Supreme Court dismisses appeal on inheritance and contract validity grounds regarding property ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding inheritance and property rights. The appellant argued that the lower court erred in accepting a sale of foreign property without full ownership and failed to prove a loan contract between relatives. The court rejected these claims, noting the lower court correctly applied civil code provisions on inheritance and contract validity based on available evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1045, 787, 980, 981, 982, 994 of the Civil Code; Article 559(10) of the Code of Civil Procedure: A co-heir holding the whole of a common thing is deemed to own it for all others and cannot oppose a prescriptive action before declaring their will to allocate a larger share; an appeal based on admitting facts without proof is inadmissible if the lower court relied on admitted evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1011 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1011 /2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Ν. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Δαμάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Σ. χήρας Α. Χ., το γένος Σ. Ε., κατοίκου ..., 2) Ε. συζ. Μ. Γ., το γένος Σ. Ε., κατοίκου ..., 3) Σ. χήρας Γ. Ε., το γένος Π. Π., 4) Κ. Ε. του Γ., κατοίκων ... και 5) Ι. Ε. του Γ., συζ. Ν. - Ν. Κ., κατοίκου ... . Οι 1η, 3η, 4η και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κόφτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και η 2η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/1/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3572/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2128/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/2/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 26/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη Γ10763/1-4-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με την υπ' αυτήν πράξη ορισμού της αναφερομένης στην αρχή της αποφάσεως δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατ' αυτήν επιδόθηκε, με επίσπευση της αναιρεσείουσας, νομοτύπως και εμπροθέσμως στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, η οποία δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2, 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της, ως εάν ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1045, 787, 980, 981, 982 επ και 994 ΑΚ, οι οποίες για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζονται και επί κληρονομιαίων ακινήτων, συνάγεται ότι ο συγκληρονόμος, που κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, λογίζεται νεμόμενος αυτό στο όνομα και των λοιπών συγκληρονόμων και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, πριν καταστήσει σ' αυτούς γνωστή τη βούλησή του, με οποιονδήποτε τρόπο, να νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό. Η αρχή όμως αυτή, προϋποθέτουσα νομίμως υφισταμένη κοινωνία κληρονομικού δικαιώματος κατά το χρόνο έναρξης της νομής εκ μέρους ενός από τους συγκοινωνούς, που προβάλλει την κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, δεν εφαρμόζεται όταν οι κοινωνοί, που δεν βρίσκονται στην κατοχή του επικοίνου, εξωτερικεύσουν τη βούλησή τους να μην είναι συννομείς τούτου. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 239, 513 επ., 1033, 1191 ΑΚ προκύπτει ότι η πώληση ξένου ακινήτου είναι έγκυρη, δηλαδή μόνη η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης πώλησης. Έναντι όμως του αληθούς κυρίου δεν είναι ισχυρή η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, καθόσον για την μεταβίβαση αυτή απαιτείται (άρθρο 1033 ΑΚ) , αυτός που μεταβιβάζει να είναι κύριος.
Συνεπώς, εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάσθηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάστηκε από μη κύριο Ο αληθής κύριος, στην περίπτωση μεταβιβάσεως ακινήτου με συμβολαιογραφικό έγγραφο, προστατεύεται με την διεκδικητική αγωγή, την οποία όμως, εφόσον αυτό νέμεται ή κατέχει αποκλειστικά ο αγοραστής, μπορεί να στρέψει μόνον κατ ' αυτού.
Παράλληλα, έχει την δυνατότητα να σωρεύσει και αγωγή, με την οποία δεν μπορεί να ζητηθεί η ακυρότητα της συμβάσεως πωλήσεως του ακινήτου, λόγω ελλείψεως κυριότητας του πωλητή, αφού, αυτή είναι έγκυρη, αλλά μπορεί να ζητηθεί να αναγνωρισθεί ότι ο μεν πωλητής δεν ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε, ο δε αγοραστής, λόγω της ελλείψεως αυτής του πωλητή, δεν έγινε κύριος του μεταβιβασθέντος.
Πρόκειται δηλαδή για αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ.), με την αρνητική της μορφή, ήτοι της αναγνώρισης της ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας του εναγομένου στο επίδικο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το προβαλλόμενος με την αγωγή αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή τους, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσον.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../23-3-1976 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, ... που μεταγράφηκε νόμιμα ...
περιήλθε κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής στον Β. Ε., ο οποίος απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη στις 14-8-2001, ένα διαμέρισμα, με αριθμό (5), που βρίσκεται στον τέταρτο όροφο της οικοδομής επί της οδού ..., αριθμ. 50, ... . Ο Β. Ε. κατέλειπε κατά τον άνω χρόνο του θανάτου του μόνους πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, την σύζυγό του, Σ.
Ε., (δικαιοπάροχο εναγομένης) και τα αδέλφια του, Σ. χήρα Α. Χ., (1η ενάγουσα), Ε. συζ. Μ. Γ., (2η ενάγουσα) και Γ. Ε., ο οποίος απεβίωσε στις 14-8-2001 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την σύζυγό του, Σ. Ε., (3η ενάγουσα) και τις κόρες του Κ. Ε. (4η ενάγουσα) και Ι. συζ. Ν.-Ν. Κ. (5η ενάγουσα)". Μετά το θάνατο του Β. Ε., τα προαναφερθέντα αδέλφια του, μετά από συμφωνία με την σύζυγό του, Σ., άφησαν την τελευταία να διαμένει στο διαμέρισμα, άνευ καταβολής κάποιου ανταλλάγματος, καταρτίζοντας κατά τον τρόπο αυτό μαζί της, σύμβαση χρησιδανείου.
Το παραπάνω διαμέρισμα είχε αγορασθεί με δάνειο, που είχε συνάψει το έτος 1976 ο άνω αποβιώσας με την Εθνική Κτηματική Τράπεζα, και κατά τον χρόνο του θανάτου του (1982) δεν είχε ακόμη εξοφληθεί. Η σύζυγός του, η οποία συνέχισε να διαμένει στο ανωτέρω διαμέρισμα μέχρι το θάνατό της, εξόφλησε τελικώς το εν λόγω δάνειο το έτος 2004, καταβάλλοντας όλες τις υπολειπόμενες δόσεις γι' αυτό και η Εθνική Κτηματική Τράπεζα συνήνεσε στην άρση υποθήκης, που είχε εγγραφεί προς εξασφάλιση της απαίτησης από την δανειακή σύμβαση.
Παρέμεινε, επομένως, στη νομή του ακινήτου για διάστημα πέραν της εικοσαετίας, καταβάλλοντας μάλιστα και όλες τις σχετικές με την ιδιοκτησία δαπάνες, όπως το τέλος ακίνητης περιουσίας (Τ.Α.Π.) και δημοτικά τέλη στον Δήμο Θεσσαλονίκης, πλην όμως δεν κατέστη κυρία ολοκλήρου του άνω διαμερίσματος ήτοι και του 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστού, που δυνάμει κληρονομικής διαδοχής περιήλθε, κατά τα ανωτέρω, στις ενάγουσες-συννομείς της, αφού ουδέποτε γνωστοποίησε στην 1η και 2η εξ αυτών καθώς και στον δικαιοπάροχο των 3ης, 4ης και 5ης των εναγουσών, Γ.
Ε., και μετά τον θάνατο εκείνου, στις τελευταίες ότι νέμεται αποκλειστικά για τον εαυτό της, ως κυρία, ολόκληρο το άνω ακίνητο, ούτε είχε περιέλθει σε γνώση των εναγουσών ότι νέμεται το επίδικο διαμέρισμα και κατά τα επ' αυτού δικά τους κληρονομιαία ιδανικά μερίδια, διότι μετά τον θάνατο του συζύγου της ελάχιστες επαφές και δη μόνον τηλεφωνικές διατηρούσε με τα αδέλφια τους λοιπούς συγκληρονόμους, τους οποίους ουδέποτε ενημέρωσε για τα βάρη του ακινήτου, ούτε και οι τελευταίου αποδείχθηκε ότι είχαν εκφράσει με οποιοδήποτε τρόπο την βούλησή τους να μην είναι συννομείς του, κατά τα παραπάνω κληρονομικά τους μερίδια, εμμένοντες στην ατύπως καταρτισθείσα μεταξύ αυτών και της νύφης τους, σύμβαση χρησιδανείου, την οποία μέχρι τον θάνατό της δεν αποδείχθηκε ότι κατήγγειλαν άλλα θεωρούσαν ισχυρή.
Από το γεγονός ότι η προαναφερόμενη σύζυγος του κοινού δικαιοπαρόχου των εναγουσών κατέβαλε αποκλειστικά μόνον αυτή τα βάρη του επιδίκου διαμερίσματος (εξόφληση δανείου, άρση προσημείωσης, καταβολή τελών) στο οποίο και διέμενε, συνάγεται μεν βούλησή της να νέμεται αυτό ολόκληρο, με διάνοια κυρίας, πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, την βούλησή της αυτή ούτε ρητώς ούτε σιωπηρά γνωστοποίησε στους λοιπούς συγκληρονόμους, οι οποίοι, μη λαβόντες γνώση με οποιοδήποτε τρόπο της ανωτέρω προθέσεώς της, δεν απώλεσαν την επί του επιδίκου ακινήτου συννομή τους, την οποία η Σ.
Ε., σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, ασκούσε από τον θάνατο του συζύγου της, επ' ονόματι και για λογαριασμό τους, χωρίς να γίνει κυρία με έκτακτη χρησικτησία και των δικών τους κληρονομικών μεριδίων ... . Αντίθετο συμπέρασμα ότι δηλαδή οι ενάγουσες είχαν εκφράσει με οποιοδήποτε τρόπο την βούλησή τους να μην είναι συννομείς του επιδίκου ακινήτου, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, δεν μπορεί να συναχθεί από την έλλειψη στενών προσωπικών επαφών τους με τη Σ.
Ε., μετά τον θάνατο του συζύγου της καθώς και από τη μη συμμετοχή τους στα βάρη του κληρονομιαίου ακινήτου, διότι όπως προαναφέρθηκε, ουδέποτε ενημερώθηκαν για αυτά από την νύφη τους, Σ., η οποία ήταν η μόνη, πως ως ένοικος του κληρονομιαίου διαμερίσματος, λάμβανε γνώση τούτων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. .../18-7-2007 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου ... , η προαναφερόμενη σύζυγος του Β.
Ε. αποδέχθηκε το καταληφθέν σ' αυτήν ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του άνω διαμερίσματος, και επικαλούμενη περαιτέρω κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία και του υπολοίπου ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου, με το ... συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα μεταβίβασε, κατά ψιλή κυριότητα, ολόκληρο τα ανωτέρω διαμέρισμα στην εναγομένη - ανιψιά της (θυγατέρα του αδελφού της) , παρακρατώντας εφ' όρου ζωής το δικαίωμα επικαρπίας.
Με την μεταβίβαση όμως αυτή, δεν απέκτησε η εναγομένη, μετά τον θάνατο της δικαιοπαρόχου θείας της, την κυριότητα ολοκλήρου του επιδίκου, αφού ούτε η δικαιοπάροχος της, Σ. Ε., είχε αποκτήσει τούτο κατά κυριότητα και μάλιστα κατά το υπόλοιπο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία, απορριπτόμενης ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της ενστάσεως ιδία κυριότητας, πού πρωτοδίκως προέβαλε η εναγομένη.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι με την γενομένη με το προαναφερόμενο συμβόλαιο μεταβίβαση προσβάλλεται το επί του επιδίκου δικαίωμα συγκυριότητας των λοιπών συγκληρονόμων - εναγουσών, οι οποίες έχουν έννομο συμφέρον προς αναγνώριση της επ' αυτού συγκυριότητας τους και απόδοση του από την εναγομένη, κατά το ανωτέρω ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, το οποίο αποδέχθηκαν και ειδικότερα οι πρώτη και δεύτερη των εναγουσών, κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία, με την .../2009 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, πού συντάχθηκε ενώπιον της συμβ/φου Θεσ/νίκης Ευαγγελίας Κούρη-Κομνηνού και μεταγράφηκε νόμιμα ..., και τέλος οι τρίτη, τέταρτη και πέμπτη εξ αυτών, με την υπ' αριθμ. .../2009 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που συντάχθηκε ενώπιον της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου και μεταγράφηκε νόμιμα ..., αποδέχθηκαν, κατά ποσοστό 2/8, 3/8 και 3/8 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία αντίστοιχα, την κληρονομία του μεταποβιώσαντα συζύγου και πατέρα τους, Γ.
Ε., στην οποία περιλαμβανόταν και το ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου επί του άνω διαμερίσματος, το οποίο (ποσοστό) αποδέχθηκαν με την ίδια δήλωση για λογαριασμό του". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγουσες-αναιρεσίβλητες κατέστησαν συγκυρίες του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικού κυρίου αυτού, την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκαν και μετέγραψαν τη σχετική δήλωση αποδοχής.
Ότι συγκυρία κατά το υπόλοιπο 1/2 κατέστη η αναιρεσείουσα παραγώγως, λόγω δωρεάς από τη σύζυγο του κληρονομουμένου, που καταρτίσθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο το οποίο μεταγράφηκε νομοτύπως, η οποία είχε αποκτήσει παραγώγως την κυριότητα αυτού κατά το παραπάνω ιδανικό μερίδιο, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του τελευταίου, την κληρονομία του οποίου είχε αποδεχθεί και μεταγράψει τη σχετική δήλωση αποδοχής, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της (αναιρεσείουσας) ότι κατέστη αυτή ως δωρεοδόχος, με τον παραπάνω τίτλο, αποκλειστική κυρία του επιδίκου, επειδή και η δικαιοπάροχός της ήταν κυρία αυτού και κατά το υπόλοιπο 1/2, δικαίωμα που απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, αφού, δέχθηκε το Εφετείο, η συγκληρονόμος δωρήτρια, που κατείχε το επίδικο μέχρι το θάνατό της, στα πλαίσια σύμβασης χρησιδανείου που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτής και των λοιπών (συγκληρονόμων), ουδέποτε γνωστοποίησε στις αναιρεσίβλητες τη βούλησή της να νέμεται αποκλειστικά το επίκοινο ακίνητο για λογαριασμό της, ούτε ότι οι τελευταίες εκδήλωσαν τη βούλησή τους να μην είναι συννομείς αυτού.
Ακολούθως δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, στο δικόγραφο της οποίας σωρευόταν, διεκδικητική, περί διανομής επικοίνου ακινήτου και ακύρωσης του παραπάνω δωρητηρίου συμβολαίου κατά το μέρος που αφορούσε τη μεταβίβαση της κυριότητας αυτού πλέον του 1/2 εξ αδιαιρέτου λόγω ελλείψεως κατά το ιδανικό τούτο μερίδιο της κυριότητας της δωρήτριας και την έφεση τους και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 980, 981, 982, 984, 994 ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.
Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, καθώς και την από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης με έκτακτη χρησικτησία του περιελθόντος λόγω κληρονομικής διαδοχής στις αναιρεσίβλητες ιδανικού μεριδίου του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου από τη δικαιοπάροχό της είναι αβάσιμα.
Περαιτέρω με τους πρώτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση του αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι ακόλουθες αιτιάσεις 1) με τον πρώτο λόγο της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1045, 980, 981, 982, 984, 994 ΑΚ καθ' όσον ενώ από τα επικληθέντα και προσαχθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα αποδεικνυόταν ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην κυριότητα του συζύγου της δικαιοπαρόχου της ο οποίος το αγόρασε με συμβόλαιο που μεταγράφηκε και έλαβε δάνειο από την Κτηματική Τράπεζα για την εξόφληση του τιμήματος, το πραγματικό ποσόν του οποίου ήταν μεγαλύτερο από το αναγραφόμενο στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και το οποίο πλέον του ποσού του δανείου τίμημα κατέβαλε η ίδια (δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας), όπως και εξόφλησε η ίδια το ποσόν του δανείου μετά τον αιφνίδιο θάνατο του δανειολήπτη συζύγου της, η οποία διέμενε στο επίδικο ακίνητο και νεμόταν τούτο με διάνοια κυρίας, ουδέποτε ενοχλήθηκε από τις αναιρεσίβλητες, οι οποίες γνώριζαν την αντιποίηση της νομής του από την τελευταία (δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας) και ως προς τα δικά τους εξ αδιαιρέτου κληρονομιαία ποσοστά και συνεπώς αυτή κατέστη αποκλειστική κυρία του επιδίκου, απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση περί ιδίας κυριότητας της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, 2) με τον τέταρτο λόγο, της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 988, 982, 974 ΑΚ καθ' όσον ενώ αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες γνώριζαν τις πράξεις νομής που ασκούσε στο επίδικο ακίνητο η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας μετά το θάνατο του συζύγου της (κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων που δηλώνουν τη βούλησή της να νέμεται τούτο αποκλειστικά για λογαριασμό της, έκτοτε, κατέληξε εσφαλμένα στο αντίθετο συμπέρασμα ότι δηλαδή δε γνωστοποίησε ούτε ρητώς ούτε σιωπηρώς τη βούλησή της να νέμεται ολόκληρο το επίδικο με διάνοια κυρίας στις αναιρεσίβλητες, οι οποίες δεν απώλεσαν τη συννομή τους σ' αυτό και 3) με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 786, 787, 980, 981, 982, 994 ΑΚ καθ' όσον ενώ αποδείχθηκε από την κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι οι τελευταίες εκουσίως αποξενώθηκαν από το επίδικο ακίνητο και συνεπώς δεν ήταν αναγκαία η γνωστοποίηση σ' αυτές της βούλησης της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας περί αποκλειστικής για λογαριασμό της νομής του επικοίνου ακινήτου, το Εφετείο δέχθηκε τα αντίθετα και με την εκκαλουμένη απόφαση η οποία είχε δεχθεί ότι η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας είχε καταστεί κυρία του επιδίκου σε σχέση με τα ιδανικά μερίδια των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία λόγω της αποξένωσης αυτών με τη βούλησή τους από τη συννομή του.
Όλες όμως οι αιτιάσεις αυτές οι διαλαμβανόμενες και στους τρεις αναιρετικούς λόγους αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς οι προαναφερόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Τέλος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 1 εδβ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι παραβιάσθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των αποδεικτικών στοιχείων της υποθέσεως είναι απαράδεκτος, καθ' όσον ο σχετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου ή για να υπάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 68/2009, ΑΠ 698/2009, ΑΠ 2172/2009).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το Εφετείο με το να μην απορρίψει ως νόμω αβάσιμο το αίτημα της ένδικης αγωγής για τη μερική ακύρωση του .../2007 συμβολαίου δωρεάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Παπαμιχαήλ, με βάση το οποίο μεταβιβάσθηκε και το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου στην αναιρεσείουσα που η δωρήτρια είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία, λόγω της επικαλούμενης κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή έλλειψης κυριότητας της δωρήτριας κατά το παραπάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό, αφού η έλλειψη κυριότητας του μεταβιβάζοντος ακίνητο δε συνεπάγεται την ακυρότητα της σχετικής σύμβασης, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 293, 513, 1033, 1191 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθ' όσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο πράγματι δέχθηκε ότι είναι έγκυρη η πώληση ξένου ακινήτου δηλαδή ότι μόνη η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της σχετικής σύμβασης.
Περαιτέρω εκτιμώντας ελευθέρως το δικόγραφο της αγωγής δέχθηκε ότι υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά το αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας του παραπάνω συμβολαίου δωρεάς είχε την έννοια της αναγνώρισης ότι η δωρήτρια κατά την κατάρτιση της σχετικής σύμβασης δεν ήταν κυρία του δωρηθέντος ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου και ότι η εναγομένη-αναιρεσείουσα δεν κατέστη κυρία αυτού κατά το ίδιο ποσοστό με βάση το σχετικό τίτλο.
Δέχθηκε δηλαδή ότι επρόκειτο περί αναγνωριστικής αγωγής με την αρνητική της μορφή, της αναγνώρισης της ανυπαρξίας συγκυριότητας της αναιρεσείουσας πλέον του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, όπως και όταν λήφθηκε υπόψη απόδειξη που είχε διαταχθεί για άλλο θέμα, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της καταρτίσεως σύμβασης χρησιδανείου μεταξύ των αδελφών του απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων και της άμεσης δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας που αφορά στο επίδικο ακίνητο, χωρίς απόδειξη.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα), από την ελεύθερη συνεκτίμηση των οποίων σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση περί της κατάρτισης της παραπάνω περί χρησιδανείου σύμβασης. Επομένως δεν υπέπεσε το Εφετείο στην πλημμέλεια με το να δεχθεί πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-2-2013 αίτηση της Ε. Ν. κατά της 2128/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ