Legislator Case Law & Legislation
1011/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for facts not raised at first instance and free evaluation of evidence.

Case Number 1011/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued that the lower court erred in its free evaluation of witness testimony and admitted facts not previously presented. The court ruled that these arguments were inadmissible because they concerned matters of fact and evidence assessment that fall under the exclusive, uncontrollable discretion of the trial court.

Legislator headnote

AI generated

Art. 561 § 1 K.P.D.; Art. 559 no. 12 K.P.D.; Art. 340 K.P.D.: An appeal is inadmissible if it challenges the free evaluation of evidence or facts not raised at first instance, as such matters remain within the exclusive discretion of the court of first instance.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal free evaluation of evidence facts not raised uncontrollable discretion witness testimony weight

Cited Legislation

AI generated
Art. 561 § 1 K.P.D.
Art. 559 no. 12 K.P.D.
Art. 340 K.P.D.
Art. 562 para. 2 K.P.D.

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 15/2000
OL. AP 43/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1011 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1011/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1, το γένος Χ1Α, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., 2. ..., κατοίκων ...και 3. Ψ1. Ο 1oς και η 2η εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρος τους: α. Ιωάννη Καρακώστα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και β. Αθηνά Δημητρίου. Ο 3ος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Δημητρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 15-5-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, β) με την από 1-10-2003 προσεπίκληση σε άσκηση πρόσθετης παρέμβασης και ανακοίνωση δίκης των ήδη 1ου και 2ης αναιρεσιβλήτων και γ) με την από 30-9-2003 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 3ου αναιρεσιβλήτου - Ψ1, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2290/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4200/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2007 αίτησή της και με τους από 5-11-2007 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 15-1-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται να είχε προταθεί νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της πρότασης αυτής (Ολ. ΑΠ 15/2000, Ολ. ΑΠ 43/1990). Επομένως, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντα, που δεν προτάθηκαν στο Εφετείο και, έτσι, δεν κατέστησαν αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Και στις περιπτώσεις όμως αυτές για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της πρότασης αυτής.

Εξάλλου, η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η ελληνική πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Ο ισχυρισμός που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ. ΑΠ 15/2000 ό.π). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του κύριου αναιρετηρίου προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και, ειδικότερα, δεν απέρριψε και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη την από 30-9-2003 πρόσθετη υπέρ των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων παρέμβαση, η οποία ασκήθηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο από το δικονομικό εγγυητή των τελευταίων Ψ1 και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο ύστερα από την από 16-7-2003 (με αριθμό έκθ.

κατάθ. 10737/16-7-2003) προσεπίκληση σε άσκηση πρόσθετης παρέμβασης και ανακοίνωση δίκης των ίδιων και όχι ύστερα από την από 1-10-2003 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 139940/6-10-2003) όμοια κατά περιεχόμενο προσεπίκλησή τους σε άσκηση πρόσθετης παρέμβασης και ανακοίνωση δίκης, με το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν οι προσεπικαλούντες ρητά από το δικόγραφο της πρώτης προσεπίκλησης, θεωρουμένης, κατ' εφαρμογή των άρθρων 81 επ., 294 και 295 § 1 εδάφ.

α' Κ.Πολ.Δ., πως δεν ασκήθηκε και, συνακόλουθα, η ένδικη πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε ύστερα από προσεπίκληση "μηδέποτε ασκηθείσα". Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο αμέσως πιο πάνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας προτάθηκε απ' αυτή νόμιμα στο Εφετείο, με τις προτάσεις της τής συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ή ότι συντρέχει κάποια από τις νόμιμες προϋποθέσεις του παραδεκτού του, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 Κ.Πολ.Δ, ενόψει και του ότι ναι μεν ο επίμαχος ισχυρισμός λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, οι αμέσως όμως πιο πάνω διατάξεις που τον θεμελιώνουν, δεν είναι δημόσιας τάξης, με την έννοια που προμνημονεύθηκε.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί, όπως προκύπτει από τις από 16-11-2005 προτάσεις, τις οποίες η αναιρεσείουσα, ως εφεσίβλητη, κατέθεσε στο Εφετείο, προς απόκρουση της έφεσης που κατ' αυτής άσκησε ο προσθέτως υπέρ των εναγομένων παρεμβάς Ψ1, δεν πρόβαλε ισχυρισμό περί απαραδέκτου της πρόσθετης παρέμβασης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.

ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτ.

β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς αγωγικούς ισχυρισμούς της περί του ότι το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου είχε περιέλθει στον απώτερο δικαιοπάροχό της Θ1 από εξ αδιαθέτου κληρονομία του κατά το έτος 1898 αποβιώσαντος χωρίς διαθήκη φυσικού του πατέρα Π1, στην οποία κληρονομία δεν αναμίχθηκαν τα τέκνα αυτού Π2, ο οποίος έλαβε άλλα ακίνητα και η Π3, η οποία είχε λάβει ως προίκα άλλα ακίνητα του πατέρα της, και ως εκ τούτου κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου και κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου ο απώτερος δικαιοπάροχός της Θ1 και ο απώτερος δικαιοπάροχος του τρίτου αναιρεσιβλήτου Τ1, περί του ότι το πιο πάνω ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου περιήλθε στη μητέρα της, ...σύζ.

Χ1Α, το γένος Θ1 από κληρονομία του κατά την ... αποβιώσαντος χωρίς διαθήκη φυσικού της πατέρα Θ1 σε συνδυασμό με άτυπη διανομή που εχώρησε μεταξύ αυτής και των λοιπών συγκληρονόμων αδελφών της αμέσως μετά την επαγωγή της κληρονομίας σε αυτούς, περί του ότι το έτος 1960 η μητέρα της συνέστησε υπέρ αυτής άτυπη δωρεά του παραπάνω ποσοστού - 1/2 εξ αδιαιρέτου και τέλος περί του ότι από το 1935 και μετά τόσο η δικαιοπάροχος μητέρα της όσο και η ίδια, μετά το έτος 1960, είχαν συνεχή και αδιάλειπτη καλόπιστη συννομή κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου, με τους τρόπους και τις πράξεις νομής που περιγράφονται στην ένδικη αγωγή.

Ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη τους επίμαχους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και τους απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση, ότι η ένδικη διεκδικητική αγωγή είναι απορριπτέα ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις) την προκύπτουσα από το δικόγραφο της ένδικης πρόσθετης παρέμβασης ομολογία του προσθέτως παρεμβαίνοντος και ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου περί του ότι το έτος 1898 επήλθε πράγματι εξ αδιαθέτου διαδοχή από την κληρονομία του απώτερου, κοινού της αναιρεσείουσας και του ίδιου - τρίτου αναιρεσιβλήτου - , δικαιοπαρόχου Π1, β)την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν από τη γέννησή της και γ)τα με αριθμούς ...

και ..., αντίστοιχα, συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αχαρνών Ελένης Τζεμπετζή, τα με αριθμούς ... και ..., αντίστοιχα, συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αχαρνών Σοφίας Χατζοπούλου και, τέλος, το με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αχαρνών Δημητρίου Γιαννάκη, τα οποία επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της, ότι το έτος 1935 διανεμήθηκε άτυπα η κληρονομιαία περιουσία του απώτερου δικαιοπαρόχου της Θ1.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, ως προς μεν την υπό στοιχεία α' γραπτή ομολογία του τρίτου αναιρεσιβλήτου, ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη το ομολογούμενο γεγονός και το μνημόνευσε μάλιστα ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την υπό στοιχείο β' κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης, ως απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο έκρινε, κατά την κυριαρχικά ανέλεγκτη απ' αυτό εκτίμηση της εν λόγω κατάθεσης (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ), ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν έχει άμεση αντίληψη των γεγονότων και όσα περί αυτών καταθέτει, τα έχει πληροφορηθεί από την οικογένειά της και, τέλος, ως προς τα υπό στοιχείο γ' έγγραφα (συμβόλαια), ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει άμεση ή έμμεση (με τεκμήριο) απόδειξη, που επικαλούνται με τις προτάσεις τους με ειδική σ' αυτές αναφορά και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, τα οποία μάλιστα μνημόνευσε ειδικά, με την επισήμανση ότι το ...

συμβόλαιο αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως 5464/2003, από πρόδηλη προφανώς αριθμητική παραδρομή. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "....Συμφωνία των ως άνω κληρονόμων του Π1, με βάση την οποία ο Π2 έλαβε άλλα ακίνητα, η Π3 έλαβε ως προίκα άλλα ακίνητα του πατέρα της, ενώ το επίδικο περιήλθε στον Θ1, πάππο της ενάγουσας, και τον Τ1, πατέρα του προσθέτως παρεμβάντος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα δεν αποδεικνύεται.

Επίσης δεν αποδεικνύεται ότι το. επίδικο ακίνητο είχε στην καλόπιστη συννομή της κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από το έτος 1935 μέχρι και το έτος 1960 η ...σύζ. Χ1Α, μητέρα της ενάγουσας... Το μόνο αποδεικτικό μέσο που προσκομίζει η ενάγουσα για την απόδειξη των ως άνω γεγονότων είναι η κατάθεση της μάρτυρά της.

Όμως η μάρτυρας αυτή δεν έχει άμεση αντίληψη των γεγονότων. Γεννήθηκε αυτή το έτος 1948 και είναι ανηψιά της ενάγουσας.

Συνεπώς, όσα καταθέτει για τα άνω γεγονότα τα έχει πληροφορηθεί από την οικογένειά της... Όμως η κατάθεση της παραπάνω μάρτυρα δεν ενισχύεται από άλλο αποδεικτικό μέσο, από το οποίο να αποδεικνύονται οι φανερές διακατοχικές πράξεις της ενάγουσας..... Συνεκτιμώμενη η κατάθεση της άνω μάρτυρα με τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζουν οι αντίδικοι της ενάγουσας και ιδίως τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζουν οι εναγόμενοι, έρχεται σε αντίθεση με όσα οι ενόρκως βεβαιώνοντες, γνώστες της περιοχής στην οποία βρίσκεται το επίδικο, καταθέτουν.

Μάλιστα ο εξ αυτών Μ1 είναι κάτοικος ... και ιδιοκτήτης γειτονικού ακινήτου με το επίδικο. Συγκεκριμένα, βεβαιώνουν αυτοί ότι το επίδικο καλλιεργούσε με δημητριακά, μέσω τρίτων προσώπων στα οποία το μίσθωνε, ο Ψ1 και ουδέποτε είδαν τον πατέρα και τον αδελφό της ενάγουσας να καλλιεργούν αυτό...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, αλλά και άλλες που δεν ενδιαφέρουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε, ότι οι αμέσως πιο πάνω αγωγικοί ισχυρισμοί της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας δεν αποδεικνύονται και, ακολούθως, έκρινε, ότι η ένδικη διεκδικητική αγωγή, που ως βάση έχει την έκτακτη χρησικτησία, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει διαφορετική κρίση.

Οι συναφείς, επομένως, τρίτος του κύριου αναιρετηρίου και πρώτος, αντίστοιχα, πρόσθετος λόγοι, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της με το να απορρίψει, με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, τους επίμαχους αγωγικούς ισχυρισμούς της ως ουσιαστικά αβάσιμους, μη αξιολογώντας προσηκόντως την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης τουλάχιστον για τις διακατοχικές πράξεις της μητέρας της ...

συζ. Χ1Α στο επίδικο ακίνητο κατά το πριν από το έτος 1948 χρονικό διάστημα, με το να δεχθεί με ελλιπή αιτιολογία, ότι το εν λόγω ακίνητο καλλιεργούσε με δημητριακά ο τρίτος αναιρεσίβλητος μέσω τρίτων προσώπων στα οποία το εκμίσθωνε, οι οποίοι δεν κατονομάζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και περαιτέρω με το να δεχθεί, επίσης, με ελλιπή αιτιολογία, ως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια, τη μαρτυρία του Μ1, βεβαιώνοντα ότι "ουδέποτε είδε τον πατέρα και τον αδελφό της ενάγουσας να καλλιεργεί αυτό", χωρίς να προσδιορίζει την απόσταση της ιδιοκτησίας Μ1 από το επίδικο ακίνητο, τη χρονολογία από την οποία ο πιο πάνω μάρτυρας βρίσκεται στην εν λόγω ιδιοκτησία, καθώς και τα χρονικά διαστήματα που περνά ο ίδιος απ' αυτή, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, εφόσον με αυτούς πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, - λ.χ στις καταθέσεις των μαρτύρων - όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία.

Εξάλλου, η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχικά ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να προσδώσει στις μαρτυρικές αποδείξεις μεγαλύτερη ή μικρότερη από άλλα, ίδιας αποδεικτικής δύναμης, αποδεικτικά μέσα.

Ο δεύτερος, επομένως, πρόσθετος λόγος με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, δεχόμενο ότι η κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης "δεν ενισχύεται από άλλο αποδεικτικό μέσο από το οποίο να αποδεικνύονται οι φανερές διακατοχικές πράξεις της ενάγουσας, με τις οποίες ασκούσε αυτή τη συννομή της με διάνοια συγκυρίας κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου", προσέδωσε στην εν λόγω κατάθεση μικρότερη αποδεικτική δύναμη από την προβλεπόμενη από το νόμο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, προκειμένου να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε, προέβη σε ελεύθερη, κατά το άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση της επίμαχης κατάθεσης, προσδίδοντας σ' αυτή τη βαρύτητα και σημασία που έκρινε ανέλεγκτα ότι έχει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-3-2007 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 4200/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 5-11-2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ, επιμεριζόμενα αναλόγως.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ