Employer's delay in accepting work allows employee to claim wages minus any benefits earned elsewhere.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of the employer's claim for wage deductions. The employer argued that the employee earned money working for other employers during the period the employer failed to accept his services, and thus should be compensated less. The court upheld the lower court's decision, finding sufficient factual basis that the employee had indeed worked for other employers and received payment, which justified the deduction from the delayed wages. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the employer was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 656 and 281 of the Civil Code; An employer who delays accepting work is liable for wages, but may deduct any benefits the employee obtained from working elsewhere during that period, provided there is a causal link between the delay and the alternative employment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1011 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1011/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Στύλα.
Του αναιρεσίβλητου: ........, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βλαστό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 265/2006 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/12/2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 28/12/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος, ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα ν' απαιτήσει το μισθό χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης όμως έχει το δικαίωμα να εκπέσει από το μισθό κάθε τι που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, εφόσον υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας, η οποία δεν έχει λυθεί νομίμως και ο εργοδότης αρνείται ν' αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, που αυτός πραγματικώς και προσηκόντως του προσφέρει, τότε ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία και έχει την υποχρέωση να καταβάλει στο μισθωτό τις αποδοχές που εκείνος θα ελάμβανε, σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο (ΣΣΕ ή ΔΑ), εάν δε μεσολαβούσε ή άρνηση του τελευταίου να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του.
Από τις αποδοχές αυτές όμως, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα ν' αφαιρέσει την ωφέλεια που απεκόμισε ο μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας του, δηλαδή από τη χρησιμοποίηση του χρόνου του, που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη, και (ο μισθωτός) από την αξιοποίηση αυτής, είτε αυτοαπασχολούμενος είτε απασχολούμενος σε άλλο εργοδότη, απεκόμισε ωφέλεια.
Αντίθετα, δεν αφαιρείται η ωφέλεια που προέρχεται από την αξιοποίηση εκ μέρους του μισθωτού του εκτός του ωραρίου εργασίας χρόνου του. Δηλαδή, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας του μισθωτού. Περαιτέρω το, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, δικαίωμα του μισθωτού, ν' αξιώσει από τον υπερήμερο, ως προς την αποδοχή της εργασίας του, εργοδότη τις αποδοχές που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα της υπερημερίας του, υπόκειται στον περιορισμό από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και εντεύθεν απαγορεύεται η άσκηση αυτού, όταν υπερβαίνει, κατά τρόπο προφανή, τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος όρια.
Τέτοια υπέρβαση υφίσταται όταν ο μισθωτός, μολονότι μπορούσε να παράσχει ανάλογη προς την ειδικότητά του εργασία σε άλλον εργοδότη, εντούτοις παρέμεινε άνεργος αδικαιολόγητα κατά τον χρόνο υπερημερίας του εργοδότη, για να εισπράξει από αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές και να ματαιώσει το δικαίωμα εκείνου να καταλογίσει την ωφέλεια στις αποδοχές υπερημερίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Ο αναιρεσίβλητος, μετά από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του αναιρεσείοντος, προσλήφθηκε από τον τελευταίο κατά το έτος 1988 για να εργαστεί ως βοηθός τεχνίτη ζαχαροπλαστικής στο ζαχαροπλαστείο που διατηρούσε στο ......
Έκτοτε ο αναιρεσίβλητος προσέφερε τις συμβατικές υπηρεσίες του βοηθού τεχνίτη και από το έτος 1991 του τεχνίτη ζαχαροπλαστικής. Στις 9.11.1999 ο αναιρεσείων κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση, η καταγγελία όμως αυτή κρίθηκε τελεσιδίκως άκυρη με την 423/2003 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Με την ίδια απόφαση επεδικάστηκαν στον αναιρεσίβλητο και μισθοί υπερημερίας από 9.11.1999 μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου 2000.
Στη συνέχεια ο αναιρεσίβλητος άσκησε την ένδικη αγωγή, με την οποία ζητεί μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.3.2000 μέχρι και 8.4.2004. Προς απόκρουση της αγωγής αυτής, ο αναιρεσείων πρότεινε τις ενστάσεις α) της έκπτωσης από τους μισθούς που ζητεί ο αναιρεσίβλητος, ό,τι αυτός ωφελήθηκε από την παροχή άλλου της εργασίας του κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και β) ότι καταχρηστικώς ασκεί το δικαίωμά του ο αναιρεσίβλητος, διότι κατά το ίδιο διάστημα, ενώ μπορούσε να παράσχει αλλού την εργασία του, εντούτοις κακοβούλως παρέμεινε άνεργος για να εισπράξει από αυτόν τις αποδοχές υπερημερίας (άρθρα 656 και 281 ΑΚ).
Επί των ενστάσεων αυτών το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι ο αναιρεσίβλητος, κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο, εργάστηκε στους εργοδότες .... στο ...... σε οικοδομικές εργασίες και στο ευρισκόμενο στην ....... Αργολίδος ξενοδοχείο της εταιρείας "PALADEIN LENA MARY AE", κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση χρονικά διαστήματα και ότι για την εργασία του προς τους άνω εργοδότες, εισέπραξε τα σημειούμενα εκεί χρηματικά ποσά, κατά τα οποία και ωφελήθηκε, και ότι τα ποσά αυτά αφαιρέθηκαν από τις αποδοχές υπερημερίας που αυτός δικαιούται.
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος έκανε πολλές προσπάθειες για ανεύρεση εργασίας σε αρτοποιεία, ζαχαροπλαστεία και ξενοδοχεία και ότι λόγω της μεγάλης ανεργίας και της υπερπροσφοράς εργασίας από αλλοδαπούς ήταν δύσκολο ν' ανεύρει άλλη εργασία. Ουδόλως ο αναιρεσίβλητος απέφυγε ν' αναζητήσει εργασία αλλού κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του αναιρεσείοντος και δεν επέδειξε οκνηρία και κακοπιστία.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τις ανωτέρω ενστάσεις του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος, επικυρώνοντας την 81/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 656 και 281 ΑΚ και δεν στερείται νόμιμης βάσης, αφού διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό του.
Ως εκ τούτου οι τρεις σχετικοί αναιρετικοί λόγοι, ο πρώτος από τον αριθμό 19 και οι λοιποί δύο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-12-2006 αίτηση του χ1 για αναίρεση της 265/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε εφτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ