ 99/2014).

Η κατά το άρθρο 1533 παρ. 1 Α.Κ. απαιτούμενη βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας προκειμένου να ανατεθεί σε τρίτο ή κατάλληλο ίδρυμα η άσκηση της επιμέλειας ανηλίκου τέκνου δεν αφορά και Οργανισμούς ή Ιδρύματα, που από το καταστατικό τους έχουν καθήκον να εξυπηρετούν, να περιθάλπουν και να ανατρέφουν τα ανήλικα που βρίσκονται οε κίνδυνο και παρέχουν τα από τη διάταξη αυτή εχέγγυα για το ήθος, την καταλληλότητα κ.λ.π.

για την άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων. Ως παράβαση των καθηκόντων που επιβάλλει στους γονείς το λειτούργημα της γονικής μέριμνας μπορεί να θεωρηθεί οποιαδήποτε συμπεριφορά των γονέων αντίθετη με τις επιταγές των άρθρων που καθορίζουν τις υποχρεώσεις τους, όπως, λόγου χάρη, η ενέργεια πράξεων που αντιστρατεύονται στο συμφέρον του τέκνου, η παραμέληση των ειδικότερων υποχρεώσεων της επιμέλειας, όπως για ένδυση, υπόδηση, μόρφωση, περίθαλψη, ψυχαγωγία κ.λπ.

του τέκνου, η παράβαση της διατροφικής υποχρέωσης έναντι του τέκνου και, γενικά, η αδράνεια των γονέων για τη λήψη μέτρων υπέρ του τελευταίου, όπου είναι αναγκαία η λήψη τους για το συμφέρον του. Το Δικαστήριο πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να διαπιστώσει, με μέτρο κρίσης το οικονομικό, κοινωνικό και πνευματικό επίπεδο των γονέων, την παράβαση του γονέα ή των γονέων και ότι αυτή επηρεάζει τη σωματική ή ψυχική και ηθική διάπλαση του τέκνου ή τα γεγονότα και τις πράξεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκηση ή τους λόγους αδυναμίας άσκησης της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας (ΑΠ 99/2014).

Σε κάθε περίπτωση, η λήψη οποιουδήποτε μέτρου από το Δικαστήριο πρέπει να διαπνέεται από την αρχή της προσφορότητας, δηλαδή της καταλληλότητας του μέτρου για την αποτροπή του κινδύνου, που δημιουργεί η κακή άσκηση της γονικής μέριμνας, προς την οποία συνάπτεται η αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή της αναλογίας του μέτρου προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και της ελάχιστης δυνατής επέμβασης στη σχέση γονέων και τέκνου.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1511 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ συνάγεται ότι όταν το Δικαστήριο αποφασίζει για ζητήματα γονικής μέριμνας, πρέπει να έχει ως αποκλειστικό οδηγό της δικαιοδοτικής του κρίσης το γενικό συμφέρον του ανήλικου τέκνου, σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό και ηθικό. Το συμφέρον αυτό αποτελεί αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, που αντλεί το Δικαστήριο από την κοινωνική πείρα, την κοινή συνείδηση με αντικειμενικά αξιολογικά στοιχεία και εξετάζεται σε συνδυασμό προς όλα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις (ΑΠ 457/2020, ΑΠ 358/2019, ΑΠ 1027/2010).

Επιπροσθέτως, η γονική μέριμνα είναι δικαίωμα και καθήκον των γονέων (λειτουργικό δικαίωμα) να μεριμνούν για το τέκνο, το λειτούργημα δε αυτό, που είναι υποχρεωτικό για τους γονείς, περιλαμβάνει πολλά αυτοτελή δικαιώματα και υποχρεώσεις. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1532 παρ.3, 1533 Α.Κ. 592 παρ.3β και 612 παρ.1 ΚΠολΔ όπως τα τελευταία ισχύουν από 23.7.2015 μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1, άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου, να ρυθμίσει την άσκηση της γονικής μέριμνας τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, πριν από την έκδοση της απόφασής του, ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου, λαμβάνει υπόψη τη γνώμη του.

Για την κρίση του δε αυτή ως προς την ύπαρξη ή μη τέτοιας ωριμότητας, που σχηματίζεται από την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε ειδική αιτιολογία απαιτείται, ούτε αναιρετικός έλεγχος επιτρέπεται, αφού αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγματικού γεγονότος, κατ' άρθρ. 561 ΚΠολΔ (ΑΠ 126/2018, ΑΠ 201/2010).

Κατά το άρθρο δε 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στο Μονομελές πρωτοδικείο η κατά το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι επιδίκασε περισσότερα από όσα με την αίτηση της ως άνω Εισαγγελικής λειτουργού ζητήθηκαν.

Από την ως άνω αίτηση, της οποίας το περιεχόμενο παραδεκτά κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ ο Άρειος Πάγος επισκοπεί, προκύπτει, ότι η τελευταία, υπό την λειτουργική ιδιότητά της ως Εισαγγελέως ανηλίκων, ενεργώντας αυτεπαγγέλτως και με την επίκληση: α) της πλήρους αδιαφορίας της πρώτης των καθών μητέρας για την ανήλικη θυγατέρα της, την οποία από ετών έχει εγκαταλείψει, β) της αναλυτικής παράθεσης στο ιστορικό της περιστατικών τα οποία, αναφερόμενα στη συμπεριφορά και τον τρόπο της προσέγγισής του δευτέρου των καθών πατέρα προς την ανήλικη, την ποιότητα και το ήθος του, προσδιορίζουν επισφαλή για το συμφέρον της την ανάθεση σ'αυτόν της άσκησης της γονικής μέριμνας, επάγεται δε, κατά τα ιστορούμενα, σοβαρό κίνδυνο για τη σωματική, πνευματική και ψυχική υγεία της και γ)της ύπαρξης επιτακτικής ανάγκης να ρυθμιστεί η γονική μέριμνα της ως άνω ανήλικης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1532 επ.

ΑΚ και ειδικότερα "να αφαιρεθεί η άσκηση της γονικής μέριμνας από τους καθών και να ανατεθεί η άσκησή της στην ..., Εθελοντικό μη Κερδοσκοπικό Οργανισμό ειδικής μέριμνας και προστασίας μητέρας και παιδιού - ..." ζήτησε την αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας της ανήλικης από τους καθών γονείς της και την ανάθεση της "επιμέλειάς της" όπως κατά λέξη αναφέρεται στο αιτητικό, στον ως άνω Εθελοντικό Οργανισμό.

Ωστόσο με την ένδικη αίτηση ευκρινώς και σε συνδυασμό με το ιστορικό της υποβλήθηκε ως αίτημα η αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας της ανήλικης Ε. Π. από τους καθών γονείς της και η ανάθεση της εν όλω, (κατά λογική αναγκαιότητα) άσκησής της στον ως άνω ΕΜΚΟ με την επωνυμία "...", χωρίς να ενδιαφέρει η χρήση του αδόκιμου εν προκειμένω όρου της "επιμέλειας" στο αιτητικό, αφού το αίτημα της αφαίρεσης της άσκησης συνολικά της γονικής μέριμνας καθορίζει εν προκειμένω και την έκταση της ανάθεσής της στον προς ον η κοινοποίηση αυτής Οργανισμό (...).

Επομένως ο ως άνω λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση ότι με το αναθέσει εν όλω την άσκηση της γονικής μέριμνας της ανήλικης στην ως άνω ΕΜΚΟ, ενώ με την αίτηση της Εισαγγελέως ανηλίκων ζητήθηκε μόνο η ανάθεση της επιμέλειάς της, επιδίκασε περισσότερα απ όσα ζητηθήκαν, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει ν'απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του αρθρ. 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικό περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν οι ελλείψεις αυτές αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 24/1992), διότι στην τελευταία αυτή περίπτωση, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του αρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η ακυρωτικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα. (ΑΠ 657/2005).

Η έλλειψη δε μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.

Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες", όμως, στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ. ( ΑΠ 1255/2019, ΑΠ 455/2017, ΑΠ 2035/2013).? Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 22.3.2017 και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 238/2017 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πρακτικά, καθώς και στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, την υπ' αριθμ. ....03.2017 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Μ.

Δ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Κορίνθου που επικαλείται και προσκομίζει ο δεύτερος των καθ' ων και η οποία ελήφθη μετά από νόμιμη πριν από δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κλήτευση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών και του εθελοντικού μη κερδοσκοπικού οργανισμού ειδικής μέριμνας και προστασίας μητέρας και παιδιού με την ονομασία "..." (άρθρο 422§1 ΚΠολΔ ως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σε συνδυασμό με άρθρο 741 ΚΠολΔ), την υπ' αριθμ.

…2018 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Β. Μ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Κορίνθου που επικαλείται και προσκομίζει ο δεύτερος των καθ' ων και η οποία ελήφθη κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της αντιδίκου Εισαγγελέως με καταχώριση αυτής στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, από όλα τα έγγραφα που μετ' επικλήσεως προσκομίζονται, μεταξύ των οποίων και οι από 7.05.2015 και εκθέσεις κοινωνικής έρευνας της Ομάδας Προστασίας Ανηλίκων του Δήμου Κορινθίων, αλλά και οι φωτογραφίες που προσκομίζει ο δεύτερος καθ' ου, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444§1γ, 448§2 και 457§4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι καθ' ων, Π. Β. και Α. Π., έχουν αποκτήσει εκτός γάμου δύο τέκνα και δη τον Ε. Π., γεννηθέντα την 24η.07.2000, και την Ε. Π., γεννηθεί σα την 25η.02.2008. Ο Α. Π. έχει αναγνωρίσει εκουσίως αμφότερα τα τέκνα του, και δη τον Ε. δυνάμει της υπ' αριθμ. ...30.03.2001 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ. - Κ. και την Ε.

δυνάμει της υπ' αριθμ. ...11.03.2008 συμβολαιογραφικής πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Λ.. Η μητέρα των τέκνων - πρώτη των καθ' ων τα έχει εγκαταλείψει στη μητέρα της (γιαγιά των τέκνων), Ε. Μ., ήδη από το έτος 2014, διαμένει μόνιμα στο Αγρίνιο, όπου παντρεύτηκε για δεύτερη φορά, και έως και σήμερα παρά την αραιή τηλεφωνική επικοινωνία που έχει με την ανήλικη, δεν έχει εκφράσει την επιθυμία να αναλάβει την επιμέλεια της κόρης της.

Ο πατέρας τους - δεύτερος των καθ' ων μέχρι και το Μάιο του 2016 διέμενε μόνιμα στη Γερμανία, όπου και εργαζόταν. Ωστόσο, είχε εκμισθώσει οικία στην Κόρινθο στην οδό ..., όπου διέμεναν τα τέκνα του με την ως άνω γιαγιά τους από τη μητρική γραμμή και τους συνέδραμε οικονομικά, ενώ επιπρόσθετα είχε προσλάβει τη Μ.

Δ. προκειμένου να βοηθά στις οικιακές εργασίες, στην καθαριότητα, την υγιεινή και το διάβασμα των τέκνων. Ο ίδιος επισκεπτόταν τα τέκνα του τέσσερις (4) φορές το χρόνο, παραμένοντας μαζί τους για διάστημα τριών (3) εβδομάδων κάθε φορά. Η ως άνω γιαγιά των τέκνων ήταν βίαιη απέναντι τους και ιδίως απέναντι στην Ε., ενώ επιπλέον αδιαφορούσε για την υγιεινή και τη διατροφή της.

Μάλιστα τον Οκτώβριο του 2014 είχε συλληφθεί από το Α. Τ. Κορίνθου για σωματικές βλάβες στην ανήλικη εγγονή της. Ο δεύτερος καθ'ου επέστρεψε οριστικά από τη Γερμανία το Μάιο του 2016. Το Σεπτέμβριο του 2016, κατόπιν υποδείξεων της Εισαγγελέως Ανηλίκων Κορίνθου εκμίσθωσε έτερο ακίνητο στην Κόρινθο, επί της οδού ..., με περισσότερους χώρους από το πρώτο και με σκοπό να μείνει ο ίδιος με τα τέκνα του, απομακρύνοντας τη γιαγιά.

Ωστόσο, την 14η.09.2016 υπήρξε ανώνυμη τηλεφωνική καταγγελία στο "Χαμόγελο του Παιδιού" ότι ο δεύτερος των καθ' ων ασκεί σωματική βία στην ανήλικη Ε. και ότι την 12η.09.2016 κλήθηκε το Α.Τ. Κορίνθου μετά από έντονο καβγά. Έτσι, την 7η.10.2016 εξεδόθη η υπ' αριθμ. 50/2016 εισαγγελική διάταξη της Εισαγγελέως Ανηλίκων Κορίνθου, δυνάμει της οποίας την 21η.10.2016 αφαιρέθηκε προσωρινά η άσκηση της γονικής μέριμνας της ανήλικης Ε.

Π. από αμφότερους τους γονείς της και ανατέθηκε προσωρινά στον εθελοντικό μη κερδοσκοπικό οργανισμό ειδικής μέριμνας και προστασίας μητέρας και παιδιού με την ονομασία "...". Ο καθ' ου άσκησε την από 19.12.2016 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί προσωρινής ανάθεσης της επιμέλειας της ανήλικης κόρης του, άλλως επικουρικώς προσωρινής ρύθμισης του δικαιώματος του επικοινωνίας με αυτήν, αιτούμενος και τη χορήγηση προσωρινής διαταγής.

Από τη χορήγηση δε της προσωρινής διαταγής που ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας του μέχρι και το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης επισκέφτηκε δύο φορές τη θυγατέρα του στη Χίο, στις εγκαταστάσεις του ως άνω οργανισμού στον οποίο φιλοξενείται και ειδικότερα την 24.1.2017 και την 24.2.2017. Την 9.3.2017 συζητήθηκε η προαναφερόμενη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του δεύτερου των καθ' ων και εκδόθηκε η υπ' αρ. 145/13.4.2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου - Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων, με την οποία ορίστηκε τηλεφωνική μόνο επικοινωνία με την ανήλικη κάθε Τετάρτη και Κυριακή μεταξύ 6ης και 7ης απογευματινής, διάρκειας 15 λεπτών παρουσία κοινωνικής λειτουργού.

Όσον αφορά τις επισκέψεις του δεύτερου των καθ' ων, παρά τα όσα ο εξετασθείς μάρτυρας κατέθεσε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο της 22ης.3.2017 και την προσκομιδή με επίκληση και έξι (6) φωτογραφιών από την επίσκεψη του δεύτερου καθ' ου στον ως άνω οργανισμό την ημέρα των γενεθλίων της ανήλικης (25 Φεβρουάριου), η από 9-1-2017 κοινωνική έκθεση του οργανισμού "..." αναφέρει ότι στις 24/1/2017 πραγματοποιήθηκε το πρώτο επισκεπτήριο από τον κύριο Α.

Π., παρουσία της κοινωνικής λειτουργού και στον χώρο της κοινωνικής υπηρεσίας όπως ορίστηκε από την Εισαγγελία Κορίνθου. Ο πατέρας της ανήλικης, κατέφθασε στα γραφεία της ..., συνοδεία ενός γνωστού του άντρα, οδηγό ταξί, τον οποίο γνώρισε στη …. Κατά την επίσκεψη, όπως αναφέρει και η δεύτερη μάρτυρας, η οποία ήταν παρούσα στην επίσκεψη αυτή ενώ ο κύριος αυτός δε γνώριζε την ανήλικη και τον πατέρα της, της έλεγε πόσο τυχερή είναι που έχει έναν τόσο καλό πατέρα.

Για το λόγο αυτό ο οδηγός ενημερώθηκε πως δεν έχει τη δυνατότητα να παρευρίσκεται στο επισκεπτήριο και να έχει επαφή με την ανήλικη εφόσον δεν υπάρχει συγγενικός δεσμός μεταξύ τους και ο οργανισμός δεν έχει ενημερωθεί για τη παρουσία του. Ο δε καθ'ου ήταν πολύ εκδηλωτικός απέναντι στο παιδί, έφερε πολλά δώρα (ρούχα, παιχνίδια) προσέφερε στους εργαζομένους μεσημεριανό γεύμα και ρόφημα θέλοντας να δείξει ότι είναι εύπορος, λέγοντας συνεχώς στο παιδί ότι θα την έχει βασίλισσα μόλις επιστρέψει στην οικία τους στη ….

Κατά τη διάρκεια του επισκεπτηρίου, όμως, παρατηρήθηκε ότι μιλούσε συχνά στο κινητό του τηλέφωνο, έβγαινε εκτός του χώρου του γραφείου και κάπνιζε, δίχως να δίνει έμφαση στο πως μπορεί να εκμεταλλευτεί τον χρόνο που του προσφέρεται για να ενισχύσει τον συναισθηματικό του δεσμό με την ανήλικη κόρη του.

Περαιτέρω, στις 24/2/2017 οπότε πραγματοποιήθηκε το δεύτερο επισκεπτήριο του κυρίου Π. με την ανήλικη κόρη του στα γραφεία της ..., ο καθ' ου κατέφθασε ξανά συνοδεία του γνωστού του, οδηγό ταξί, ο οποίος αγκάλιασε και φίλησε την ανήλικη, σα να τη γνώριζε λέγοντας στο παιδί: "δες δεν είσαι σα τα υπόλοιπα παιδιά που μένουν εδώ και δεν έχουν μπαμπά, εσύ έχεις και σου φέρνει δώρα".

Έγινε παρατήρηση, από τη υπηρεσία, τόσο στον οδηγό του ταξί όσο και στον πατέρα που για ακόμη μια φορά, έφερνε αυτόν τον άγνωστο κύριο, εμπλέκοντας τον άμεσα με την ανήλικη κόρη του, δίχως ενημέρωση της υπηρεσίας. Τα δώρα που έφερε ο κύριος Π. για ακόμη μια φορά ήταν πολλά σε σημείο που και η ανήλικη Ε. Π. απόρησε, λέγοντας "δεν είναι ανάγκη να μου φέρνεις τόσα πράγματα, στη …έχω τα πάντα".

Ο δεύτερος των καθ' ων και σε αυτήν την επίσκεψή του, αντί να ενισχύσει θετικά τη σχέση του με την ανήλικη παίζοντας και μιλώντας μαζί της, της έλεγε συνεχώς "είδες πόσα δώρα φέρνει ο μπαμπάς;". Την περισσότερη ώρα του επισκεπτηρίου ο πατέρας για ακόμη μια φορά έβγαινε στο εξωτερικό χώρο του γραφείου όπου κάπνιζε και μιλούσε στο τηλέφωνο, ενώ δε σταματούσε να λέει στην ανήλικη "λίγες μέρες έμειναν κάνε υπομονή".

Στη προσπάθεια της κοινωνικής υπηρεσία για την οριοθέτηση του πατέρα από τη κοινωνική υπηρεσία, λέγοντας του ότι δε λειτουργεί προς όφελος του παιδιού, να δίνει υποσχέσεις που δεν ξέρει αν θα υλοποιηθούν σύντομα, ο κύριος Π. εκνευριζόταν λέγοντάς "πιστεύεις ότι δε θα την πάρω πίσω; Αφού το ξέρω από τώρα ότι σύντομα θα είναι σπίτι μου και πρέπει να το ξέρει".

Η ανήλικη, όμως όπως διαπιστώθηκε από αρμόδιο παιδοψυχίατρο σε προγενέστερο χρόνο, έχει μικρή ανοχή στη ματαίωση και ιδιαιτέρα όταν είχε δηλώσει στο ίδιο το παιδί, ότι θα την επισκεπτόταν στις 4/1/2017 και έπειτα στις 12/1/2017, κάτι το οποίο δε πραγματοποιήθηκε ποτέ, το γεγονός αυτό είχε άσχημες επιπτώσεις στη ψυχολογία του παιδιού και απογοητεύοντας την πολύ.

Στις δε τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον πατέρα της η ανήλικη Ε. Π., δείχνει αγχωμένη κι εκνευρισμένη, όπως επιβεβαίωσε και η δεύτερη μάρτυρας, η οποία είναι παρούσα κατά τις τηλεφωνικές κλήσεις. Τις περισσότερες φορές τον διακόπτει και ζητά να μιλήσει με τον αδελφό της Ε. Π., ο οποίος δε της αναφέρει γεγονότα που την αναστατώνουν, ενώ ο πατέρας της μιλάει για το δωμάτιο που της έχει ετοιμάσει και ότι οι φίλες της από την γειτονιά την ψάχνουν και την αναζητούν σε σημείο που έχουν κάνει και ακόμα διαδήλωση για να γυρίσει Επίσης, συνεχώς λέει στο παιδί "ηρέμησε μη στενοχωριέσαι και ο μπαμπάς κάνει τη δουλειά του".

Πολλές φορές, η Ε. ζητάει την έγκριση του πατέρα της για να βαφτιστεί εφόσον και η ίδια το επιθυμεί αλλά ο κ. Π., της λέει ότι θα βαφτιστεί σύντομα στη … τώρα που θα γυρίσει. Δεν είναι λίγες οι φορές που, η ανήλικη, ρωτάει αν η γιαγιά μένει μαζί τους κι εκείνος απαντάει "όχι κορίτσι μου τελείωσαν αυτά", καθώς πράγματι η μητρική γιαγιά διαμένει σε άλλη οικία, γεγονός που θλίβει την ανήλικη, αφού έχει ιδιαίτερη αδυναμία στην τελευταία.

Επιπλέον, αναφέρεται ότι την 5.1.2018, πραγματοποιήθηκε τηλεφωνική επικοινωνία με τον πατέρα της ανήλικης, κατά τη διάρκεια της οποίας ο πατέρας μετέφερε χαιρετίσματα από τη κα. Β. και το παιδί σαστισμένο είπε "δε τη γνωρίζω ποια είναι αυτή η Β.;", ο πατέρας δεν διευκρίνισε με αποτέλεσμα να ρωτάει το παιδί επίμονα, τη κοινωνική λειτουργό της δομής και η απάντηση, που δόθηκε ήταν ότι θα είναι κάποια κυρία από τη γειτονιά που, ενδιαφέρεται για την πορεία της, και δε θυμάται.

Ο δεύτερος των καθ'ων παραδέχτηκε κατά την εξέτασή του στο ακροατήριο ότι έχει αποκρύψει το γεγονός του γάμου του με τη Β. Μ., και πως θέλει να της το ανακοινώσει σε προσωπική τους επαφή, γεγονός που καταδεικνύει η συμβίωση με ένα νέο άτομο είναι άγνωστο τι συνέπειες μπορεί να έχει στην ανήλικη. Τα όσα η Β.

Μ. καταθέτει στην ένορκη βεβαίωση δεν κρίνονται πειστικά, καθότι έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την κατάθεση της δεύτερης μάρτυρος, η οποία ήταν παρούσα κατά την τηλεφωνική κλήση αυτή. Μετά από κάθε τηλεφωνική επικοινωνία η ανήλικη αγχώνεται, διακατέχεται από θλίψη και όλο αυτό εκδηλώνεται με επιθετική συμπεριφορά, προς τα υπόλοιπα παιδιά.

Πρόκειται, για μια συμπεριφορά που εκδηλώνεται μετά από κάθε τηλεφωνική επικοινωνία του παιδιού ιδιαίτερα με τον πατέρα και την γιαγιά της όπου παρ' όλες τις προσπάθειες οριοθέτησης τους από τη υπηρεσία, δεν ανταποκρίνονται θετικά. Σήμερα, μετά από επίμονη προσπάθεια του εξειδικευμένου προσωπικού της Μονάδας η ανήλικη έχει προσαρμοστεί σε μεγάλο βαθμό και ομαλά στα νέα δεδομένα της ζωή της.

Έχει ηρεμήσει, παρακολουθεί το σχολείο όπου σημειώνει αξιόλογη πρόοδο και έχει διαμορφώσει υγιείς φιλικές σχέσεις με τους συμμαθητές της καθώς και με τα υπόλοιπα παιδιά που διαμένουν στο χωριό παιδικής προστασίας της ... στο ... Μεριμνώντας, για τη ψυχαγωγία και την ομαλή κοινωνική ένταξη των παιδιών, η ανήλικη εντάχθηκε σε δραστηριότητα την οποία επιθυμούσε η ίδια, την ενόργανη γυμναστική, η οποία την έχει βοηθήσει πολύ διότι σύμφωνα με την αρχική της συμπεριφορά φαίνεται να ζούσε στην αδράνεια και να εμφανίζει τρομερή επιθετικότητα.

Επίσης, θα συμμετέχει σε μαθήματα κολύμβησης προκειμένου να βελτιωθεί η ικανότητα της στη κολύμβηση, εφόσον ερχόμενη στη δομή μας, δεν είχε αναπτύξει ακόμα αυτή την ικανότητα συγκεκριμένα, φοβόταν το νερό. Φροντίζοντας για τη ψυχική και σωματική υγεία των παιδιών που διαμένουν στη ..., πραγματοποιούνται συναντήσεις με ψυχολόγο και την ανήλικη, όπου σύμφωνα με την ειδικό παρουσιάζει βελτίωση, όμως κρίνει απαραίτητο να συνεχιστούν οι συνεδρίες, διότι το παιδί είναι επιβαρυμένο ψυχικά.

Όσον αφορά τη μητρική γιαγιά η ανήλικη δείχνει ιδιαίτερα δεμένη συναισθηματικά με αυτήν διότι τον περισσότερο χρόνο τον περνούσε μαζί της και εκείνη είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου τη φροντίδα του παιδιού. Το μόνο συγγενικό πρόσωπο που γνώριζε βασικά στοιχεία για το παιδί (π.χ προσωπικά έγγραφα, εμβόλια, παιδικές ασθένειες, προτιμήσεις του παιδιού), ήταν η γιαγιά και αυτό αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με το ποιος είχε αναλάβει τη φροντίδα της ανήλικης.

Το οικονομικό πρόβλημα που αντιμετώπιζαν ήταν μεγάλο διότι σύμφωνα με τα λεγόμενα της κυρίας Μ. ο πατέρας δεν εργαζόταν και δε συνείσφερε πουθενά οικονομικά κι εκείνη αναγκάζονταν να ζητάει δανεικά από φίλους και γείτονες. Η ανήλικη πραγματοποιεί τηλεφωνική επικοινωνία με τη μητρική γιαγιά της μία φορά στις δεκαπέντε ημέρες, παρουσία της κοινωνικής λειτουργού και αρκετές είναι οι φορές που έχει διακοπεί η επικοινωνία τους λόγω του ότι η κα.

Μ. δεν ανταποκρινόταν θετικά στους κανονισμούς της υπηρεσίας. Εν όψει τωv ανωτέρω, οι καθ'ων μητέρα και πατέρας της ανήλικης κρίνονται ανεπαρκείς για την άσκηση του γονεϊκού ρόλου, αφού παραβαίνουν συστηματικά τα καθήκοντα επιμέλειάς του, που απορρέουν από την ιδιότητά τους αυτή. Ειδικότερα όσον αφορά τον δεύτερο των καθ'ων, η μεταστροφή της εν γένει συμπεριφοράς του πραγματοποιήθηκε κατόπιν επεμβάσεως της Εισαγγελέως Ανηλίκων Κορίνθου και κρίνεται προσχηματική, εφόσον ήδη από το έτος 2014 γνώριζε ότι η μητέρα εγκατέλειψε τα τέκνα τους και ουδεμία προσπάθεια κατέβαλε να αναλάβει από τότε την επιμέλειά τους, μη δίνοντας ενώπιον του ακροατηρίου για ποιο δεν προέβη σε καμία νομική ενέργεια.

Ακόμη και στις επισκέψεις του στη …, όπου φιλοξενείται η ανήλικη, δεν θέλησε να περάσει ποιοτικό χρόνο με την κόρη του, ενώ το περιβάλλον στο οποίο επιθυμεί αυτός να επιστρέψει η ανήλικη κρίνεται δυσμενές για την ψυχολογία της ανήλικης. Ο πατέρας δεν είναι έτοιμος ούτε οικονομικά δεν έχει λάβει σύνταξη ακόμη και τον συνδράμει οικονομικά η Β.

Μ., σύζυγος του, καθώς ούτε ψυχολογικά, αλλά και ούτε ότι επιθυμεί ειλικρινά να αναλάβει τη φροντίδα του τέκνου του, ενώ, κατά την άποψη μας, η επιθυμία του να αναλάβει τη φροντίδα της κόρης του, τη στιγμή που είχε την ευκαιρία να διορθωθεί μετά από τις αλλεπάλληλες παρατηρήσεις της κοινωνικής υπηρεσίας του ...

Το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι ο πατέρας δε μπορεί να προσφέρει ένα ασφαλές περιβάλλον για την ανήλικη, κάτι το οποίο πλέον δεν μπορεί να αντέξει συναισθηματικά και θα οδηγήσει σε ματαίωση της οποιονδήποτε θετικής εξέλιξης είχε μέχρι σήμερα. Όσον αφορά την πρώτη των καθ' ων, η μητέρα της ανήλικης κυρία Π.

Β., όπως η ίδια δήλωσε στην Εισαγγελία Κορίνθου, δεν επιθυμεί να αναλάβει τη φροντίδα της κόρης της, ούτε μας έχει αναφέρει ποτέ ότι είναι διατεθειμένη να πραγματοποιήσει επισκεπτήριο. Ως εκ τούτου, και λαμβανομένου υπόψη του αληθινού συμφέροντος του ανηλίκου τέκνου των καθ'ων η αίτηση, το οποίο επιτάσσει την άμεση και απρόσκοπτη λήψη αποφάσεων σημαντικών για την υγεία, την εκπαίδευση, την περιουσία και τη δικαστική ή εξώδικη εκπροσώπησή του, κρίνεται ότι οι καθ' ων η αίτηση προβαίνουν σε κακή άσκηση της γονικής μέριμνας του τέκνου τους με τη μορφή της αδυναμίας ανταπόκρισης στα καθήκοντα που το λειτούργημα τούτο τους επιβάλλει και συνεπώς είναι απαραίτητη η αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας από αυτούς και η ολική ανάθεσή της στον Εθελοντικό μη κερδοσκοπικό οργανισμό ειδικής μέριμνας και προστασίας μητέρας και παιδιού με την επωνυμία "... ...", στη Χίο.

Λεκτέον, ότι το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση αυτή, χωρίς να πραγματοποιήσει επικοινωνία με την ανήλικη, διότι, κατά την κρίση του, ενόψει του ψυχολογικά επιβαρυμένου παρελθόντος και της εκπεφρασμένης φοβίας για το Δικαστήριο, θα ταραχθεί η έως τώρα πρόοδος της, ενώ τα έγγραφα της δικογραφίας και οι καταθέσεις των μαρτύρων και του διαδίκου στο ακροατήριο κρίνονται επαρκή ώστε το Δικαστήριο να αχθεί σε ασφαλή δικανική πεποίθηση.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ ουσία." Με τις παραδοχές αυτές δεχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμητην αίτηση της Εισαγγελέως και διέταξε την αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας της ανήλικης Ε. Π. από τους καθών γονείς της και με αποκλειστικό κριτήριο το συμφέρον της ανέθεσε την εν όλω άσκησή της στον τρίτο των αναιρεσιβλήτων ΕΜΚΟ.

Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1511, 1532 και 1533 ΑΚ αλλά και την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ την οποία ορθώς δεν εφάρμοσε, διέλαβε δε ως προς τα παραπάνω στην προσβαλλόμενη απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τα ουσιώδη ζητήματα της α) της ακαταλληλότητας του δευτέρου των καθών και αναιρεσείοντος να ανταποκριθεί στην άσκηση της γονικής μέριμνας της εκτός γάμου γεννηθείσας ανήλικης κόρης του και, β) της ανεπάρκειας των μέτρων που λήφθηκαν για την αποτροπή του σοβαρού κινδύνου που διατρέχει η σωματική, πνευματική και ψυχική της υγεία από την σ'αυτόν ανάθεση άσκηση της γονικής μέριμνας και γ) του συμφέροντος της τελευταίας να ανατεθεί η άσκησή της αποκλειστικά στον εθελοντικό ΕΜΚΟ με την επωνυμία "…".

Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δεν περιέχει αιτιολογίες ικανές να θεμελιώσουν την αποδιδομένη σ'αυτόν ανεπάρκεια να ανταποκριθεί στην άσκηση της γονικής μέριμνας, της ανήλικης και ότι δεν διαλαμβάνονται στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλομένης παραδοχές σχετικά με την ύπαρξη μέτρων που του υπέδειξε η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία και τη διαπίστωση της αναποτελεσματικότητάς τους πριν την αφαίρεσή της άσκησης τη απ'αυτόν και την αναθεσή της στον τρίτο αναιρεσίβλητο ΕΜΚΟ είναι αβάσιμες.

Ειδικότερα από το επισκοπούμενο ως άνω περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, προκύπτει ότι σ' αυτήν για το ουσιώδες ζήτημα της κακής από μέρους του αναιρεσείοντος, επιβλαβούς για τα συμφέροντα της ανήλικης άσκησης γονικής μέριμνας, διαλαμβάνονται: α) η από το έτος 2014 εγκατάλειψη της ανήλικης και από τους δυο γονείς, η μέχρι το έτος 2016 αδιαφορία του καθού για μεγάλο χρονικό διάστημα να αναλάβει τα γονεϊκά του καθήκοντα, παρά το ότι γνώριζε ότι η "εν τοις πραγμασι" άσκηση της γονικής μέριμνας από την εκ της μητρικής γραμμής γιαγιά ενείχε σοβαρό κίνδυνο για την σωματική, πνευματική και ψυχική υγεία του τέκνου του (αδιαφορία για την υγιεινή και τη διατροφή της ανήλικης, εκδήλωση βίαιης συμπεριφοράς συχνή σωματική κακοποίηση), β) η κλήση του στο αστυνομικό τμήμα μετά από έντονο καυγά σε συνδυασμό με την ανώνυμη καταγγελία ότι ο ίδιος κακοποιεί σωματικά την ανήλικη και την εξ αυτού του γεγονότος παρέμβαση της Εισαγγελέως ανηλίκων, η οποία, κατόπιν διεξαγωγής κοινωνικής έρευνας διέταξε την απομάκρυνση της ανήλικης από τον καθού, καθώς διαπιστώθηκε ότι ο τρόπος που ασκεί τη γονική μέριμνα δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες που απαιτούνται για την ανατροφή και την σωστή διαπαιδαγώγηση της ανήλικης και συγκεκριμένα κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης δεν διαθέτει ικανότητα και εμπειρία να διαχειριστεί την επιθετικότητα , την ανυπακοή, την έλλειψη πειθαρχίας, την αντικοινωνικότητα, αλλά και την άρνηση στην εκπαίδευση που εκδηλώνει η ανήλικη λόγω των τραυματικών βιωμάτων που μέχρι το έτος 2016, εν απουσία του, υφίστατο, εξ αιτίας της αδιαφορίας του να εξασφαλίσει σ'αυτήν ένα υγιές περιβάλλον διαβίωσης.

Ακόμη διαλαμβάνονται περιστατικά σχετικά με την ακαταλληλότητα του καθού για άσκηση του ως άνω γονεϊκού λειτουργήματος, όπως η έλλειψη συνεργασίας με το εξειδικευμένο προσωπικό που επιδεικνύει ο αναιρεσείων κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας του με την ανήλικη στους χώρους της ΕΜΚΟ, (συνοδευόμενος από άγνωστο άνδρα, η παρουσία και η συμπεριφορά του οποίου κρίθηκε από την αρμόδια για την επίβλεψη της ανήλικης κατά την επικοινωνία με τον πατέρα της κοινωνική λειτουργό, ότι ήταν ανεπίτρεπτη, ενώ θεωρήθηκε και ακατάλληλη γι αυτήν συναναστροφή, σε σχετική δε υπόδειξή της ο αναιρεσείων αρνήθηκε να συμμορφωθεί), η άρνησή του, παρά τις επανειλημμένες υποδείξεις του εξειδικευμένου προσωπικού να οριοθετήσει την συμπεριφορά του και να κατανοήσει τις πραγματικές ανάγκες της ανήλικης, την οποία προσπαθεί να προσελκύσει μόνο με υλικά αγαθά, χωρίς, κατά την ολιγόωρη διάρκεια των συναντήσεών τους στα πλαίσια της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας, να της αφιερώνει ποιοτικό χρόνο, αλλά αντιθέτως αναλώνει χρόνο σε προσωπικές του ανάγκες (τηλεφωνήματα, κάπνισμα).

Τέλος, διαλαμβάνονται παραδοχές, ότι η ανεπάρκειά του για την κατά ως άνω άσκηση γονικής μέριμνας κρίνεται και από τον εκνευρισμό και το άγχος που προκαλείται στην ανήλικη μετά από κάθε τηλεφωνική συνομιλία μαζί του και από το ότι συχνά δεν τηρεί τις υποσχέσεις του απέναντι της, ενώ αποκρύπτει απ' αυτήν σημαντικά γεγονότα που αφορούν την προσωπική του κατάσταση και έχουν σχέση με το περιβάλλον στο οποίο σκοπεύει να την επαναφέρει (έγγαμη συμβίωση με άγνωστη για την ανήλικη γυναίκα), αδιαφορώντας για τις επισημάνσεις των ειδικών ότι τούτο θα έχει δυσμενή επίδραση στο ήδη βεβαρημένη ψυχολογική της κατάσταση.

Παράλληλα και σε αντίθεση με την ανεπάρκεια του δευτέρου να ανταποκριθεί στις ανάγκες της άσκησης της γονικής μέριμνας της ανήλικης κόρης του στην προσβαλλομένη διαλαμβάνονται πλήρεις, εμπεριστατωμένες χωρίς κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες προσδιορίζουν το "συμφέρον" της ανήλικης για την ανάθεση αποκλειστικά της άσκησης της γονικής της μέριμνας στην ως άνω ΕΜΚΟ (συστηματική προσπάθεια του εξειδικευμένου προς τούτο προσωπικού για την αντιμετώπιση της επιθετικότητας της ανήλικης, την απόκτηση υγιούς κοινωνικότητας και φίλων, εξασφάλιση σχολικής εκπαίδευσης, παρακολούθηση ειδικού προγράμματος για την ενίσχυση της σωματικής και ψυχικής της υγείας με ανάλογες της ηλικίας της, εποικοδομητικές δραστηριότητες επιλογής της, τακτική, αναγκαία για την περίπτωσή της, παρακολούθηση από ψυχολόγο), αλλά και παραδοχές που αιτιολογούν ότι η ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας στον αναιρεσείοντα θα επαναφέρει την ανήλικη σε κατάσταση ανασφάλειας και θα ματαιώσει οποιαδήποτε θετική εξέλιξη έχει επέλθει στην ψυχική της ισορροπία κα την πνευματική της ανάπτυξη.

Οι επιπλέον προβαλλόμενες αιτιάσεις, περί του ότι οι διαλαμβανόμενες παραδοχές στην προσβαλλομένη για την ανεπάρκεια του αναιρεσείοντος να ασκήσει τη γονική μέριμνα στηρίζονται σε εσφαλμένες εκτιμήσεις της κοινωνικής υπηρεσίας για το πρόσωπο του και τις αντιδράσεις της ανήλικης κατά την τηλεφωνική επικοινωνία τους, όπως και οι επικαλούμενες με το πρώτο μέρος του πέμπτου αναιρετικού λόγου αιτιάσεις ότι η αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας της θυγατέρας του από εκείνον και η ανάθεσή της στον ως άνω ΕΜΚΟ δεν αποτελεί αναλογικό και πρόσφορο μέτρο, καθώς δεν εξακριβώθηκε από μέρους του κακή άσκηση αυτής και πάντως, όσα του καταλογίζουν δεν τον καθιστούν ακατάλληλο, αλλά, αντιθέτως, εκείνος λόγω της πατρικής του ιδιότητας και εφόσον ως άτομο δεν χαρακτηρίζεται από αρνητικές ιδιότητες και ουδέποτε ως πολίτης έχει επιδείξει παραβατική συμπεριφορά παρέχει περισσότερα εχέγγυα απ' ότι η ως άνω ΕΜΚΟ για την προς το συμφέρον του τέκνου άσκησή της, είναι απαράδεκτες διότι, ενόψει των ως άνω παραδοχών της προσβαλλομένης, δεν συνιστούν ελλείψεις, ούτε δημιουργούν αντιφάσεις, αλλά αναφέρονται στην κατ' εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων παραδοχή από το δικαστήριο της ουσίας περιστατικών διαφορετικών απ' αυτά που υποστηρίζουν την εκδοχή του αναιρεσείοντος, συνέχονται δε με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, με τις οποίες υπό την επίκληση των προβαλλόμενων πλημμελειών της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα του Δικαστηρίου ουσίας.

Επομένως ο τέταρτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του πρώτου μέρους (υπό στοιχ. Α δικογρ. αναίρεσης), το τρίτο και τέταρτο σκέλη του δευτέρου μέρους αυτού (υπό στοιχ. Βγ και Βδ δικογράφου αναίρεσης) στα οποία, εκτός από την επικαλούμενη πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσιδιάζει κατ'εκτίμηση και η από τον αριθμό 1 πλημμέλεια του ίδιου άρθρου και ο πέμπτος από τον αριθμό 1 και κατ'εκτίμηση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμοι και απαράδεκτοι κατά τις παραπάνω διακρίσεις.

Περαιτέρω όσον αφορά της λοιπές αιτιάσεις που ο αναιρεσείων προβάλλει με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο είναι απαράδεκτες διότι δεν ιδρύουν την εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα α) η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη παραθέτει απευθείας ελάσσονα συλλογισμό χωρίς μείζονα σκέψη για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, τις οποίες ουδόλως αναφέρει, είναι απαράδεκτη διότι, σύμφωνα με όσα, μεταξύ άλλων εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η παράλειψη παράθεσης των διατάξεων στις οποίες στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την προσβαλλομένη απόφαση αναιρετέα, πλέον δε τούτου και διότι στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της συμπροσβαλλομένης με αριθμό 238/2017,μη οριστικής απόφασης, την οποία εξέδωσε το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, κατά την αρχική συζήτηση της αίτησης διατάσσοντας την επανάληψή της, αναφέρει τις παραπάνω διατάξεις για τη νομική βασιμότητα της αίτησης, τις οποίες δεν ήταν αναγκαίο να παραθέσει και η προσβαλλομένη οριστική απόφαση προβαίνοντας εκ νέου την διάγνωση της νομικής βασιμότητας της αίτησης, εφόσον η επαναλαμβανόμενη συζήτηση, θεωρείται κατ' άρθρο 254 παρ1 εδ.γ.

ΚΠολΔ συνέχεια της προηγούμενης, β) η προβαλλόμενη με το πρώτο σκέλος του δευτέρου μέρους (στοιχ.Βα) αιτίαση ότι μεταξύ της απόρριψης από την προσβαλλομένη ως απαράδεκτης της πρόσθετης παρέμβασης που άσκησε η ως άνω ΕΜΚΟ και του διατακτικού της συμπροσβαλλομένης με αριθμό 238/2017 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσέλθει και να εξετασθεί εκπρόσωπος ή εργαζόμενος στην ως άνω ΜΚΟ, δημιουργείται αντίφαση, είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα σχετικά εκτέθηκαν για την απόρριψη του δεύτερου μέρους του δεύτερου αναιρετικού λόγου αλλά και διότι δεν αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και γ)τέλος, η αιτίαση που προβάλλει με το δεύτερο σκέλος του ίδιου τμήματος του λόγου αυτού (υπό στοιχ.Ββ), ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο εσφαλμένα δεν ζήτησε τη γνώμη του τέκνου είναι απαράδεκτη, διότι, σύμφωνα με όσα μεταξύ άλλων αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη, το δικαστήριο τότε μόνο οφείλει να ζητήσει και να συνεκτιμήσει τη γνώμη του τέκνου, εάν κρίνει ότι έχει την απαιτούμενη ωριμότητα (άρθρα 1532 παρ.3,1533, ΑΚ σε συνδ.με, 592 παρ.3β και 612 παρ.1 ΚΠολΔ,), η σιωπηρή δε απόρριψη στην προκειμένη περίπτωση από το δικαστήριο της ουσίας του σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος, ως αποτελούσα εκτίμηση πραγματικών περιστατικών ως προς την ωριμότητα της ανήλικης, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικά μόνον αν αυτά αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ), με την έννοια της εξειδικεύσεως αόριστων νομικών εννοιών ή της υπαγωγής σε αυτούς πραγματικών περιστατικών, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών και συνδέονται με την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως ο πέμπτος αναιρετικός λόγος με το δεύτερο μέρος του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμοί β του άρθρου559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση, ότι το δίκασαν Δικαστήριο της ουσίας πλημμελώς εφάρμοσε τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής καταλήγοντας στο εσφαλμένο πόρισμα, ότι πλέον πρόσφορο μέτρο για το συμφέρον της ανήλικης αποτελεί η ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας στην ως άνω ΕΜΚΟ, είναι απαράδεκτος, αφού η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων που στοιχειοθετούν την προσφορότητα του μέτρου της ανάθεσης της γονικής μέριμνας στην ΕΜΚΟ και όχι στην ερμηνεία των εφαρμοστέων εδώ, όπως συνάγεται, κανόνων δικαίου των άρθρων 1532 και 1533 ΑΚ αλλά και του μη εφαρμοσθέντος κανόνος άρθρου 281ΑΚ.

Κατά συνέπεια και κατά το τμήμα αυτό ο πέμπτος λόγοο αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 42/2002).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1199/2018).

Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της, το Μονομελές Πρωτοδικείο βεβαιώνει ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζονται και από τις δύο πλευρές. Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη του όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι την από 20.12.2016 μήνυση που υπέβαλλε σε βάρος της Ε.

Μ. και την αίτησή του στην Εισαγγελία Πρωτοδικών για ακούσια νοσηλεία της τελευταίας, τις χειρόγραφες έγχρωμες απεικονίσεις (ζωγραφιές) της ανήλικης προς αυτόν και τον αδελφό της, τη με αριθμό την με αριθμό ....03.2017 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Μ. Δ. που λήφθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Κορίνθου, την περιεχόμενη στα ταυτάριθμα με την μη οριστική με αριθμό 238/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης Γ.Σ.

και τέλος τις περιεχόμενες στα ταυτάριθμα με την προσβαλλομένη πρακτικά καταθέσεις και της κοινωνικής λειτουργού του τμήματος κοινωνικής προστασίας Κορίνθου και της κοινωνικής λειτουργού του ως άνω ΕΜΚΟ αντίστοιχα Α. Σ. και Ά. - Μ. Π., και. αφού τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, περί του αντιθέτου έκτος λόγος της αναιρετικής αιτήσεως, είναι αβάσιμος. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, οι προβαλλόμενες με τον ερευνώμενο λόγο επιπλέον αιτιάσεις, ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, υπό την επίκληση της ως άνω αποδιδόμενης αναιρετικής πλημμέλειας, απαραδέκτως πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το αρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Ο κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα (Ολομ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 677/2019, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1004/2015).

Με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου κατά το τελευταίο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους, νομίμως προβληθέντες με τις από 22.3.2017 και 10.1.2015 προτάσεις που κατέθεσε κατά τις ενώπιον του συζητήσεις, ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ότι διαμένει με τη νέα του σύζυγο και το γιο του και διαθέτει όλες εκείνες τις ιδιότητες που πρέπει να έχει ο γονέας που ασκεί τη γονική μέριμνα και συγκεκριμένα σταθερό μηνιαίο εισόδημα από τη σύνταξή του, τραπεζικές καταθέσεις που του επιτρέπουν να προσφέρει τα τέκνα του οικονομικά άνετη διαβίωση, είναι υγιής, διάγει ήρεμη ζωή δεν έχει εξάρτηση από ουσίες, δεν εκδηλώνει παραβατική συμπεριφορά και τέλος, παρέχει σ'αυτά ιδιωτική ιατρική ασφάλιση. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι οι ως άνω "ισχυρισμοί" δεν αποτελούν πράγμα κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά συνιστούν επιχειρήματα συναγόμενα από τις αποδείξεις για την αντίκρουση του βασικού ισχυρισμού στον οποίο στηρίχθηκε η ένδικη αίτηση της Εισαγγελέως ανηλίκων ότι είναι ακατάλληλος για την άσκηση του λειτουργήματος της γονικής μέριμνας της ανήλικης κόρης του.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου θεμελιώνεται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ ΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξ αιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός στην περίπτωση, που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία όμως δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολομ.

ΑΠ 2/2008 ΑΠ 1250/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον όγδοο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμόρφωσης των προσκομιζόμενων με επίκληση ενώπιον του δικαστηρίου εγγράφων α) της από 22.7.2016 παιδοψυχιατρικής έκθεσης της ψυχιάτρου του ΓΝ Αργολίδας Α. - Κ.

Π., στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι η "Ε. δεν παρουσιάζει ψυχιατρική νόσο", β)της από 17.10.2017 ιατρικής βεβαίωσης - γνωμάτευσης του παιδοψυχιάτρου Επιμελητή Β στο ΓΝ Χίου Γ. Π., στην οποία αναφέρει "μικρή ανοχή στην ματαίωση των επισκέψεών" (του καθού) γ) του κοινωνικού ιστορικού της ... στις περικοπές "η όλη ευθύνη της ανατροφής των παιδιών της έχει, αποδοθεί στην ηλικιωμένη μητέρα της και τον πατέρα των παιδιών της".....και παρακάτω "του πατέρα ή του αδελφού της οι οποίοι μεταξύ τους διατηρούν καλές σχέσεις", δ) της έκθεσης κοινωνικής έρευνας της ...

η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει "παράλληλα ο πατέρας των παιδιών... μας δήλωσε ότι διαμένει προσωρινά στη Γερμανία και ότι ο ίδιος στηρίζει οικονομικά την οικογένεια.... αφού ο ίδιος το Πάσχα όπου θα επιστρέψει από τη Γερμανία θα αναλάβει να πάρει τα παιδιά κοντά του" ε)της από 3.2.2017 κοινωνικής έκθεσης της ...

σε περικοπές της οποίας αναφέρεται "στις 3.2.2017 επισκεφτήκαμε εκ νέου την οικία και συναντηθήκαμε με τον κο Π. Α.. Η οικία στο εσωτερικό της παρέμεινε στην ίδια καλή κατάσταση υγιεινής και καθαριότητας.....και κατωτέρω "στη Χίο για να δει την Ε., ενώ έχει καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της". Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει, ότι το άνω Δικαστήριο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος ότι ο αναιρεσείων είναι ακατάλληλος για την άσκηση του λειτουργήματος της γονικής μέριμνας της ανήλικης κόρης του και αναφορικά με το γεγονός ότι ανήλικη εκδηλώνει άγχος και εκνευρισμό όταν επικοινωνεί τηλεφωνικά με τον πατέρα της, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων, αλλά απέδωσε σ' αυτά νόημα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, για το ίδιο περιστατικό, πλήττοντας όμως έτσι απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με τα παραπάνω έγγραφα.

Επομένως, οι λόγος αυτός της αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Μετά από αυτά και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί κατά την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.

ε' του ΚΠολΔ), ο δε αναιρεσείων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου τρίτου αναιρεσίβλητου Εθελοντικού Μη Κερδοσκοπικού Οργανισμού (ΕΜΚΟ) με την επωνυμία "..." που κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και, συνεπώς, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

Μετά από αυτά και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί κατά την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ), ο δε αναιρεσείων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου τρίτου των αναιρεσιβλήτων Εθελοντικού Μη Κερδοσκοπικού Οργανισμού (ΕΜΚΟ) με την επωνυμία "..." που κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και, συνεπώς, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από 13.12.2018 και με αριθμό καταθ.255/2018 αίτηση για την αναίρεση της προσβαλλομένης με αριθμό 252/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παριστάμενου τρίτου των αναιρεσιβλήτων Εθελοντικού Μη Κερδοσκοπικού Οργανισμού (ΕΜΚΟ) με την επωνυμία "..." τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ