Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for arguments not raised in lower court proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Proktisma A.E. against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding a water pipeline project. The appellant argued for asphalt paving and alleged a judicial error in ignoring a specific expert report and a court admission. The court ruled that the paving claim was inadmissible as it was not legally proposed in the lower court, and the alleged errors regarding the expert report and admission were unfounded because the lower court had properly considered the documents.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, Art. 559 no. 19, Art. 562 no. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds were not legally proposed in the lower court proceedings, and an appeal based on the non-consideration of a document is unfounded if the lower court actually took the document into account.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1011 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1011/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΟΚΤΙΣΜΑ Α.Ε" που εδρεύει στη ...και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Μέντη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΚΑ Α.Ε" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φωκά, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Μαρτίου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2219/1998 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2776/1999, 463/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Ιουνίου 2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 1 Απριλίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10.6.2008 αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλε-πόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007) Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 404 Α.Κ.
ορίζει ότι: "Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή" ενώ κατά το άρθρο 405 ΑΚ: "Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμιά ζημία". Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ ορίζει ότι: "Ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι την έλλειψη της υποκειμενικής προϋποθέσεως της ευθύνης του πρέπει σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 336, 342 ΑΚ, να επικαλεστεί και να αποδείξει ο οφειλέτης, όπως άλλωστε συμβαίνει και στην περίπτωση της υπερημερίας, που επέρχεται κατ' άρθρο 341 παρ.1 ΑΚ και με την παρέλευση της δήλης ημέρας που συμφωνήθηκε, κατά την οποία ο οφειλέτης καταλύει τις στηριζόμενες στην υπερημερία του απαιτήσεις του δανειστή με την ένσταση ότι η καθυστέρηση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: Με σύμβαση, που καταρτίστηκε, στις 29-3-1989 στη ..., η ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΚΑ Α.Ε." ανέθεσε στην εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "ΠΡΟΚΤΙΣΜΑ Α.Ε.", που είναι εργολαβική εταιρία κατασκευής εργοστασιακών κτιρίων, την κατασκευή διωρόφου κτιρίου εργοστασίου με δύο τμήματα μεσορόφου, συνολικής επιφάνειας 6.300 τ.μ.
σε οικόπεδό της που βρίσκεται στο 2ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ...-... . Μετά την κατασκευή τμημάτων του παραπάνω έργου, και επειδή η εναγομένη καθυστέρησε την ολοκλήρωση του έργου, η ενάγουσα με την από 12-10-1993 αγωγή της ζήτησε αποζημίωση για την καθυστέρηση εκτέλεσης του έργου. Όμως στη συνέχεια πριν να εκδικαστεί αυτή, οι ως άνω συμβαλλόμενοι συνήψαν, στις 25-5-1994, νέα σύμβαση έργου, με την οποία η εναγομένη εταιρία ανέλαβε την εκτέλεση όλων των συμπληρωματικών και νέων εργασιών, προκειμένου να ολοκληρωθεί το παραπάνω έργο (κατασκευή διωρόφου κτιρίου - εργοστασίου) ώστε να είναι έτοιμο για χρήση σαν εργοστάσιο κατασκευής επίπλων, εκθέσεως επίπλων, μαζί με τα γραφεία διοικήσεως της εταιρίας, καθώς και στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου.
Ως αμοιβή της εργολάβου για την εκτέλεση του έργου συμφωνήθηκε το ποσό των 115.500.000 δραχμών, που θα καταβάλλονταν τμηματικά και συγκεκριμένα 10.000.000 δρχ. μετά 7 ημέρες από την υπογραφή της σύμβασης και την έναρξη των εργασιών, το υπόλοιπο δε ποσό των 105.500.000 δρχ., θα καταβάλλονταν σταδιακά με πιστοποιήσεις (άρθρο 10 της σύμβασης εργολαβίας).
Ημερομηνία έναρξης του έργου ορίστηκε η 25-5-1994, η αποπεράτωση δε αυτού συμφωνήθηκε να γίνει την 30η Σεπτεμβρίου 1994. Οι εργασίες που είχε υποχρέωση να κατασκευάσει η εναγομένη, προκειμένου να θεωρηθεί το έργο σαν πλήρως αποπερατωμένο (με το κλειδί στο χέρι) αναγράφηκαν λεπτομερώς στην από 25-4-1994 προσφορά ολοκληρώσεως του έργου και την συγγραφή υποχρεώσεων, που είναι συνημμένα στην από 25-5-1994 σύμβαση εργολαβίας (άρθρο 1).
Ειδικότερα η εναγομένη είχε αναλάβει την υποχρέωση να εκτελέσει τις παρακάτω εργασίες: 1) χωματουργικά (γενικές εκσκαφές και μεταφορές προϊόντων, επίστρωση με 3Α σε μία στρώση 10 εκ.). 2) Ασφαλτικά (ασφαλτόστρωση - κράσπεδα). 3) Σκυροδέματα (τοιχεία αντιστήριξης - τοιχείο περίφραξης, κατασκευή ραμπών και γύρω χώρου). 4) Δίκτυο ύδρευσης (δίκτυο ύδρευσης - κύρια γραμμή 2 στη δεξαμενή, δίκτυο ύδρευσης - παροχές για WC και γραφείο). 5) Δίκτυο πυρόσβεσης (δεξαμενή πυρασφάλειας, γενική εγκατάσταση δικτύου πυρόσβεσης). 6) Δίκτυο αποχέτευσης (Σηπτικός και απορροφητικός βόθρος, αποχέτευση ραμπών και περιβάλλοντος χώρου, αποχέτευση ακαθάρτων WC). 7) είδη υγιεινής (ισογείου και γραφείων). 8) Ηλεκτρομηχανολογικά (ηλεκτροφωτισμός κόμβου και παροχές ΟΤΕ, Ασανσέρ εμπορευμάτων, ηλεκτρολογικής εγκατάστασης Κτιρίου). 9) Τοιχοποιία - επενδύσεις (τοιχοποιία, επιχρίσματα, επένδυση τοίχων με πλακίδια, επένδυση δαπέδων με πλακίδια, διαμόρφωση κυρίας εισόδου με μάρμαρο, επίστρωση με πλάκες πεζοδρομίου, επίστρωση με μάρμαρο 2 εκ.
και 3 εκ.). 10) Κουφώματα (θύρες τύπου ROLL-Α-DOOR, σιδηρές θύρες ανοιγόμενες, θύρες αλουμινίου, θύρες ξύλινες, παράθυρα αλουμινίου με υαλοπίνακες διπλούς). 11) Χρωματισμοί (εσωτερικοί και εξωτερικοί). 12) Περιφράξεις (περίφραξη μπροστά με πόρτα και περίφραξη υπολοίπου απλή με συρματόπλεγμα). 13) Διάφορα (Γραφείο Δ/ντή -WC.).
Για την περίπτωση μη περατώσεως του έργου στις 30-9-1994, από υπαιτιότητα της εναγομένης, αυτή είχε υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα ως ποινή το ποσό των 500.000 δραχμών για κάθε ημέρα καθυστέρησης (άρθρο 12 της σύμβασης). Τα ως άνω περιστατικά δεν αμφισβητεί η εναγομένη και ειδικότερα τις ανατεθείσες εργασίες, το ύψος της αμοιβής της, το χρόνο περάτωσης του έργου και τη συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα για την περίπτωση μη έγκαιρης περάτωσης του έργου από υπαιτιότητά της, τα οποία άλλωστε αποδεικνύονται και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα.
Η εναγομένη, ενώ είχε παρέλθει η ως άνω ημερομηνία παράδοσης του έργου 30-9-1994 δεν είχε κατασκευάσει την περίφραξη, το δίκτυο αποχέτευσης και πυρόσβεσης, τον ηλεκτροφωτισμό του κόμβου, ασφαλτικές εργασίες και μέρος των οικοδομικών εργασιών. Τη μη έγκαιρη περάτωση του έργου εκ μέρους της εναγομένης δεν αμφισβητεί η εναγομένη.
Η ίδια μάλιστα ζήτησε με την από 30-9-1994 επιστολή της προς την ενάγουσα την παράταση της προθεσμίας παράδοσης του έργου κατά 31 ημέρες, δηλαδή μέχρι την 31-10-1994. Όμως, ενώ είχαν παρέλθει πέντε (5) μήνες από την συμφωνηθείσα ημερομηνία (30-9-1994) η εναγομένη δεν αποπεράτωσε το έργο, παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας.
Στις 2-3-1995 n ενάγουσα απέστειλε στην εναγομένη την από 22-2-1995 εξώδικη δήλωση πρόσκληση, με την οποία διαμαρτυρήθηκε για την μεγάλη καθυστέρηση παράδοσης του έργου και την κάλεσε να ολοκληρώσει και να παραδώσει το έργο όπως συμφωνήθηκε εντός προθεσμίας 15 ημερών (βλ. την .../2-3-1995 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας ...).
Επειδή η εναγομένη αδιαφόρησε, η ενάγουσα, στις 9-6-1995, έστειλε στην εναγομένη την από 29-5-1995 εξώδικη δήλωση της (βλ. την 6669/9-6-1995 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας ...), με την οποία γνωστοποίησε σ' αυτήν ότι ανέθεσε ήδη στο Τεχνικό επιμελητήριο Ελλάδος τη σύνταξη έκθεσης, μετά τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της κατάστασης του επιδίκου έργου και για τον υπολογισμό της απαιτουμένης δαπάνης προς ολοκλήρωση του έργου.
Παρά ταύτα η εναγομένη αδιαφόρησε και δεν απάντησε στην προαναφερθείσα εξώδικη δήλωση της ενάγουσας, ούτε επέδειξε ενδιαφέρον για τη συνέχιση των εργασιών. Ακολούθως η ορισθείσα από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (τμήμα Κεντρικής Μακεδονίας) ως πραγματογνώμων ..., πολιτικός μηχανικός, συνέταξε την από 19-7-1995 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, στη διαδικασία της οποίας (πραγματογνωμοσύνης) δεν συνέπραξε η εναγομένη, μολονότι προσκλήθηκε από την ορισθείσα πολιτικό μηχανικό.
Η παραπάνω πραγματογνώμων βεβαιώνει ότι κατά το χρόνο της σύνταξης αυτής (Ιούλιος 1995) παρέμειναν ανεκτέλεστες οι παρακάτω εργασίες: Α) ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΚΤΙΡΙΟΥ: 1. Για την ολοκλήρωση των ηλεκτρολογικών εργασιών χρειάζονταν η τοποθέτηση οκτώ (8) γραμμών εξωτερικού φωτισμού, η κατασκευή στηθαίου παροχής ρεύματος (χελώνα) και υπόγειο δίκτυο ρευματοδοσίας κτιρίου, υπόγεια μεταφορά τηλεφωνικών ζευγών, ολοκλήρωση δικτύου φωτισμού ορόφου και ισογείων χώρων, εγκατάσταση πινάκων διακοπτών, ηλεκτρική κίνηση μεγάλων θυρών και άλλες δευτερεύουσες εργασίες, συνολικού κόστους 250.000 δραχμών.
Δεν εκτελέσθηκαν επίσης από την εναγομένη επιχρίσματα 317,40 τ.μ. με τους αντίστοιχους χρωματισμούς, στους τοίχους του κτιρίου συνολικής απαιτουμένης δαπάνης 1.142.640 δραχμών. Για την τοποθέτηση ελλειπόντων πλακιδίων σε δάπεδα και τοίχους 32 τ.μ. χρειαζόταν δαπάνη 68.630 δραχμών. Για την τοποθέτηση θυρών (εσωτερικών) αποκατάσταση κακοτεχνιών και συμπληρωματικές εργασίες στις αλουμινοκατασκευές, τοποθέτηση χερουλιών σε όλες τις πόρτες, κλείσιμο ανοιγμάτων πάνω από τα ρολλά, εφαρμογή των εξωτερικών κουφωμάτων, χρειαζόταν δαπάνη 1.867.000 δραχμών.
Για την τοποθέτηση πάγκου και νεροχύτη, δαπάνη 160.000 δρχ. - Για την ολοκλήρωση εργασιών στο δάπεδο του ορόφου δαπάνη 102.750 δραχμών. Για την τοποθέτηση βάσεων φωτεινών επιγραφών χρειαζόταν δαπάνη 750.000 δραχμών. Για την κάλυψη του αρμού διακοπής στο ισόγειο και τον όροφο και για 28 ελλείποντα μέτρα, δαπάνη 196.000 δραχμές.
Για την πλήρωση εξωτερικών αρμών σε ελλείποντα 1428 μέτρα, δαπάνη 856.800 δραχμές. - Για διόρθωση κακοτεχνιών στην εξωτερική όψη του κτιρίου, απαιτείται δαπάνη 100.000 δραχμών. - Για την πλήρωση του κενού μεταξύ πεζοδρομίου και κτιρίου περιμετρικά και για 298 μέτρα απαιτείται δαπάνη 447.600 δραχμών. - Για την τοποθέτηση μαρμάρων στις εξωτερικές σκάλες του κτιρίου απαιτείται δαπάνη 746.640 δραχμών. - Για την διαμόρφωση της κυρίας εισόδου απαιτείται δαπάνη 341.320 δραχμών. - Για την τοποθέτηση μηχανήματος πυρόσβεσης απαιτείται δαπάνη 2.500.000 δραχμών.
Β) ΓΙΑ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΧΩΡΟΥ: Για την αποπεράτωση του κυκλοφοριακού κόμβου, αγορά πινακίδων, διαγραμμίσεις, δίκτυο φωτισμού κ.λ.π. απαιτούνται 2.676.808 δρχ. Για την διάστρωση και την εν συνεχεία ασφαλτόστρωση 3.600 τ.μ. του περιβάλλοντος χώρου, απαιτείται δαπάνη 9.180.000 δραχμών. - Για την ολοκλήρωση εργασιών στη δεξαμενή πυρασφάλειας απαιτείται δαπάνη 754.600 δραχμών. - Για την τοποθέτηση καλυμμάτων στα φρεάτια απαιτείται δαπάνη 100.000 δραχμών.
Για την διάστρωση της κυρίας εισόδου με μάρμαρο δαπάνη 20.160 δραχμών. Για την τελική διαμόρφωση και χρωματισμού του τοίχου αντιστήριξης δαπάνη 242.000 δραχμές. Δεν έγιναν καθόλου εργασίες για την περίφραξη, για την οποία βάσει του συμφωνηθέντος σχεδίου απαιτείται δαπάνη 2.700.000 δραχμών. Για την απομάκρυνση παλαιών πλακών που κατασκεύασε η εναγομένη στον περιβάλλοντα χώρο δαπάνη 100.000 δραχμές.
Δηλαδή, συνολικά απαιτούνται 25.302.948 δραχμές, προκειμένου να θεωρηθεί, ότι η εναγομένη θα είχε αποπερατώσει το έργο που είχε συμφωνηθεί. Πρέπει να σημειωθεί ότι το συνεργείο της εναγομένης εκτελούσε διαδοχικά μερικές εργασίες στο χώρο του εργοστασίου της ενάγουσας και μετά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης (30-9-1994), τουλάχιστον μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου 1995, χωρίς όμως να ολοκληρώσει το συμφωνηθέν έργο.
Η ενάγουσα εργοδότης, κατά το στάδιο των εργασιών κατέβαλε στην εναγομένη - εργολάβο μέχρι το τέλος του 1994, το ποσό των 80.000.000 δραχμών έναντι της αμοιβής, και των 20.879.611 δρχ. έναντι Φ.Π.Α., δηλαδή συνολικά 100.879.611 δραχμές. Οι μερικές καταβολές είναι: α) στις 15-6-1994 δρχ. 10. 000. 000, β) στις 26-8-1.994. δρχ. 25.000.000 γ) στις 7-10-1994 δρχ. 21.000.000, δ) στις 23-11-1994 δρχ. 14.000.000 και ε) στις 9-12-1994 δρχ. 30.879.611.
Η εναγομένη, μολονότι έλαβε τα ως άνω ποσά και για Φ.Π.Α., χωρίς να εκδώσει τα αντίστοιχα τιμολόγια, δεν προχώρησε σε ολοκλήρωση του έργου, αλλά το εγκατέλειψε περί τα μέσα Φεβρουαρίου 1995. Η ίδια ουδέποτε δήλωσε ότι η ενάγουσα καθυστερούσε την καταβολή της αμοιβής της, ούτε ποτέ ισχυρίστηκε ότι ενώ υπέβαλε πιστοποιήσεις για το έργο στην ενάγουσα, αυτή δεν κατέβαλε τα ποσά της αμοιβής της ή τον Φ.Π.Α.
επί εκδοθέντων υπ' αυτής τιμολογίων. Άλλωστε στην από 30-9-1994 επιστολή της (εναγομένης) προς την ενάγουσα, με την οποία ζήτησε παράταση της προθεσμίας παράδοσης του έργου επί μία (1) εβδομάδα, ουδέν αναφέρει για καθυστέρηση καταβολής της αμοιβής της από την ενάγουσα. Εξ άλλου, αν η ενάγουσα -εργοδότης δεν ήταν συνεπής στην καταβολή της αμοιβής, η εναγομένη θα διαμαρτύρονταν εγγράφως και θα διέκοπτε τις εργασίες, κάνοντας χρήση του σχετικού όρου του άρθρου 10 της σύμβασης, με την οποία (ορίζεται ότι κάθε παράβαση του εργοδότη σε σχέση με τον τρόπο πληρωμής δίνει τη δυνατότητα στον εργολάβο "διακοπής της εκτέλεσης του έργου και παρατάσεως της προβλεπομένης προθεσμίας παράδοσης του έργου".
Από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι η εναγομένη έκανε χρήση του προαναφερθέντος όρου. Μόνη η κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης ..., ότι περί τα τέλη Φεβρουαρίου 1994 άκουσε δήθεν την τηλεφωνική επικοινωνία του Προέδρου του Δ.Σ. της εναγομένης ... προς "κάποιο υπεύθυνο" της ενάγουσας, στην οποία (επικοινωνία) με έντονο ύφος ζητούσε την εξόφληση των οφειλομένων και δήλωνε για την περίπτωση μη πληρωμής ότι θα διέκοπτε τις εργασίες, δεν αποτελεί στοιχείο ικανό να οδηγήσει το Δικαστήριο στην κρίση ότι η εναγομένη με τον ως άνω τρόπο άσκησε το δικαίωμα για διακοπή των εργασιών.
Αν πράγματι υπήρχε καθυστέρηση στην καταβολή της αμοιβής της, θα διαμαρτύρονταν τουλάχιστον εγγράφως, εκθέτοντας τα υπόλοιπα ποσά που δικαιούται, με βάση τις πιστοποιήσεις και στη συνέχεια με έγγραφη δήλωσή της προς την ενάγουσα θα προέβαινε στη διακοπή των εργασιών. Αντίθετα οι μάρτυρες της ενάγουσας κατέθεσαν ότι η ενάγουσα ήταν συνεπής στην υποχρέωση καταβολής της αμοιβής της εναγομένης, με βάση τις πιστοποιήσεις που υπέβαλε, αφού η καταβολή αυτής συνδεόταν με την πρόοδο των εργασιών.
Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα κατέστη υπερήμερη ως προς την καταβολή της οφειλομένης, βάσει πιστοποιήσεων, αμοιβής της για τις μέχρι 31-12-1994 εκτελεσθείσες εργασίες και ότι η ίδια διέκοψε τις εργασίες το Φεβρουάριο 1995 κάνοντας χρήση του άρθρου 10 της από 24-5-1994 σύμβασης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά την κατασκευή του έργου από την εναγομένη, έγιναν και μερικές εργασίες, οι οποίες δεν μετέβαλαν το αρχικό σχέδιο του έργου, αλλά αναβάθμιζαν ποιοτικά και αισθητικά το έργο, όπως μεταβολές στο μέγεθος της τοιχοποιίας, στα επιχρίσματα, υαλότουβλα εσωτερικές μετατροπές, επενδύσεις με μάρμαρο σε ορισμένα μέρη, διαφοροποιήσεις στα είδη υγιεινής, στα παράθυρα με αλουμίνιο, στους χρωματισμούς κ.α.
οι οποίες όμως (εργασίες) ήταν αρχιτεκτονικού κυρίως ενδιαφέροντος. Οι προαναφερθείσες εργασίες δεν αποτελούν πρόσθετες εργασίες στο έργο με την έννοια της μεγέθυνσης του συμβατικού έργου, αλλά περιορισμένη ποιοτική αναβάθμιση του συμφωνημένου έργου χωρίς αλλαγή του σχεδίου. Για τις εργασίες αυτές, υπέβαλε, στις 23-12-1994, πιστοποίηση (εργασιών), πλην όμως η ενάγουσα δεν δέχθηκε να καταβάλει τα αναγραφόμενα σ' αυτή ποσά, επικαλούμενη τον όρο της σύμβασης (αρθρ. 1) με την οποία η εναγομένη - εργολάβος δήλωσε "ότι δεν πρόκειται να εγείρει και δεν θα έχει καμμιά απαίτηση αποζημίωσης για οποιαδήποτε μεταβολές ποσοτήτων στις εργασίες και στα υλικά που θα απαιτηθούν για την πλήρη κατασκευή του έργου, εφ' όσον oι μεταβολές αυτές δεν θα συνεπάγονται τροποποίηση των εγκεκριμένων σχεδίων ακόμη δε και στην περίπτωση που τα υλικά ή εργασίες δεν αναφέρονται στην προσφορά, είναι όμως απαραίτητα για την έντεχνη και σύμφωνα με τις διατάξεις εκτέλεση του υπόψη έργου".
Πρέπει να σημειωθεί ότι πολύ μεταγενέστερα (1999) η εναγομένη, θεωρώντας ότι οι πρόσθετες εργασίες, που έγιναν με κοινή συμφωνία των διαδίκων δεν υπάγονται στον προαναφερθέντα όρο της σύμβασης, για το ποσό αυτό (των προσθέτων εργασιών) που ανέρχεται σε 26.039.090 δραχμές, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 15-1-1999 αγωγή της (αρ.
κατάθ. 31437/1999), επί της οποίας όμως δεν εκδόθηκε ακόμη οριστική απόφαση. Εξ άλλου με την ως άνω αγωγή της η εναγομένη εργολάβος ζήτησε και το υπόλοιπο της αρχικά συμφωνηθείσας αμοιβής (30.941.007 δρχ.), μολονότι η ίδια δεν αποπεράτωσε το έργο. Πάντως η καθυστέρηση παράδοσης του έργου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της ενάγουσας, συνισταμένη στην καθυστέρηση απ' αυτήν επιλογής των υλικών και των κατασκευαστικών σχεδίων, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, δεδομένου ότι η εναγομένη και τις ως άνω εργασίας (πρόσθετες) ισχυρίζεται ότι τις είχε περατώσει (βλ.
σελ. 11 των προτάσεών της) δεν απαιτούσαν δε χρόνο μεγαλύτερο των 20 ημερών, αφού η ίδια (εναγομένη) με την προαναφερθείσα επιστολή της ζήτησε παράταση της προθεσμίας εκτέλεσης των εργασιών και παράδοσης του έργου 30 ημερών μόνο.) Συνεπώς η μη εμπρόθεσμη παράδοση του έργου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της ενάγουσας και συγκεκριμένα στις προαναφερθείσες εργασίες, σε κάθε δε περίπτωση η συμβατική δεν θα έπρεπε να παραταθεί πέραν της 20-10-1994, οπότε και πάλι η εναγομένη δεν εξεπλήρωσε την υποχρέωσή της για εμπρόθεσμη παράδοση του έργου, αφού, από το τέλος Φεβρουαρίου 1995 εγκατέλειψε το έργο.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι για τις εργασίες ασφαλτόστρωσης (τις οποίες δεν εκτέλεσε η εναγομένη) δεν υπήρξε υπαιτιότητα της Τ.Υ.Δ.Κ. λόγω της καθυστέρησης στην έκδοση σχετικής άδειας από αυτή, αφού για τη μεταφορά του αγωγού ύδρευσης υπήρχε η άδεια της Τ.Υ.Δ.Κ., δεδομένου ότι από 14-9-1994, ο εκπρόσωπος της εναγομένης ...
υπέγραψε την υπ' αρ. πρωτ. 178/14-9-1994 σύμβαση με τον Σύνδεσμο Κοινής ύδρευσης 10 κοινοτήτων ... ΚΠΔ για μετατόπιση του κεντρικού αγωγού ύδρευσης έμπροσθεν του χώρου της ενάγουσας, η σχετική δε μελέτη είχε εκδοθεί από 7-6-1994 (βλ. την .../1994 τεχνική έκθεση της ...), όφειλε δε αυτός να εκτελέσει το έργο της μετατόπισης του αγωγού εντός 30 ημερών από 14-9-1994.
Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε υποβάλει τρία εναλλακτικά σχέδια κινητής περίφραξης του εργοστασίου της ενάγουσας και ότι αυτή καθυστέρησε την επιλογή του σχεδίου, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει η ολοκλήρωση της περίφραξης του εργοστασίου από την εναγομένη. Πρέπει, μετά ταύτα να απορριφθούν οι σχετικοί ισχυρισμοί της εναγομένης, ότι δηλαδή η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει ευθύνη (342 ΑΚ.).
Με βάση τα προαναφερθέντα αποδείχθηκε ότι η εναγομένη από αποκλειστική υπαιτιότητά της δεν ολοκλήρωσε το συμβατικά συμφωνηθέν έργο με τις συνομολογηθείσες ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά που έπρεπε να έχει και δεν παρέδωσε το έργο ολοκληρωμένο "με το κλειδί στο χέρι" εντός της συμβατικά ορισθείσας ημερομηνίας, αλλά αναίτια εγκατέλειψε το έργο ημιτελές και μη λειτουργικό.
Η αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης στην παράδοση του έργου βεβαιώνεται και από τους δύο μάρτυρες της ενάγουσας (... και ...), οι οποίοι έχουν ιδίαν αντίληψη για το μη εκτελεσθέν έργο, η κατάθεσή τους δε δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης (... και ...) οι οποίες δεν είναι πειστικές, αφού κανένας εξ αυτών δεν εξηγεί α) γιατί δεν συνετάγη έγγραφο για τις "πρόσθετες" εργασίες, όπως έγινε για τις αρχικά (συμβατικά) συμφωνηθείσες, ώστε να καλυφθεί χρονικά η εναγομένη ως προς την παράδοση του έργου και να αποφύγει την αναζήτηση ποινικών ρητρών από την ενάγουσα, β) ούτε γιατί δεν απάντησε ποτέ η εναγομένη στις εξώδικες διαμαρτυρίες - προσκλήσεις της ενάγουσας, γ) ούτε γιατί δεν διαμαρτυρήθηκε εγγράφως για την δήθεν καθυστέρηση καταβολής της αμοιβής της από την ενάγουσα-εργοδότη και δ) γιατί δεν άσκησε εγγράφως το προβλεπόμενο από τη σύμβαση δικαίωμα διακοπής των εργασιών, εφ' όσον υπήρχε τέτοια καθυστέρηση.
Συνεπεία της υπερημερίας της εναγομένης στην παράδοση του ως άνω έργου κατέπεσε υπέρ της ενάγουσας η ποινική ρήτρα εκ δραχμών 500.000 για κάθε μέρα καθυστέρησης. Όμως η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η καταπεσούσα ποινή είναι δυσανάλογα μεγάλη, αν ληφθεί υπόψη ότι το τμήμα του έργου που δεν εκτελέσθηκε είναι επουσιώδες και ότι η ενάγουσα ουδεμία ζημία υπέστη από τη μη ολοκλήρωση του έργου, αφού οι ανεκτέλεστες εργασίες ουδόλως επηρέασαν τη λειτουργία του εργοστασίου της, ενώ η ίδια (εναγομένη) ουδεμία ωφέλεια αποκόμισε από τη μη εκπλήρωση της παροχής της και συνεπώς πρέπει να μειωθεί στο μέτρο που αρμόζει, το οποίο εκτιμά σε 2.000.000 δραχμές.
Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης που αποτελεί νόμιμη ένταση (αρθρ. 409 ΑΚ) πρέπει να γίνει δεκτός κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμος, αφού, από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προαναφέρθηκαν, προέκυψαν συντρέχοντα περιστατικά περί του χαρακτήρα της συμφωνηθείσας μεταξύ των διαδίκων ποινικής ρήτρας ως δυσαναλόγως μεγάλης σε σχέση με την αντιπαροχή.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο αυτό λαμβάνοντας υπόψη ότι η αξία του συμφωνηθέντος έργου ανέρχονταν σε 115.500.000 δραχμές ενώ το μέγεθος της ποινής ήταν 500.000, δρχ. για κάθε μέρα καθυστέρησης (αιτούμενη ποινή για ένα χρόνο 182.500.000 δρχ.), τα πληγέντα συμφέροντα της ενάγουσας από τη μη εκτέλεση του έργου που αναφέρονται στη μη έγκαιρη λειτουργία του εργοστασίου λόγω αδυναμίας έκδοσης αδειών σε συνδυασμό με το γεγονός ότι για το μη εκτελεσθέν έργο απαιτείται δαπάνη 25.302.948 δραχμών, την έκταση της συμβατικής παράβασης της εναγομένης, όπως προαναφέρθηκε, το βαθμό του πταίσματός της, δηλαδή την αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης, την ωφέλεια που αποκόμισε η εναγομένη από τη μη εμπρόθεσμη εκπλήρωση όλων των συμφωνηθεισών εργασιών, συνισταμένη σε μη καταβολή αμοιβής εργατοτεχνιτών και αξίας υλικών του έργου, την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε ότι απώλεσε οικονομικές ενισχύσεις από Κοινοτικά προγράμματα λόγω μη έγκαιρης περάτωσης του έργου, και το γεγονός ότι η ίδια (ενάγουσα) είχε τη δυνατότητα να μειώσει τις συνέπειες, ολοκληρώνοντας το έργο νωρίτερα, κατά το χρόνο που ζήτησε από το Τ.Ε.Ε.
την έκθεση πραγματογνωμοσύνης για το μη εκτελεσθέν έργο, κρίνει ότι η ποινική ρήτρα πρέπει να μειωθεί στο ποσό των 83.000 δραχμών για κάθε μέρα καθυστέρησης, δεκτής γενομένης εν μέρει της ένστασης της εναγομένης για μείωση της ποινής. Πρέπει μετά ταύτα να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος και να υποχρεωθεί η εναγομένη λόγω κατάπτωσης της ποινής να καταβάλει στην ενάγουσα το ισάξιο σε ευρώ ποσό των 30.295.000 δραχμών (365 ημέρες Χ 83.000 δραχμές) δηλαδή 88.906,82 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής".
Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις την αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά ένα μέρος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 404, 405, 342 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την υπαίτια καθυστέρηση παράδοσης του συμφωνημένου έργου εκ μέρους της αναιρεσείουσας πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαίτιας καθυστέρησης και δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για την έλλειψη υπαιτιότητάς της και την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης για την καταβολή της ποινικής ρήτρας.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους τρίτο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος τους με τους οποίους αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 404, 405, 342 του ΑΚ τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους τρίτο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου, κατά τα άλλα μέρη τους με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Ειδικότερα, η επί μέρους παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι: "αποδείχθηκε ότι κατά την κατασκευή του έργου από την εναγόμενη έγιναν και μερικές εργασίες, οι οποίες δεν μετέβαλαν το αρχικό σχέδιο του έργου, αλλά αναβάθμιζαν ποιοτικά και αισθητικά το έργο, όπως μεταβολές στο μέγεθος της τοιχοποιΐας, στα επιχρίσματα, υαλότουβλα εσωτερικές μετατροπές, επενδύσεις με μάρμαρο σε ορισμένα μέρη, διαφοροποιήσεις στα είδη υγιεινής, στα παράθυρα με αλουμίνιο, στους χρωματισμούς κ.ά., οι οποίες όμως (εργασίες) ήταν αρχιτεκτονικού κυρίως ενδιαφέροντος και ότι οι προαναφερθείσες εργασίες δεν αποτελούν πρόσθετες εργασίες στο έργο με την έννοια της μεγέθυνσης του συμβατικού έργου, αλλά περιορισμένη ποιοτική αναβάθμιση του συμφωνημένου έργου χωρίς αλλαγή του σχεδίου", ενόψει και της εν συνεχεία συναφούς παραδοχής ότι: "οι εργασίες αυτές έγιναν με τον όρο του άρθρου 1 της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης με τον οποίο η εναγομένη - εργολάβος δήλωσε "ότι δεν πρόκειται να εγείρει και δεν θα έχει καμμιά απαίτηση αποζημίωσης για οποιαδήποτε μεταβολές ποσοτήτων στις εργασίες και στα υλικά που θα απαιτηθούν για την πλήρη κατασκευή του έργου, εφ' όσον οι μεταβολές αυτές δεν θα συνεπάγονται τροποποίηση των εγκεκριμένων σχεδίων ακόμη δε και στην περίπτωση που τα υλικά ή εργασίες δεν αναφέρονται στην προσφορά, είναι όμως απαραίτητα για την έντεχνη και σύμφωνα με τις διατάξεις εκτέλεση του υπόψη έργου", έχει νόμιμη βάση με πλήρη αιτιολογία, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, γιατί διευκρινίζεται ποιες ήταν αυτές οι εργασίες, χωρίς να ήταν αναγκαίο να προσδιοριστεί η αξία τους, ενώ περιλαμβάνεται ως κύρια αιτιολογία και η σαφής παραδοχή ότι η μη έγκαιρη περάτωση του έργου δεν οφείλεται στις προαναφερθείσες εργασίες.
Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης, κατά την σ' αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, περιλαμβανόμενη αιτίαση, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα, της διενέργειας δηλαδή των πιο πάνω εργασιών, που κατά την αναιρεσείουσα ήταν πρόσθετες, και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με το ότι ήταν πρόσθετες εργασίες για τις οποίες εδικαιούτο ιδιαίτερη αμοιβή και εδικαιολογείτο παράταση της προθεσμίας εκτέλεσης του έργου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1) (Ολ.ΑΠ 8/2005).
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που να για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του ότι δεν υπήρξε συμφωνία παράτασης της προθεσμίας παράδοσης του έργου λόγω της εκτέλεσης των εργασιών περί των οποίων έγινε λόγος στην προηγούμενη παράγραφο, σε συνδυασμό με την παραδοχή του ότι μετά τον χρόνο της συμφωνημένης παράδοσης κατέβαλε το ποσόν των 65.819.611 δρχ.
η αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα, παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648 και 404 του ΑΚ, με την μη υπαγωγή σ' αυτούς του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "εάν πράγματι βρισκόταν σε υπερημερία η αναιρεσείουσα, δεν θα συνεχιζόταν η καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής της από την αναιρεσίβλητη".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί η αναιρεσείουσα, υπό το πρόσχημα της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 404, 342 του ΑΚ) μέσω της χρησιμοποίησης του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας για την διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.
Εξάλλου, η στον ίδιο λόγο περιλαμβανόμενη συναφής αιτίαση, που έχει σχέση με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι: "Εάν η αναιρεσίβλητη εργοδότης δεν ήταν συνεπής στην καταβολή της αμοιβής, η αναιρεσείουσα θα διαμαρτυρόταν εγγράφως και θα διέκοπτε τις εργασίες", και ότι: "αν πράγματι υπήρχε καθυστέρηση στην καταβολή της αμοιβής, η αναιρεσείουσα θα διαμαρτυρόταν τουλάχιστον εγγράφως" κρίνεται απαράδεκτη γιατί αφορά επιχειρήματα του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, και δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, ώστε ως μέρος της "αιτιολογίας" της προσβαλλόμενης απόφασης να επιδέχονται έλεγχο για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια με την έννοια "της διστακτικής ή υποθετικής αιτιολογίας".
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφό της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Α.Π. 1330/2002), ή από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εάν η αοριστία προβλήθηκε με λόγο έφεσης, που δεν ερευνήθηκε, όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ (Α.Π. 571/2004).
Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 1676/2001).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αφορά όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 115/2007), αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους (Α.Π. 1055/2005). Προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι απαραδέκτως προταθέντες ισχυρισμοί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1055/2005), αλλά και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, άρα και αυτοί που για την επαναφορά τους από προηγούμενη συζήτηση δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 240 του ΚΠολΔ διαδικασία (ΑΠ 1933/2006). Ενόψει αυτών, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 760/2004).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασής του ή της επαναφοράς του, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμον, ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και κατά τα δύο μέρη του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που προβλήθηκαν αντίστοιχα με τους πρώτο και τρίτο λόγους της έφεσής της κατά της ερήμην εκδοθείσας πρωτόδικης απόφασης και αφορούσαν: 1) την ποσοτική - ποιοτική αοριστία του δικογράφου της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης και 2) την καταχρηστική άσκηση της ένδικης αγωγικής αξίωσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.
Τους λόγους όμως αυτούς της έφεσης της αναιρεσείουσας με την έννοια του "πράγματος", που προαναφέρθηκε, τους έλαβε υπόψη του το Εφετείο με την προεκδοθείσα υπ' αριθ. 2778/1999 προδικαστική απόφασή του, και τους απέρριψε, το μεν πρώτο εκ του πράγματος ως αβάσιμο, κρίνοντας την ένδικη αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη, το δε δεύτερο ρητά ως μη νόμιμο, και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης και κατά τα δύο μέρη του είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, όσον αναφέρεται στη μη εκ νέου έρευνα των ίδιων ισχυρισμών της αναιρεσείουσας εκ μέρους της αναιρεσιβαλλομένης οριστικής απόφασης, είναι απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ίδιοι ισχυρισμοί επαναφέρθηκαν στο Εφετείο προσηκόντως κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση, ανεξάρτητα από το ότι τέτοια επαναφορά δεν προκύπτει ούτε από την επισκόπηση των από 21.9.2007 εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας, που υπέβαλε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος και στηρίζει στο πλαίσιο εφαρμογής της προαναφερθείσας στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας διάταξης του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και προβλήθηκε παραδεκτά στο ουσιαστικό Δικαστήριο, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 14/2005 και 2/2008).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της, η διάταξη αυτή αφορά έγγραφο, από όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. (Ολ.ΑΠ 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).
Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το πρώτο μέρος του, η πλημμέλεια, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της παραμόρφωσης του περιεχομένου της από 25.5.1994 ένδικης σύμβασης εργολαβίας μεταξύ των διαδίκων και, κατά το δεύτερο μέρος του, η πλημμέλεια, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της μη λήψης υπόψη της από 25.4.1994 προσφοράς προϋπολογισμού ολοκλήρωσης έργων, συνεπεία δε τούτων οδηγήθηκε το Εφετείο στην κρίση ότι η συνολική συμφωνηθείσα αμοιβή της αναιρεσείουσας ανερχόταν στο ποσό των 115.500.000 δρχ., καίτοι από τα έγγραφα αυτά προέκυπτε ότι στο ποσόν αυτό συμπεριλαμβανόταν και υπόλοιπο προηγούμενης αμοιβής της 19.000.000 δρχ.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και κατά τα δύο μέρη του, κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, γιατί αναφέρεται σε ισχυρισμό που δεν προβλήθηκε νόμιμα στο Εφετείο με την από 23.3.1998 έφεση της αναιρεσείουσας, αλλά και δεν περιλαμβανόταν στο σε βάρος της ταχθέν θέμα απόδειξης για το υπέρογκο της συμφωνημένης ποινής.
Εξάλλου το Εφετείο, για να καταλήξει στην κρίση του για το ύψος της συμφωνημένης συνολικά αμοιβής της αναιρεσείουσας στο ποσό των 115.500.000 δρχ., έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και άλλα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και τα αναφερόμενα στην ένδικη έφεση της αναιρεσείουσας (που επαναλαμβάνονται και στο αναιρετήριο στη σελ. 16), ότι "η εργολαβική αμοιβή είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 115.500.000 δρχ.
πλέον ΦΠΑ", ώστε και εκ του λόγου τούτου ο ίδιος λόγος αναίρεσης κρίνεται και αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα τιμολόγια για να καταλήξει στην κρίση ότι "εισέπραξε τα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ποσά χωρίς να εκδώσει τα αντίστοιχα τιμολόγια".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος, γιατί το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωσή του, της έκδοσης δηλαδή των έξι (6) τιμολογίων της, που αναφέρονται στο αναιρετήριο, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εφόσον με την προσβαλλομένη έγινε παράλληλα δεκτό ότι καταβλήθηκε στην αναιρεσείουσα και ο αναλογών ΦΠΑ για τα επί μέρους καταβληθέντα σ' αυτήν ποσά της αμοιβής της, η παραδοχή δε της προσβαλλομένης ότι η "αναιρεσείουσα εισέπραξε την αμοιβή της και τον αναλογούντα ΦΠΑ χωρίς να εκδώσει τα αντίστοιχα τιμολόγια", δεν συνδέεται αιτιωδώς με την κρίση που εξέφρασε τελικά, ότι δεν προχώρησε στην ολοκλήρωση του έργου, το οποίο εγκατέλειψε στα μέσα του Φεβρουαρίου 1995.
Εξάλλου, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το τελευταίο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια επίσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για την κρίση του περί της υπαιτιότητας του ΤΥΔΚ ως λόγου άρσης της δικής της υπερημερίας την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ..., όπου αναφέρεται η καθυστέρηση προμήθειας των σωλήνων μετατόπισης του αγωγού, και το από 10.6.2004 πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παραλαβής του ιδίου έργου που απεπερατώθηκε την 17.3.1995.
Όμως, τα περιστατικά αυτά, ως θεμελιώδης καταλυτικός ισχυρισμός για την άρση της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας, δεν περιλαμβανόταν στο δικόγραφο της έφεσής της, ούτε στο θέμα απόδειξης που τάχθηκε σε βάρος της τελευταίας με την υπ' αριθ. 2776/1999 προδικαστική απόφαση του Εφετείου, το δε μοναδικό σχετικό ζήτημα αφορούσε μόνο την απαιτούμενη ασφαλτόστρωση μετά την μεταφορά αγωγού ύδρευσης για την οποία ήταν αναγκαία η άδεια της ΤΚΔΥ, που χορηγήθηκε τον Φεβρουάριο 1995.
Εφόσον, επομένως, πρόκειται για ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, κρίνεται απαράδεκτος, κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ. V. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφο, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ. δε λόγος αναίρεσης, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν ιδρύεται, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά το λόγο αναίρεσης, εξώδικη ομολογία (Α.Π. 545/1993).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το τελευταίο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. για τη μη λήψη υπόψη την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της μηχανικού του ΤΕΕ ..., για τη διενέργεια της πρόσθετης εργασίας της τοποθέτησης των μεταλλικών θυρών, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε πράγματι υπόψη και μνημόνευε ειδικά, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του κειμένου της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, το έγγραφο αυτό.
Τέλος, προκειμένου περί δικαστικής όπως και εξώδικης ομολογίας, ιδρύεται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εφόσον ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε νόμιμα με τις ίδιες πιο πάνω προϋποθέσεις με τις προτάσεις του τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν (ΑΠ 1573/2006 και 867/1987).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης με τις έγγραφες προτάσεις της, που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με το ζήτημα ότι εκτέλεσε ποσοτικές μεταβολές του συμφωνημένου έργου.
Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί η αναιρεσείουσα δεν επικαλέσθηκε την ομολογία αυτή με τις έγγραφες προτάσεις της στο Εφετείο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τέτοια επίκληση δεν παραθέτει ούτε στο αναιρετήριό της.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που δεν κατέθεσε έγγραφες προτάσεις (άρθ. 17β και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2008 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ΠΡΟΚΤΙΣΜΑ ΑΕ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 463/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ