Legislator Case Law & Legislation
1010/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against defamation judgment, upholding lower court's finding of liability for personality rights violation.

Case Number 1010/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal, which had ruled the appellant liable for defamation. The appellant argued the lower court erred in fact-finding regarding the truthfulness of defamatory statements and the lack of influence on lower courts. The court rejected these claims as inadmissible, stating they concerned the evaluation of evidence and the weighing of proof, which falls exclusively within the discretion of the court of first instance and is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court's review of a lower court's judgment on facts is limited to checking for contradictions and insufficiency of reasoning, not re-evaluating the assessment of evidence or the weighing of proof, which constitutes a non-reviewable exercise of judicial discretion.

Keywords

AI generated
appeal admissibility defamation liability personality rights evaluation of evidence judicial discretion non-reviewable facts civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1010 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1010/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Γεωργίου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπαγεωργίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χ. με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/11/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1622/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5185/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/2/2018 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 73/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 23-2-2018 κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, ύστερα από την υπ' αριθ. 73/2022 πράξη του Προέδρου του Τμήματος λόγω επανασυζήτησης, κατ'εφαρμογή του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ., καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής στις 18-3-2019 κατέστη αδύνατη η έκδοση αποφάσεως. Με την κρινόμενη από 23-2-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία 5185/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 23-9-2015 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 1622/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 23-11-2009 αγωγή του αντιδίκου του, και αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει στον τελευταίο, το ποσό των 20.000 ευρώ, για την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης λόγω της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του εξαιτίας της εις βάρος του αδικοπραξίας του εναγομένου-αναιρεσείοντος.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β εδ. δ', 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του και τέτοια είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.

Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 271/2012), εκδηλούμενη, είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 του ΑΚ) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.

Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς, κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ (ΑΠ 292/2020, AΠ 1116/2019, AΠ 1394/2017, ΑΠ 726/2015, ΑΠ 1216/2014, ΑΠ 1230/2014).

Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο από αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός, είναι πρόσφορο και κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου, υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 611/2019, ΑΠ 1394/2017, AΠ 343/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 141/2021, Α.Π. 259/2019, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, Ολ.Α.Π.1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της ένδικης αγωγής και τη βασιμότητα των λόγων της έφεσης του αναιρεσείοντος, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, μετά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των προσκομιζόμενων από τους διαδίκους αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθ. 1211/24-10-1989 οικοδομικής αδείας που εξέδωσε το Γραφείο Πολεοδομίας Μαρκοπούλου της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, επετράπη στον εναγόμενο Δ.

Κ. του Γ. η ανέγερση τεσσάρων κτηρίων (1, 2,3 και 4) στο οικοδομικό τετράγωνο 40 της συνοικίας ... του Δήμου Μαρκοπούλου, της οποίας το ρυμοτομικό σχέδιο είχε εγκριθεί με το από 11/19-9-1932 Π.Δ. (ΦΕΚ 331 Α'), Το έργο της ανέγερσης των κτηρίων αυτών επί οικοπέδου ιδιοκτησίας του Ιδρύματος Γεωργικής και Κοινωνικής Πρόνοιας Μαρκοπούλου, επιφάνειας 5.984,82 τ.μ., κείμενου στο ως άνω Ο.Τ., είχε αναλάβει, δυνάμει του υπ' αριθ. ...

συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Π. - Ι., η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Δ.. Γ.. Κ. Α. Τ. Ε. Κ. Τ. «Ε., της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και Πρόεδρος του Δ.Σ, αυτής ήταν ο εναγόμενος. Κατά της ως άνω οικοδομικής αδείας το σωματείο με την επωνυμία ... άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αφενός αίτηση ακύρωσης και αφετέρου αίτηση αναστολής εκτέλεσης αυτής.

Με την υπ' αριθ.519/7-12-1989 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας ανεστάλη η εκτέλεση της ανωτέρω οικοδομικής αδείας, κατά το μέρος που αφορούσε τα υπ' αριθ. 2 και 4 κτήρια, μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση επί της ασκηθείσας αίτησης ακύρωσης, ενώ τα υπ' αριθ.1 και 3 κτήρια ανεγέρθηκαν. Κατά το χρονικό διάστημα που εκκρεμούσε η ως άνω αίτηση ακύρωσης, εκδόθηκαν:

α) Το από 12-4-1992/28-4- 1993 Π.Δ. (ΦΕΚ 430 Δ'), με το οποίο αφενός μεν εγκρίθηκε το πολεοδομικό σχέδιο των πολεοδομικών ενοτήτων 1 και 2 της περιοχής δεύτερης κατοικίας "Πόρτο Ράφτη" του Δήμου Μαρκοπούλου Αττικής, αφετέρου δε αναθεωρήθηκε το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο στην περιοχή ... του ίδιου Δήμου, με την τροποποίηση, μεταξύ άλλων, των ορίων του Ο.Τ. 40, έτσι ώστε τμήμα αυτού, εμβαδού 2.000 τ.μ.

περίπου, εντός του οποίου ενέπιπταν τα κτήρια 2 και 4, να καθίσταται κοινόχρηστος χώρος, ενοποιούμενος με τον παρακείμενο κοινόχρηστο χώρο Γ41 και αποχωριζόμενος από το εναπομείναν Ο.Τ. 40 με τη χάραξη μεταξύ αυτών οδού. Κατά του εν λόγω Π.Δ. και ειδικότερα κατά των διατάξεων του που αφορούσαν την ανωτέρω τροποποίηση, ασκήθηκε αίτηση ακύρωσης από το Ίδρυμα Γεωργικής και Κοινωνικής Πρόνοιας Μαρκοπούλου, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 5934/1996 απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας, καθόσον κρίθηκε νόμιμος ο χαρακτηρισμός του προαναφερόμενου τμήματος ως κοινοχρήστου χώρου, ενόψει και του ότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης αυτής, το τμήμα τούτο αποτελεί συνέχεια υφιστάμενου λόφου αποτελούντος δασική έκταση, φέρεται δε και αυτό, παρά την ένταξή του στο σχέδιο πόλεως από το έτος 1932, να έχει δασική μορφή, β) Η υπ' αριθ. 6399/ 196/ 25-7/27-7-1994 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής (ΦΕΚ 770 Δ'), εκδοθείσα μετά από σχετική αίτηση της εταιρείας «Δ..

Γ.. Κ. Α. Τ. Ε. Κ. Τ. «Ε., με την οποία αφενός μεν το τμήμα του Ο.Τ. 40, που είχε, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, χαρακτηριστεί ως κοινόχρηστος χώρος, αποχαρακτηρίστηκε και αφού χαρακτηρίστηκε εκ νέου ως οικοδομήσιμος χώρος ενσωματώθηκε και πάλι στο Ο.Τ. 40, αφετέρου δε τροποποιήθηκαν οι όροι δόμησης του συγκεκριμένου Ο.Τ.

Η νομαρχιακή αυτή απόφαση ακυρώθηκε όμως με την υπ' αριθ. 5358/1995 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με συνέπεια να επανέλθει σε ισχύ το ανωτέρω από 12-4-1992/28-4-1993 Π.Δ. Ακολούθως, επί της ασκηθείσας από το σωματείο με την επωνυμία ... αίτησης ακύρωσης της υπ' αριθ. 1211/24-10-1989 οικοδομικής αδείας, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 683/1997 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση α) ως αλυσιτελής καθόσον στρεφόταν κατά του μέρους της αδείας που επέτρεπε την ανέγερση των κτηρίων 2 και 4, αφού μετά τον χαρακτηρισμό ως κοινοχρήστου του χώρου, όπου επρόκειτο να ανεγερθούν, δεν ήταν πλέον δυνατή η εκτέλεση εργασιών δόμησης σε αυτόν, και β) ως αβάσιμη καθόσον στρεφόταν κατά του υπολοίπου μέρους της αδείας.

Εξάλλου, κατά του από 12-4-1992/28-4-1993 Π.Δ. ασκήθηκε αίτηση ακύρωσης από τους ιδιοκτήτες ακινήτου κείμενου στην περιοχή της οποίας το σχέδιο εγκρίθηκε με το διάταγμα αυτό, καθόσον τούτο προέβλεπε τη ρυμοτόμηση του ακινήτου τους προς· διαπλάτυνση της οδού Μεσσηνίας. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 3217/18-10-1999 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ακυρώθηκε το ως άνω Π.Δ., επειδή εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4 περ. 1 του Π.Δ.

της 16/30-8-1985, που θεσπίζει τη δυνατότητα, κατόπιν σχετικής απόφασης του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., έγκρισης πολεοδομικής μελέτης σε διαμορφωμένες περιοχές δεύτερης κατοικίας ή τμήματα αυτών, που παρουσιάζουν έντονα πολεοδομικά προβλήματα χωρίς την προηγούμενη σύνταξη ΣΧΑΠ, και επιτρέπει έτσι απόκλιση από τις αρχές του ορθολογικού χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού χάριν θεραπείας αναγκών και προβλημάτων που προέκυψαν από την αυθαίρετη δόμηση, η οποία διάταξη κρίθηκε με την εν λόγω απόφαση ως αντικείμενη ευθέως στο άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος.

Κατόπιν αυτού, μετά από σχετική αίτηση της εταιρείας «Δ.. Γ.. Κ. Α. Τ. Ε. Κ. Τ. «Ε., εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6261/16-5-2003 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, με την οποία η ισχύς της υπ' αριθ. 1211/1989 οικοδομικής αδείας παρατάθηκε για χρονικό διάστημα 3 ετών, 10 μηνών και 20 ημερών και βάσει αυτής αναθεωρήθηκε, με την υπ' αριθ. 1543/25-7-2003 πράξη του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκοπούλου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, η ως άνω άδεια και ορίστηκε ότι ισχύει μέχρι 26-3-2007.

Κατά της ως άνω νομαρχιακής απόφασης και της σχετικής πράξης αναθεώρησης ασκήθηκε από την Ομοσπονδία Συλλόγων Πόρτο Ράφτη Αττικής αίτηση ακύρωσης, την οποία υπέγραφε ο δικηγόρος Κ. Χ., υιός του ενάγοντος. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1974/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας η αιτούσα Ομοσπονδία άσκησε έφεση, την οποία υπέγραφε ο ίδιος ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 2076/2006 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, έγινε δεκτή η αίτηση ακύρωσης και ακυρώθηκαν α) η υπ' αριθ. 6261/16-5-2003 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής και β) η υπ' αριθ. 1543/25-7- 2003 πράξη του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκοπούλου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, με την αιτιολογία ότι από τη δημοσίευση του από 12-4-1992/28-4-1993 Π.Δ., με το οποίο τροποποιήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο στην περιοχή ...

του Δήμου Μαρκοπούλου Αττικής και κατέστη κοινόχρηστος χώρος το Ο.Τ. 40, στο οποίο ενέπιπταν τα κτήρια 2 και 4, δεν ήταν πλέον επιτρεπτή η παράταση της ισχύος της ανωτέρω οικοδομικής αδείας, παρά το γεγονός ότι μεταγενέστερα με την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 3217/1999 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ακυρώθηκε το ως άνω Π.Δ.

και επανήλθε σε ισχύ το από 11/19-9-1932 Π.Δ., που ορίζει το επίμαχο τμήμα του Ο.Τ. 40 ως οικοδομήσιμο χώρο, καθόσον στην περίπτωση αυτή απαιτείται η έκδοση νέας αδείας οικοδομικών εργασιών. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, δικαστικός λειτουργός (Σύμβουλος Επικρατείας), ήδη συνταξιούχος, είναι κύριος ακινήτου (διαμερίσματος) στην περιοχή Πόρτο Ράφτη Αττικής, καθ' όλη δε τη διάρκεια του ως άνω πολυετούς δικαστικού αγώνα, είχε ταχθεί στο πλευρό του Ε. - Ε.

Σ. Πόρτο Ράφτη και της Ομοσπονδίας Συλλόγων Πόρτο Ράφτη Αττικής, οι οποίοι προσέφυγαν στα διοικητικά δικαστήρια, προκειμένου να αποτρέψουν την ανέγερση των Κτηρίων που προέβλεπε η υπ' αριθ. 1211/1989 οικοδομική άδεια. Όπως προελέχθη δε, ο υιός του ενάγοντος, Κ. Χ., ενεργώντας ως πληρεξούσιος δικηγόρος της Ομοσπονδίας Συλλόγων Πόρτο Ράφτη Αττικής, είχε υπογράψει την αίτηση ακύρωσης κατά της υπ' αριθ. 6261/16-5-2003 απόφασης τού Νομάρχη Ανατολικής Αττικής και στη συνέχεια την έφεση κατά της υπ' αριθ. 1974/2004 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω αίτηση ακύρωσης.

Οι ενέργειες των ανωτέρω νομικών προσώπων (Συλλόγου και Ομοσπονδίας) είχαν ως μοναδικό σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος στην ως άνω περιοχή, καθόσον ο χώρος στον οποίο επρόκειτο να ανεγερθούν τα προαναφερόμενα κτήρια είχε δασική μορφή και ειδικότερα, αποτελούσε συνέχεια υφιστάμενου λόφου αποτελούντος δασική έκταση.

Την επίτευξη αυτού του σκοπού επιθυμούσε και ο ενάγων, ο οποίος, για τον λόγο αυτό, παρίστατο σε γενικές συνελεύσεις των προαναφερόμενών νομικών προσώπων και εξέφραζε τις απόψεις του επί του επίμαχου θέματος, ισχυριζόμενος ότι η ανέγερση των ως άνω κτηρίων στη συγκεκριμένη περιοχή αποτελεί πράξη παράνομη και πρέπει να αποτραπεί.

Η θέση αυτή του ενάγοντος, η οποία ήταν αντίθετη προς τα οικονομικά συμφέροντα του εναγομένου, ώθησε τον τελευταίο, υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Δ.. Γ.. Κ. Α. Τ. Ε. Κ. Τ. «Ε., να υποβάλει στις 23-3-2004, στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, την από 22-3-2004 αναφορά - καταγγελία σε βάρος του δικηγόρου Κ.

Χ.., στο κείμενο της οποίας γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος, ειδικότερα δε, αναφέρονται τα εξής: Α) "Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων ενώπιον του ΣτΕ μας λύθηκαν οι απορίες καθόσον επιβεβαιώθηκαν οι φήμες που έφεραν ως διεκπεραιωτή, για λογαριασμό των αντιδίκων μας, τον Σύμβουλο Επικρατείας κ. Σοφοκλή Χ..

Ακόμα μας λύθηκε η απορία πώς και με ποια διαδικασία, ενώ εκδόθηκε η με αριθ. 412/1993 της Ολομελείας του ΣτΕ, ακολουθήθηκε μια περίεργη διαδικασία εντός και εκτός του ΣτΕ, με αποτέλεσμα την πλήρη εξουδετέρωση του δεδικασμένου της απόφασης 412/93 με τον χαρακτηρισμό του χώρου ως κοινόχρηστου." Β) Έκτοτε (1993) το επίδικο ακίνητο ιδιοκτησίας του Ιδρύματος Μαρκοπούλου παρέμενε αδόμητο αφενός, αφετέρου ο Δήμος ή άλλος δημόσιος φορέας δεν προέβη στην ολοκλήρωση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, δεν κατεβλήθη καμία αποζημίωση, η δε παρέλευση του χρόνου (10 και πλέον ετών) επιβεβαίωσε δύο θέσεις μας:

α) ότι δεν υπήρχε ανάγκη χαρακτηρισμού κοινοχρήστων χώρων στην περιοχή αυτή, όπου υπάρχουν απέραντοι χώροι αναψυχής, β) η όλη διαδικασία έγινε προς χάριν της "θέας" των όπισθεν πολυκατοικιών, στη μία εκ των οποίων διαθέτει διαμέρισμα ο κ. Χαραλαμπίδης Σύμβουλος Επικρατείας." Γ) "Βοούν οι διάδρομοι του Δικαστηρίου αυτού και οι Γραμματείς (Τμήματος ενδίκων μέσων και Α' Τμήματος) δεν άφησαν ασχολίαστη την "αυταρχική", αφ' υψηλού" και προστακτική - λόγω ιδιότητος- συμπεριφορά του κ.

Σοφοκλή Χ., Συμβούλου εν ενεργεία του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά τη διαδικασία της κατάθεσης, που πραγματοποίησε αυτός υπογράφων στο βιβλίο κατάθεσης ως "Κ./νος Χ.", όσο και τη διαδικασία εκδόσεως της προσωρινής διαταγής του Προέδρου, καθόσον ο δικηγόρος κ. Κ./νος Χ. δεν εμφανίσθηκε σε καμία φάση της ανωτέρω διαδικασίας στο Δ.Εφ.Αθηνών." Δ) "Η ίδια τακτική έχει ακολουθηθεί και σε άλλη υπόθεση, με "συμμετοχή" του "παρά πρωτοδίκαις" δικηγόρου κ.

Χ., στην οποία επίσης με τον ίδιο τρόπο "κατατέθηκε" υπόμνημα στις 23-5- 2003, επί του οποίου ανεγράφη "ΠΡΟΣΘΗΚΗ με την παράκληση αναγνώσεώς της επ' ακροατηρίου", με τον γραφικό χαρακτήρα του Σοφοκλή Χ. και με περιεχόμενο που δεν αρμόζει σε δικηγόρο, χωρίς φυσικά και σε αυτή την υπόθεση να έχει παραστεί και ενεργήσει οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη ο ανωτέρω δικηγόρος.

Από τα παραπάνω προκύπτει η άμεση και ενεργός ανάμειξη του Συμβούλου της Επικρατείας κ. Χ.. Σ., ο οποίος αδιαφορώντας για τη νομιμότητα εμφανώς επεμβαίνει στη διαδικασία κατωτέρου δικαστηρίου και οπωσδήποτε γεννάται το ερώτημα γιατί να μην επεμβαίνει και ουσιαστικά στα έργα κατωτέρων κατά βαθμό δικαστών και ιεραρχικά εξαρτημένων από αυτόν, καθόσον μέλη του ΣτΕ διενεργούν κατά νόμο τις Επιθεωρήσεις των διοικητικών δικαστηρίων και το κυριότερο μετέχουν στο Ανώτατο Συμβούλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης,, το οποίο κρίνει τους διοικητικούς δικαστές για την απόδοσή τους αλλά και μέχρι και για την προαγωγή τους ως Συμβούλων του ΣτΕ." Ε) "Η αποθέωση δε της παρανομίας, θράσους και ευτελισμού των θεσμών έλαβε χώρα στις 13-12- 2003 στο Δημαρχείο Μαρκοπούλου, οπότε για τη συνάντηση"- ενημέρωση της αντιδίκου μας Ομοσπονδίας Συλλόγων Πόρτο Ράφτη Αττικής (ΟΣΠΑ) με τη δημοτική αρχή, σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα του κ.

Χ. Κ. "Πολίτης του Πόρτο Ράφτη", με αρ. φύλλου 11, στη σελίδα 8 της οποίας ρητά αναφέρει: "Στη συνάντηση που είχε η ΟΣΠΑ την 13-12- 2003 μαζί με τον νομικό της σύμβουλο κ. Χ. Κων/νο, άλλα στελέχη ενεργών πολιτών...με τη δημοτική αρχή που είχε επικεφαλής τον δήμαρχο κ. Φ. Μ., (ήταν επίσης παρόντες από την συμπολίτευση ο αντιδήμαρχος και νομικός κ.

Α., η δημοτική σύμβουλος και νομικός επίσης κ. Μ....". Όμως στη συνάντηση αυτή δεν υπήρξε και φυσικά δεν έλαβε τον λόγο κανένας νομικός σύμβουλος (=δικηγόρος) και μάλιστα ο ΑΠΩΝ κ. Κ./νος Χ., αλλά ο πατέρας του Σ. Χ. Σύμβουλος ΣτΕ εν ενεργεία, ο οποίος ανέπτυξε τις νομικές θέσεις της Ομοσπονδίας και μάλιστα "προέβλεψε"!! την ευόδωση όλων των ενδίκων μέσων που έχει ασκήσει η Ομοσπονδία" .

Επί των ως άνω υπό στοιχ. Α' έως Ε' ισχυρισμών του εναγομένου λεκτέα τα εξής: Η υπ' αριθ. 412/1993 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με Εισηγητή τον ενάγοντα, είχε εκδοθεί επί της από 26-1-1990 αίτησης ακύρωσης κατά πράξεων μη σχετιζομένων με την υπό κρίση υπόθεση και ειδικότερα, κατά α) της υπ' αριθ. 2255/1989 αδείας οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής Αττικής, β) της υπ' αριθ. 562/22-8-1989 πράξης του Δασονομείου Αγίας Παρασκευής Αττικής, γ) της υπ' αριθ. 209/108/1990 πράξης της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής Αττικής και δ) του Π.Δ.

της 8/29-7-1988, απορρίφθηκε δε η εν λόγω αίτηση ακύρωσης με την αιτιολογία ότι "...για να θεωρηθεί ότι μία ρυμοτομική ρύθμιση δεν ισχύει, δεν αρκεί η συνδρομή λόγων που δικαιολογούν ή επιβάλλουν την άρση της, αλλά χρειάζεται, συμφώνως άλλωστε και με γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, η έκδοση αντίθετης διοικητικής πράξεως από την αρμόδια αρχή.

Αν δεν έχει εκδοθεί τέτοια πράξη, οποιαδήποτε άλλη διοικητική αρχή, στην οποία προβάλλεται η συνδρομή των πιο πάνω λόγων, δεν μπορεί να κρίνει το ζήτημα του κύρους ρυμοτομικών σχεδίων. Έτσι, η γενική αρχή της αδυναμίας του παρεμπίπτοντος ελέγχου των ατομικών πράξεων που έχουν διαφύγει την ευθεία ακυρωτική προσβολή έχει ένα ιδιαίτερο επιπρόσθετο λόγο εφαρμογής σε περίπτωση αμφισβητήσεως του κύρους ρυμοτομικών σχεδίων επ' ευκαιρία προσβολής πράξεως εφαρμογής τους.

Επομένως, για την κάμψη της αρχής αυτής στα ρυμοτομικά σχέδια, απαιτείται ρητή, ειδική και ανενδοίαστη πρόβλεψη του νομοθέτη. Τέτοια όμως διάταξη δεν υπάρχει ούτε στο Σύνταγμα ούτε στο νόμο περί δασών...". Στην προκειμένη περίπτωση, το ρυμοτομικό σχέδιο της συνοικίας ... του Δήμου Μαρκοπούλου Αττικής είχε εγκριθεί με το από 11/19-9-1932 Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο το υπ' αριθ. 40 Ο.Τ.

της ανωτέρω συνοικίας, όπου επρόκειτο να ανεγερθούν τα κτήρια για τα οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1211/1989 οικοδομική άδεια, αποτελεί οικοδομήσιμο χώρο. Ακολούθως, με το από 12-4-1992/28-4- 1993 Π.Δ. αναθεωρήθηκε το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο στην περιοχή ... του Δήμου Μαρκοπούλου Αττικής, με την τροποποίηση, μεταξύ άλλων, των ορίων του Ο.Τ. 40, έτσι ώστε τμήμα αυτού, εμβαδού 2.000 τ.μ.

περίπου, εντός του οποίου ενέπιπταν τα κτήρια 2 και 4, να καθίσταται κοινόχρηστος χώρος, ενοποιούμενος με τον παρακείμενο κοινόχρηστο χώρο Γ41 και αποχωριζόμενος από το εναπομείναν Ο.Τ. 40 με τη χάραξη μεταξύ αυτών οδού.

Συνεπώς, το ρυμοτομικό σχέδιο της συνοικίας ... τροποποιήθηκε με νεώτερο Π.Δ., οι δε εκδοθείσες στη συνέχεια υπ' αριθ. 5358/1995, 5934/1996 και 683/1997 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, για τις οποίες γίνεται λόγος πιο πάνω, δεν ήταν αντίθετες προς την υπ' αριθ. 412/1993 απόφαση της Ολομελείας του ίδιου Δικαστηρίου. Εξάλλου, ο ενάγων είναι κύριος ακινήτου (διαμερίσματος) στην περιοχή Πόρτο Ράφτη Αττικής, όπως προελέχθη, το συγκεκριμένο δε ακίνητο βρίσκεται σε απόσταση 440 μέτρων (σε ευθεία γραμμή) από το Ο.Τ. 40, όπου επρόκειτο να ανεγερθούν τα κτήρια για τα οποία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1211/1989 οικοδομική άδεια.

Συνεπώς, ο δικαστικός αγώνας για την αποτροπή ανέγερσης των προαναφερόμενων κτηρίων δεν έγινε χάριν της θέας των όπισθεν πολυκατοικιών, στη μία από τις οποίες βρίσκεται το διαμέρισμα ιδιοκτησίας του ενάγοντος, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος με την από 22-3-2004 αναφορά του, αλλά είχε ως μοναδικό σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος.

Περαιτέρω, από το επικυρωμένο αντίγραφο της οικείας σελίδας του βιβλίου κατάθεσης εφέσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που επικαλείται και προσκομίζει ο εφεσίβλητος, προκύπτει ότι στις 29-10-2004 ο δικηγόρος Κ. Χ., υιός του ενάγοντος, κατέθεσε το δικόγραφο της έφεσης κατά της υπ' αριθ. 1974/2004 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου, συντάχθηκε δε προς τούτο η σχετική βεβαίωση κατάθεσης, που υπογράφεται από τον άνω δικηγόρο και την αρμόδια γραμματέα.

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι η κατάθεση του ως άνω δικογράφου έγινε από τον ενάγοντα, ο οποίος υπέγραψε στο βιβλίο κατάθεσης ως Κ. Χ. και επέδειξε μάλιστα, λόγω της ιδιότητάς του ως ανώτατου δικαστή, αυταρχική και αφ' υψηλού συμπεριφορά, η οποία σχολιάστηκε δυσμενώς από τους γραμματείς του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος με την από 22-3-2004 αναφορά του.

Όσον αφορά το από 23-5-2003 υπόμνημα του Α. Κ. ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών σε υπόθεση που δεν σχετίζεται με την παρούσα δίκη, το οποίο υπογράφει ο Κ. Χ. ως πληρεξούσιος δικηγόρος του και φέρει στην τελευταία σελίδα του την εξής χειρόγραφη προσθήκη: "ΠΡΟΣΘΗΚΗ με την παράκλησιν αναγνώσεώς της επ' ακροατηρίου.

Ο αϊτών δεν θα καταπονήση το δικαστήριο με επ' ακροατηρίου παράστασιν ως περιττήν. Διότι εις την παρούσαν υπόθεσιν τίθενται θέματα καθαρώς νομικά και τεχνικά, ήδη πλήρως εκκαθαρισμένα και όλως απρόσφορα δια την δημιουργίαν εντυπώσεων θεατρικού χαρακτήρος. Θέματα απαιτούντα την ήρεμη σκέψι των δικαστών εις την των διασκέψεων Τράπεζα.

Αυτήν που θεωρούμε Αγίαν Τράπεζα της Δικαιοσύνης. Αυτήν, όπου οι λειτουργοί της Θέμιδος, ανεπηρέαστοι από φωνασκίες και απειλές οικονομικών ή άλλων συνεπειών, επιτελούν γενναίος τα των ιερών ιερότερα. Α. Κ.", την οποία (προσθήκη) επίσης υπογράφει ο ανωτέρω δικηγόρος, λεκτέα τα εξής: Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος συνομολογεί με την από 23-11-2009 αγωγή του, ότι την ανωτέρω χειρόγραφη προσθήκη, όπως και το κείμενο του υπομνήματος, συνέταξε ο ίδιος, ο δε υιός του ενέκρινε και υπέγραψε αυτά ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Α.

Κ., ο οποίος ήταν διαχειριστής της πολυκατοικίας όπου βρίσκεται η κατοικία του (ενάγοντος). Το γεγονός αυτό δεν συνιστά επέμβαση του ενάγοντος στη διαδικασία του ως άνω Δικαστηρίου σε σχέση με τη συγκεκριμένη υπόθεση ούτε δημιουργεί υπόνοιες επέμβασης αυτού γενικότερα στην επί της ουσίας κρίση κατώτερων και ιεραρχικά εξαρτώμενων από αυτόν δικαστών, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος με την από 22-3-2004 αναφορά του.

Άλλωστε, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο ενάγων προέβη οποτεδήποτε σε ενέργειες που συνιστούν επέμβαση στο έργο δικαστών κατώτερου, σε σχέση με τον ίδιο, βαθμού. Τέλος, όσον αφορά τη συνάντηση της Ομοσπονδίας Συλλόγων Πόρτο Ράφτη Αττικής με τη δημοτική αρχή, που έλαβε χώρα στο Δημαρχείο Μαρκοπούλου στις 13-12-2003, παρών σ' αυτήν ήταν και ο ενάγων, ο οποίος έλαβε τον λόγο και ενημέρωσε τους παρευρισκόμενους για την πορεία του δικαστικού αγώνα που είχε ξεκινήσει η Ομοσπονδία, προκειμένου να αποτραπεί η ανέγερση των προαναφερόμενών κτηρίων.

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι κατά τη συνάντηση αυτή ο ενάγων, εν ενέργεια τότε δικαστικός λειτουργός (Σύμβουλος της Επικρατείας), απευθυνόμενος στους παρευρισκόμενους προέβλεψε την ευόδωση όλων των ενδίκων μέσων που είχε ασκήσει η Ομοσπονδία, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος με την από 22-3-2004 αναφορά του.

Εξάλλου, στην ως άνω συνάντηση δεν είχε παρευρεθεί ο υιός του ενάγοντος, Κ. Χ., όπως ανέφερε σχετικό δημοσίευμα του υπ' αριθ. 11 φύλλου της τοπικής εφημερίδας "Πολίτης του Πόρτο Ράφτη". Η ως άνω εσφαλμένη πληροφορία οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του συντάκτη του δημοσιεύματος, Χ. Κ., και ουδεμία ευθύνη φέρει γι' αυτό ο ενάγων.

Με αυτές τις παραδοχές, οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην από 22-3-2004 αναφορά του εναγομένου προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και αφορούν το πρόσωπο του ενάγοντος, είναι παντελώς ψευδείς και μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου, ο δε εναγόμενος τους προέβαλε εν γνώσει της αναλήθειας τους.

Σημειωτέον δε, ότι το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δ.Σ.Α., κρίνοντας επί της ως άνω αναφοράς, αποφάσισε να μη γίνει κατηγορία κατά του εγκαλούμενου δικηγόρου (βλ. από 16-1- 2008 βεβαίωση του Δ.Σ.Α.). Εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου, επλήγησαν βαρύτατα η τιμή και η υπόληψη του ενάγοντος, καθόσον οι περιεχόμενοι στην από 22-3-2004 αναφορά ισχυρισμοί, που εμφάνιζαν αυτόν ως επίορκο δικαστικό λειτουργό που παρεμβαίνει στο δικαιοδοτικό έργο συναδέλφων του, κατώτερου σε σχέση με αυτόν βαθμού, με σκοπό να επηρεάσει την κρίση τους προς όφελος του ιδίου και τρίτων προσώπων, περιήλθαν σε γνώση του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, καθώς και των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου του και του αρμόδιου γραμματέα του Συμβουλίου.

Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος και την πρόκληση σ' αυτόν ηθικής βλάβης, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συνέβαλε στην πρόκληση της ηθικής βλάβης του από δικό του πταίσμα, συνιστάμενο στην εκ μέρους του διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, όπως υπογραφή και κατάθεση δικογράφων και επισκέψεις του σε δικαστές που είχαν οριστεί να δικάσουν υποθέσεις του εναγομένου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσής του, με τον οποίο παραδεκτά επαναφέρει την απορριφθείσα πρωτοδίκως ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του αντιδίκου του.

Το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, του βαθμού υπαιτιότητας του εναγομένου, της κοινωνικής θέσης και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πρέπει να οριστεί στο ποσό των 20.000 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 20.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δη των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 και 300 ΑΚ και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα με την υπό κρίση έφεσή του κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα κατ' ουσίαν".

Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος-εναγομένου, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αντιδίκου του, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του αναιρεσείοντος - εναγομένου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης λόγω της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του με την τέλεση σε βάρος του της περιγραφόμενης άδικης πράξης, της συκοφαντικής δυσφήμισης του άρθρου 363 ΠΚ, λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ., ενώ απέρριψε την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ.

Ειδικότερα, έγινε ανελέγκτως δεκτό ότι α) ο εναγόμενος στην από 22-3-2004 αναφορά-καταγγελία του προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, που στρεφόταν κατά του γιου του ενάγοντος, Κ. Χ.., δικηγόρου Αθηνών, διέλαβε ισχυρισμούς που αφορούσαν τον ενάγοντα εν ενεργεία-τότε-ανώτατο δικαστικό λειτουργό, Σύμβουλο της Επικρατείας, σύμφωνα με τους οποίους τον εμφάνιζε ενώπιον τρίτων και δη ενώπιον του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ και του γραμματέα του ίδιου συμβουλίου, που επιλήφθησαν, της άνω αναφοράς, ως επίορκο δικαστικό λειτουργό, που παρεμβαίνει στο δικαιοδοτικό έργο συναδέλφων του, κατώτερου σε σχέση με αυτόν βαθμού με σκοπό να επηρεάσει την κρίση τους προς όφελος του ιδίου και τρίτων προσώπων και ειδικότερα ισχυρίστηκε ενώπιον των ανωτέρω φυσικών προσώπων, με την από 22-3-2004 αναφορά-καταγγελία ότι ο ενάγων δικαστικός λειτουργός κατέθετε ο ίδιος δικόγραφα, όπως στις 29-10-2004 το δικόγραφο της έφεσης στη Γραμματεία του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κατά της υπ'αριθμ. 1974/2004 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, και συνέτασσε δικόγραφα, όπως το από 23-5-2003 υπόμνημα με χειρόγραφη προσθήκη, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, σε εκκρεμούσα υπόθεση τρίτου, του Α.

Κ., διαχειριστή της πολυκατοικίας, όπου διέμενε, με σκοπό την επέμβαση του ενάγοντος στη διαδικασία του άνω δικαστηρίου και στην επί της ουσίας κρίση των κατώτερων και ιεραρχικά εξαρτώμενων από αυτόν δικαστών που θα χειρίζονταν τις άνω υποθέσεις, δηλώνοντας μάλιστα στις 13-12-2003 δημοσίως σε συνάντηση της δημοτικής αρχής με την Ομοσπονδία Συλλόγων του Πόρτο Ράφτη Αττικής, στην οποία συμμετείχε και ο ίδιος, την ευδοκίμηση όλων των ενδίκων μέσων που έχουν ασκηθεί ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και στο Συμβούλιο Επικρατείας όπου υπηρετούσε ο ίδιος β) ότι οι ισχυρισμοί αυτοί του εναγομένου ήσαν εν γνώσει του παντελώς ψευδείς και ικανοί να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και την έπληξαν βαρύτατα, ενώπιον των ανωτέρω τρίτων προσώπων και γ) ότι με την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά, της συκοφαντικής δυσφήμισης του ενάγοντος, ο εναγόμενος προσέβαλε παράνομα την προσωπικότητα του τελευταίου, και του προκάλεσε ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης είναι το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο και επιδικάστηκε.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω διατάξεων και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής, ενώ δεν πληρούται το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 300 ΑΚ που επικαλέστηκε ο εναγόμενος, με συνέπεια να δικαιολογείται η απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού του που επανέφερε με λόγο της έφεσής του.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με την κρίση του αυτήν, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ασαφών, ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε χωρίς αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με συνέπεια να καθίσταται εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει ασάφειες και ελλείψεις ως προς το κρίσιμο ζήτημα του ψεύδους, και μάλιστα εν γνώσει του, των διαλαμβανόμενων στην από 22-3-2004 αναφορά του δυσφημιστικών, για τον ενάγοντα, ισχυρισμών, καθόσον το Εφετείο δεν εξηγεί πειστικά α) γιατί η περιγραφόμενη συμπεριφορά του ενάγοντος δεν συνιστά πράξεις επηρεασμού κατωτέρων αυτού δικαστών σε υποθέσεις, σχετικά με την οικοδόμηση της περιοχής που κατοικούσε, και εκκρεμούσαν στα δικαστήρια, αλλά εκδήλωση ενδιαφέροντος εκ μέρους του για την προστασία του περιβάλλοντος στην περιοχή αυτή και β) γιατί η κρίση του πειθαρχικού συμβουλίου του ΔΣΑ περί θέσεως στο αρχείο, ως αναπόδεικτης, της ένδικης, από 22-3-2004, αναφοράς του κατά του γιου του ενάγοντος, συνεπάγεται το ψευδές των διαλαμβανόμενων στην αναφορά αυτή επίδικων ισχυρισμών του, είναι απαράδεκτες.

Και τούτο διότι ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, διατυπώνεται με σαφήνεια και πληρότητα και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, υπό την επίφαση δε του λόγου αυτού πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3Β εδ.δ' του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-2-2018 αίτηση του Δ. Κ. για αναίρεση της 5185/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ