Legislator Case Law & Legislation
1011/2007 AI generated

1011/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1011/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1011/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1011 / 2007 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1011/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ........κρατούμενου στις Φυλακές Αγίου Στεφάνου Πατρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θρασύβουλο Κονταξή, περί αναιρέσεως της 2122/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26.10.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1858/2006.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αγορά (και αντίστοιχα η πώληση) ναρκωτικών ουσιών (άρθρο 20 παράγραφος 1β Ν. 3459/2006) πραγματώνεται με την, κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας ναρκωτικής ουσίας και την παράδοσή της για τον σκοπό αυτό από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε. Η κατοχή (άρθρο 20 παράγραφος 1 ως άνω νόμου) των αυτών ως άνω ουσιών πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά την δική του βούληση να τις διαθέσει πραγματικά.

Για την αιτιολόγηση της τέλεσης των ως άνω εγκλημάτων δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός του επιτευχθέντος τιμήματος ούτε ο ακριβής προσδιορισμός της ποσότητας ούτε η ταυτότητα των πωλητών και αγοραστών. Επίσης δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κατοχής η ύπαρξη στο δράστη σκοπού προς περαιτέρω διάθεση της ναρκωτικής ουσίας ή για δική του αποκλειστικά χρήση, εκτός εάν υποβληθεί πλήρης και ορισμένος αυτοτελής ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο για προμήθεια ή κατοχή ναρκωτικών προς ιδία αποκλειστική χρήση, οπότε το δικαστήριο οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ αν καταλήγει στην απόρριψη αυτού.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού.

Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παράγραφος 2 και 333 παράγραφος 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής.

Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι: 1) η επίκληση από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παράγραφος 2δ ΠΚ, σύμφωνα με τον οποίο η ποινή μειώνεται και στις περιπτώσεις που το δικαστήριο κρίνει ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια για την πράξη του και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες αυτές και 2) (ο ισχυρισμός) περί τοξικομανίας, αφού έχει, ως συνέπεια την ηπιότερη ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου.

Για να είναι, όμως, σαφείς και ορισμένοι αυτοί οι ισχυρισμοί και να προκύπτει εντεύθεν υποχρέωση του δικαστηρίου να τον εξετάσει, να αξιολογήσει τη σχετική κρίση του και να απαντήσει σ' αυτούς με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αρκεί η επίκληση μόνο των όρων του νόμου, αλλά πρέπει, για την θεμελίωσή τους, να γίνεται επίκληση και των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν αυτούς.

Ειδικότερα για να είναι σαφής και ορισμένος ο περί τοξικομανίας ισχυρισμός πρέπει να εκτίθεται ότι ο κατηγορούμενος έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις παρά μόνο με ειδική θεραπευτική αγωγή.

Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτή από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει, όπως και οι παραπάνω πλημμέλειες, τον εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση εκείνη λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 2122/2006 απόφασή του και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παράγραφος 2ε ΠΚ και επέβαλε εις αυτόν ποινή καθείρξεως 12 ετών.

Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εδέχθη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 18.12.2002 σε περιπολία που διενεργούσε στην περιοχή ........ ο αστυνομικός ......συνοδευόμενος από συνάδελφό του, κατόπιν πληροφοριών που έφθασαν στην αρμόδια αστυνομική αρχή, ότι άτομο πιθανόν αλβανικής καταγωγής διακινεί σε τρίτους ποσότητες ναρκωτικών ουσιών (ηρωΐνη) παρακολούθησε το άτομο αυτό που εντοπίστηκε σε αυτή την περιοχή καθώς επίσης και άλλο άτομο ελληνικής καταγωγής το οποίο πλησίασε τον αλβανό.

Θεωρώντας ότι εγένετο μεταξύ των ατόμων αυτών συναλλαγή που αφορούσε ναρκωτικά, τους πλησίασαν οι αστυνομικοί. Τα δύο άτομα, όταν αντελήφθησαν την παρουσία των αστυνομικών, ετράπησαν σε φυγή και το ελληνικής καταγωγής άτομο διέφυγε τρέχοντας στους γύρω δρόμους, ενώ ο αλβανός συνελήφθη και είναι ο παρών κατηγορούμενος.

Αυτός έρριψε με δύναμη στο έδαφος το κινητό του τηλέφωνο ώστε να καταστραφεί για να μη μπορούν οι αστυνομικοί να διαπιστώσουν τα τρίτα άτομα με τα οποία ο κατηγορούμενος είχε συναλλαγές που αφορούν ναρκωτικά, ενώ βρέθηκαν στην κατοχή του τρεις ξεχωριστές νάυλον σακούλες που περιείχαν ηρωΐνη συνολικού βάρους 470, 6 γραμμάρια.

Η μία περιείχε 211 γραμμάρια η άλλη 209,1 γραμμάρια και η τρίτη 50,5 γραμμάρια ηρωΐνης, όπως διαπιστώθηκε και από τον έλεγχο που διενήργησε το Γενικό Χημείο. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος ομολόγησε την πράξη του. Περαιτέρω απεδείχθη ότι την ποσότητα αυτή είχε αγοράσει ο κατηγορούμενος σε μη διακριβωθείσα ημέρα του μήνα Δεκεμβρίου 2002 στην Αλβανία.

Ενόψει των ανωτέρω περιστατικών και του γεγονότος ότι α) προέβαλε αντίσταση κατά την σύλληψη, όπως δήλωσε ο αστυνομικός, β) προσπάθησε να καταστρέψει το κινητό του τηλέφωνο, γ) ότι είχε διαμοιρασμένες σε δόσεις με τις ανωτέρω συσκευασίες, δηλαδή έτοιμες προς περαιτέρω διάθεση και ε) είχε τις συσκευασίες επιμελώς κρυμμένες μέσα στο εσώρουχό του ώστε να μη γίνονται εύκολα αντιληπτές, οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι τις ανωτέρω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών δεν τις είχε για δική του χρήση αλλά τις προόριζε για περαιτέρω διάθεση προς τρίτους.

Μετά ταύτα, θα πρέπει ο κατηγορούμενος αυτός να κηρυχθεί ένοχος αγοράς και κατοχής της ανωτέρω ποσότητας ναρκωτικών ουσιών. Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δικάσαν δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ αξιουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει εις αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά την ανέλεγκτη κρίση του αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους συνήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1β, ζ Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 10 Ν. 2123/1993, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με την παραδοχή δηλαδή ασαφών, ελλειπών ή αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο, όπως εσημειώθη στην οικεία νομική σκέψη, να προσδιορίζεται η ταυτότητα του πωλητή ούτε το ύψος του επιτευχθέντος τιμήματος, ενώ περαιτέρω δεν δημιουργείται καμμία αντίφαση ούτε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως εκ του ότι εις μεν το αιτιολογικό της αναφέρεται ως τόπος αγοράς των ναρκωτικών η Αλβανία εις δε το διατακτικό, από προφανή παραδρομή, (ως τόπος αγοράς) η Ελλάδα, αφού εντεύθεν δεν επηρεάζεται το αξιόποινο της πράξεως, αν ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ.

θ' του ΠΚ, οι διωκόμενες αξιόποινες πράξεις τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξάρτητα από το νόμο του τόπου τελέσεως αυτών.

Περαιτέρω, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παράγραφος 2δ ΠΚ και περί τοξικομανίας, προβλήθηκαν ως εξής: Ο πρώτος εξ αυτών: "Από την πρώτη στιγμή επέδειξα ειλικρινή μεταμέλεια και ζήτησαν συγγνώμη για το λάθος μου που οφείλεται στη χρήση ναρκωτικών ουσιών", ο δε δεύτερος: "Από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης σε συνδυασμό με την απολογία μου και τις καταθέσεις των μαρτύρων μου, αλλά και το γεγονός ότι παρακολούθησαν πρόγραμμα απεξάρτησης στις φυλακές, αποδεικνύουν την τοξικομανία μου".

Αμφότεροι οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν αορίστως, χωρίς την επίκληση πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν αυτούς και επομένως το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Εντεύθεν, οι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ.

Δ, Ε ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμος και καθό μέρος με αυτούς πλήττεται η αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αυτοί είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι. Απορριπτομένων αμφοτέρων των λόγων της αιτήσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και ο αναιρεσείων να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Οκτωβρίου 2006 αίτηση του ........, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2122/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ