Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because arguments concern only fact-finding and evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court failed to consider specific claims regarding the nature of the relationship between the parties, but the court ruled these were merely arguments derived from evidence evaluation. Since the Third Instance Court had already explicitly rejected these claims as unfounded based on the proven facts, the Supreme Court determined that the appeal lacked any admissible legal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: Arguments challenging a judgment that merely contest the factual assessment or evidence evaluation of the lower court are inadmissible if the lower court has already rejected them as unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1010 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1010/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. συζύγου Ε. Σ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ. του Μ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αντώνιος Βγόντζας, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 22/12/2016 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/…/2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Μαλεβιζίου Ηρακλείου Κρήτης, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής Μ. Μ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/7/2005 αγωγή της αρχικής αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 210/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 215/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/2/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 21/10/2015 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει, ότι, αν μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, η δίκη διακόπτεται, εφόσον λάβει χώρα γνωστοποίηση του λόγου διακοπής από τα πρόσωπα που δικαιούνται να επαναλάβουν τη δίκη, όπως είναι και ο κληρονόμος του αποβιώσαντος, ο οποίος μπορεί να επαναλάβει εκουσίως τη δίκη με δήλωσή του, που γίνεται ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης, υπό την προϋπόθεση, ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, με τη μη αμφισβήτηση, η ιδιότητα του επαναλαμβάνοντος τη δίκη ως κληρονόμου/η οποία, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως (ΑΠ 21/2017, ΑΠ 253/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε με την εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (5-3-2018), δεν εμφανίστηκε η αναιρεσίβλητη Ε. Μ. του Μ., εμφανίστηκε όμως ο δικηγόρος Αθηνών Αντώνιος Βγόντζας, ο οποίος παριστάμενος δυνάμει του υπ' αριθμ. …/…-3-2018 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης Ελένης Γεωργίου Βαρβεράκη, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Μιχαήλ Μαυρογιαννάκη του Νικολάου δήλωσε, για λογαριασμό του εντολέως του, ότι η αναιρεσίβλητη αποβίωσε την 22/12/2016, (ήτοι μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης στις 13/2.2015) και η δίκη συνεχίζεται από αυτόν, με την ιδιότητά του ως μοναδικού εκ διαθήκης κληρονόμου της αποβιώσασας. Συνακόλουθα τούτων, αφού η ιδιότητα του ανωτέρω ως μοναδικού κληρονόμου της αναιρεσίβλητης αποδεικνύεται από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα σχετικά έγγραφα, από δε το υπ' αριθμ. πρωτ. …/….-08-2017 απόσπασμα της …/…/2016 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Μαλεβιζίου, Δ.Ε. Τυλίσου αποδεικνύεται ο θάνατος της τελευταίας (αναιρεσίβλητης) στις 22-12-2016, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τον προαναφερόμενο κληρονόμο αυτής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 και 576 §§ 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σΛ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη.
Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 § 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575 εδ. β' ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο, είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο, είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του, χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 716/2012, ΑΠ 1507/2014).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 1598/17-7-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Ε. Σ., η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 215/2014 απόφασης του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης επισπεύθηκε με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, η οποία προς το σκοπό αυτό, μετά τη ματαίωσή της από την αρχική ορισθείσα δικάσιμο της 2-11-2015, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα ακριβές αντίγραφο της δικογράφου της από 31-10-2016 κλήσης της, με προσδιορισμένο χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο Α1 τμήμα του Αρείου Πάγου, με αριθμό πινακίου … τη δικάσιμο της 2-10-2017, κατά την αναιρεσείουσα κλήθηκε να παραστεί (άρθρο 122 παρ. 1, 123, 126 παρ. 1, 127 παρ. 1, 230 παρ. 2, 498 παρ. 1-2, 568 ΚΠολΔ).
Κατά την εν λόγω δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 5-3-2018 (υπ' αριθμ. πιν. …), κατά την οποία όφειλε να παραστεί η αναιρεσείουσα χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχε νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής της για τη νέα δικάσιμο.
Όμως, η τελευταία (αναιρεσείουσα) δεν παρέστη κατά την ως άνω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασής του, γι' αυτό πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 215/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που απέρριψε την από 27-2006 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 210/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, το οποίο δεχόμενο την από 27-7-2005 αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον της, υποχρέωσε αυτή να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 18.344,75 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως κατά τις διατάξεις περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Τότε μόνον η κρίση αυτή δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, όταν στηρίχθηκε σε άλλα, μη διαδικαστικά έγγραφα και αποδεικτικά εν γένει μέσα, εφόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για μη δυνάμενη να ελεγχθεί αναιρετικώς εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.
Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της αποφάσεως και όχι από εκείνο της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξήντλησε το αντικείμενο της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό (ΑΠ 681/2008).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 332 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, το οποίο, εφόσον πρόκειται για δικαίωμα, που έχει ήδη κριθεί επί της ουσίας μεταξύ των ιδίων προσώπων για το ίδιο αντικείμενο της βασιζόμενης στην ίδια νομική και ιστορική αιτία διαφοράς, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους και τα αναφερόμενα στα άρθρα 325-329 του αυτού Κώδικα άλλα πρόσωπα, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν εκείνο που έχει ήδη κριθεί.
Στην περίπτωση αυτή το δεδικασμένο κατά τη διάταξη του άρθ. 331 του Κ.Πολ.Δ δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται εκ των υστέρων μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στην δίκη που προηγήθηκε έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (ΑΠ 386/2000).
Το δεδικασμένο όμως εκτείνεται και επί του κριθέντος οριστικώς δικονομικού ζητήματος. Ως τέτοιο ,με την έννοια της διάταξης του άρθρου 322 § 1β Κ.Πολ.Δ, νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους, (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο, (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης, (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο),είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης, (ορισμένο της αγωγής).
Ωστόσο, η απόφαση, που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, ιδιαίτερα λόγω αοριστίας, δεν λύει το ζήτημα της ύπαρξης ή μη του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου έγινε επίκληση. Έτσι, το δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να είναι νομικά αμφισβητήσιμο και μετά την απόρριψη της αγωγής. Τούτο δε, διότι η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει το συγκεκριμένο λόγο απόρριψης της αγωγής, με την έννοια ότι σε περίπτωση άσκησης νέας όμοιας αγωγής με την προηγούμενη, ήτοι αγωγής που εμφανίζει την ίδια τελεσίδικα διαγνωσθείσα δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο θα απορρίψει αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋπόθεσης, χωρίς να ερευνήσει, αν ορθώς ή εσφαλμένως έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο.
Αντίθετα, εφόσον με τη δεύτερη αγωγή συμπληρωθεί η έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης που τελεσίδικα επισημάνθηκε με την προηγηθείσα δικανική κρίση, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της αγωγής (ΑΠ 190/2008). Ωσαύτως, o ενάγων, ο οποίος είχε στηρίξει το αγωγικό αίτημα σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται, αν η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε, να στηρίξει με νέα αγωγή του διαφορετικό αίτημα στην ίδια ή και σε διάφορη ιστορική αιτία.
Η βάση όμως επί της οποίας το δικαστήριο έκρινε καθώς και ο λόγος της απόρριψης κρίνεται από την ίδια την απορριπτική απόφαση, διότι αυτή αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή επί της οποίας έκρινε και αποφάνθηκε επί της ιστορικής αιτίας της, η δε επ' αυτής κρίση της παράγει δεδικασμένο, η έκταση του οποίου καθορίζεται από την αιτιολογία της απόρριψης.
Προκειμένου επομένως να εξετασθεί, αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση, βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, νέου αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (Ολ.
ΑΠ 15/1998). Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν κρίνει επί λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 16 του άρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ, επισκοπεί με την έννοια του άρθ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ ως διαδικαστικά (και όχι ως αποδεικτικά) έγγραφα τις αγωγές και τις αποφάσεις που εκδόθηκαν στις δίκες, (προγενέστερες και μεταγενέστερες), μεταξύ των οποίων προβάλλεται η συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων, που δικαιολογούν τη συνδρομή ή όχι δεδικασμένου (ΑΠ 487/2010, ΑΠ 166/2010, ΑΠ 190/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 και 16, κατ' εκτίμηση μόνο 16 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου, δεν δέχθηκε τον πρώτο λόγο της έφεσής της, αποφαινόμενο ότι είναι απορριπτέα η προβληθείσα ένσταση αυτής, περί δεδικασμένου, ως μη ταυτιζόμενο του αντικειμένου της δίκης τόσο ως προς την ιστορική, όσο και ως προς τη νομική αιτία με το αντικείμενο της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου ειδικασθείσας υπ' αριθμ. 2674/15-12-2003 αγωγής της αναιρεσίβλητης εναντίον της, με αίτημα την επιδίκαση του 1/3 συνολικά από το ήδη αιτούμενο ποσό, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 616/2004 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου και κατ' έφεση η υπ' αριθμ. 210/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία η ανωτέρω αγωγή, που στηριζόταν στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, απορρίφθηκε ως αόριστη, ενώ εάν αντίθετα ορθά ερμήνευσε το νόμο η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, θα δεχόταν ότι πρέπει να γίνει δεκτή η έφεσή της και να απορριφθεί η κρινόμενη ένδικη αγωγή, ως μη νόμιμη, καλυπτόμενη υπό του ως άνω δεδικασμένου.
Όμως, από την παραδεκτή, (κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επισκόπηση των ως άνω διαδικαστικών εγγράφων, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 210/2005 απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την από 27-10-2004 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 616/2004 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, εκτιμώντας το περιεχόμενο της από 30-11-2003 με αριθμ.
καταθ. 2674/2003 αγωγής της αποβιώσασας αρχικής αναιρεσίβλητης εναντίον της, αφού έκρινε ότι αυτή θεμελιώνεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και δεν δύναται να εκτιμηθεί ότι στηρίζεται σε άλλη έννομη σχέση πέραν από εκείνη της αδικοπραξίας, απέρριψε την ως άνω αγωγή εξ ολοκλήρου σαν απαράδεκτη ως αόριστη.
Στη συνέχεια η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την από 27-7-2005 ένδικη αγωγή της, με την οποία εκτίθενται, όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι διατηρούσε κοινό λογαριασμό μαζί με τη δεύτερη εναγομένη αναιρεσείουσα και το Σ. Μ. ανεψιούς της, στην Αγροτική Τράπεζα, από την οποία ανέλαβε την 29-1-2002 ολόκληρο το ποσό των 35.529,47 ευρώ και αυθημερόν κατέθεσε αυτό στην Εμπορική Τράπεζα, κατόπιν της προτροπής των εναγομένων, οι οποίοι και την συνόδευσαν για να την συνδράμουν, ότι η κατάθεση αυτή είναι επωφελέστερη.
Ότι αργότερα διαπίστωσε ότι στον επίδικο λογαριασμό είχαν περιληφθεί τα ονόματα της ίδιας, ως καταθέτη και της δεύτερης εναγομένης, ως μόνης συνδικαιούχου, ενώ είχε παραλειφθεί το όνομα του προαναφερόμενου ανεψιού της. Ότι η δεύτερη εναγομένη πραγματοποίησε ανάληψη ολόκληρου του χρηματικού υπολοίπου των 36.689,50 ευρώ και έκλεισε τον κοινό λογαριασμό με δική της (δεύτερης εναγομένης) πρωτοβουλία και χωρίς τη γνώση της ενάγουσας.
Ζήτησε δε, κυρίως κατά τις διατάξεις περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, διαφορετικά κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών ή κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρο έκαστος, το ποσό των 18.344,75 ευρώ, που αποτελεί το ήμισυ (1/2) του συνόλου της καταθέσεως, το οποίο αυτοί καρπώθηκαν και αρνήθηκαν να της το καταβάλουν, αν και είναι δικαιούχος κατ' ισομοιρία, με το νόμιμο τόκο από την 2-10-2003, επομένη της πραγματοποιήσεως της τραπεζικής αναλήψεως, διαφορετικά από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Με την 210/2006 απόφαση, του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η αγωγή αυτή κρίθηκε νόμιμη και στη συνέχεια έγινε δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη, κατά το μέρος που απευθύνεται σε βάρος της δεύτερης εναγομένης (αναιρεσείουσας) κατά την κύρια βάση της, που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 Ν. 5638/1932 περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, 2 παρ. 1 ΝΔ 17-7/13-8-1923 περί ειδικών διατάξεων ανωνύμων εταιρειών, 117 ΕισΝΑΚ και 495 ΑΚ.
Έτσι, υποχρεώθηκε η δεύτερη εναγομένη να καταβάλει το αιτούμενο ποσό των 18.344,75 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, ενώ απορρίφθηκαν για αμφότερους τους εναγομένους οι επικουρικές βάσεις της αγωγής, από αδικοπραξία (άρθρα 914, 297, 298 ΑΚ, 386, 375 ΠΚ), ως μη νόμιμες και από αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 επ.
ΑΚ), ως απαράδεκτες, καθώς και οι προβληθείσες από τη δεύτερη εναγομένη ενστάσεις μεταξύ των οποίων και εκείνη περί υπάρξεως δεδικασμένου (άρθρα 324, 325 ΚΠολΔ), ως μη νόμιμες. Κατά της απόφασης αυτής, η τελευταία δεύτερη εναγομένη - αναιρεσείουσα άσκησε την από 27-6-2006 έφεσή της και επί αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά την οποία το Εφετείο, ερευνώντας την επαναφερθείσα ενώπιον του με τον πρώτο λόγο έφεσης ένσταση δεδικασμένο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, η δεύτερη εναγομένη προέβαλε πρωτοδίκως ένσταση δεδικασμένου, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως και απορρέει, κατά τους ισχυρισμούς της, από την προαναφερόμενη οριστική απόφαση 210/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δέχθηκε την έφεση κατά της οριστικής απόφασης 616/2004 του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου και απέρριψε την από 30-11-2003 αγωγή από αδικοπραξία (αρ.
κατ. 2674/15-12-2003) της ίδιας ενάγουσας κατά των ίδιων εναγομένων, με διαφορετική ιστορική βάση, από αδικοπραξία, αλλά και διαφορετικό αίτημα, την επιδίκαση του μικρότερου ποσού των 11.843,16 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 1/3 της ανωτέρω συνολικής χρηματικής καταθέσεως των 36.689,50 ευρώ στον επίδικο κοινό λογαριασμό, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του δικογράφου της.
Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι το δεδικασμένο από την προηγούμενη απόφαση δεν παρακωλύει την ουσιαστική έρευνα της παρούσας υπόθεσης, αφού εκτείνεται, κατά τα προεκτεθέντα, μόνο στο ζήτημα της αοριστίας και δεν καταλαμβάνει το προς δικαστική διάγνωση ουσιαστικό δικαίωμα, ανεξαρτήτως του ότι αυτό δεν ταυτίζεται κατά την ιστορική και νομική αιτία με το αντικείμενο της προηγούμενης αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του νόμου, επομένως ο πρώτος λόγος εφέσεως, με τον οποίο επαναφέρεται η σχετική ένσταση δεδικασμένου, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος". Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου από την απόρριψη της πρώτης αγωγής, εφόσον αυτή δεν εξετάσθηκε κατ' ουσία, δέσμευσε το Εφετείο, που επιλήφθηκε της ένδικης δεύτερης αγωγής, να μην την εξετάσει, εάν αυτή θα αποτελούσε επανάληψη εκείνης που απορρίφθηκε, όχι δε και μετά την επίκληση πρόσθετων ουσιωδών περιστατικών, τα οποία συνεπάγονται την εφαρμογή και άλλων νομικών διατάξεων, που καθιστούν ορισμένη και νόμιμη την αγωγή εναντίον της αναιρεσείουσας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 ν. 5638/1932 περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, 2 παρ. 1 ν.δ. 17-7/13-8-1923 περί ειδικών διατάξεων ανωνύμων εταιρειών, 117 ΕισΝΑΚ και 495 ΑΚ, οπότε το αντικείμενο της δίκης δεν ταυτίζεται κατά την ιστορική και νομική του αιτία, με εκείνο της προηγηθείσης δίκης, όπως συμβαίνει στη συγκεκριμένη υπόθεση.
Επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης υπό τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικός τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, καθώς και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ)Προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας (Β' Κατάστημα Ηρακλείου) ετηρούντο οι κοινοί λογαριασμοί με αριθμούς … και …, με καταθέτη την ενάγουσα, Ε. Μ. και συνδικαιούχους, τους ανεψιούς της, Φ.
Σ., δεύτερη εναγομένη και Σ. Σ., καθώς και τις αδελφές της, που ήδη έχουν αποβιώσει, Μ. Μ. και Α. Μ.. Την 29-1-2002 η ηλικίας τότε 82 ετών ενάγουσα, που γεννήθηκε την 19-4-1920, όπως η χρονολογία αυτή καταχωρήθηκε στο με χρονολογία 29-1-2002 έγγραφο της Εμπορικής Τράπεζας, το οποίο φέρει υπόδειγμα υπογραφής των διαδίκων, εισέπραξε, όπως είχε δικαίωμα, ως επιζώσα καταθέτης, ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως...Συγκεκριμένα, προέβη σε ανάληψη του διαθέσιμου υπολοίπου των κοινών λογαριασμών, ήτοι των 35.529,47 ευρώ του πρώτου και των 10.540,53 του δεύτερου από τους ανωτέρω λογαριασμούς, υπογράφοντας η ίδια τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής με αριθμούς …, …/…-1-2002.
Αυθημερόν ανοίχθηκε στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδας (Κατάστημα Α. 62 Μαρτύρων 80) κοινός λογαριασμός Ταμιευτηρίου με αριθμό … στα ονόματα της ενάγουσας, ως καταθέτη και της δεύτερης εναγομένης, ως συνδικαιούχου. Ακολούθως η ενάγουσα διαπίστωσε ότι η δεύτερη εναγομένη εμφανίστηκε την 1-10-2003 στο ανωτέρω Κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας και ζήτησε την είσπραξη, υπογράφοντας το χρηματικό ένταλμα πληρωμής …/…-10-2003, του υπολοίπου των χρημάτων, ήτοι το ποσό των 36.689,50 ευρώ, του επίδικου κοινού λογαριασμού.
Εξάλλου, το μεν άνοιγμα και κλείσιμο του (πρώτου) κοινού λογαριασμού της Αγροτικής Τράπεζας (…) προκύπτει και από τις βεβαιώσεις με αριθμούς …/…-2-2004 και …/…-2-2004 της Αγροτικής Τράπεζας, το δε άνοιγμα και κλείσιμο του κοινού λογαριασμού της Εμπορικής Τράπεζας (….) προκύπτει από τη με χρονολογία 29-1-2002 αίτηση της ενάγουσας και της δεύτερης εναγομένης προς την εν λόγω Τράπεζα, που φέρει τις υπογραφές αμφοτέρων, καθώς και από το με αριθμό …/…-2- 2004 έγγραφο της ίδιας Τράπεζας.
Ο εν λόγω κοινός λογαριασμός διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 Ν. 5368/1932, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' ΝΔ 118/1973.....Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα άνοιξε τον επίδικο κοινό λογαριασμό με τη σύμπραξη της δεύτερης εναγομένης, χωρίς να συμφωνηθεί μεταξύ τους διαφορετική από την προβλεπόμενη στο νόμο αναλογία στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής.
Έτσι, από τη μεταξύ των συνδικαιούχων διαδίκων εσωτερική σχέση δεν προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα της δεύτερης εναγομένης επί ολόκληρου του αναληφθέντος ποσού ή έλλειψη αναγωγής αυτού.... Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης ότι η κατάθεση στον επίδικο κοινό λογαριασμό αποτελούσε δωρεά προς αυτήν από την ενάγουσα σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες και τη συμπαράσταση της και προκειμένου να επιβραβεύσει την αφοσίωση και τη φροντίδα στο πρόσωπο της.
Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έδωσε εντολή εισπράξεως των χρημάτων της τραπεζικής κατάθεσης από τη δεύτερη εναγομένη, ώστε η τελευταία να κρατήσει όλα τα χρήματα και να τα διαθέσει για τον εαυτό της. Η ενάγουσα, που δεν είχε δική της οικογένεια, αν και κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν ηλικιωμένη, βρισκόταν σε καλή φυσική και πνευματική κατάσταση, διέμενε στην κείμενη στις … οικία της και μπορούσε να φροντίζει τον εαυτό της, αλλά και να διαχειρίζεται την περιουσία της.
Επίσης επισκεπτόταν τακτικά την κείμενη στη Ρ. Μ. οικία της δεύτερης εναγομένης και εφιλοξενείτο, όχι σε μόνιμη βάση, όπου δεχόταν τις φροντίδες της, με την οποία είχαν στενό συγγενικό δεσμό και διατηρούσαν καλές σχέσεις. Από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία δεν σχηματίστηκε εδραία η πεποίθηση του δικαστηρίου για την επικαλούμενη δωρεά της χρηματικής κατάθεσης του επίδικου κοινού λογαριασμού.
Σχετικά με τον περί δωρεάς ισχυρισμό της δεύτερης εναγομένης κατέθεσε ο αδελφός της, Μ. Σ., μάρτυρας από την πλευρά της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι "....Τα καλοκαίρια η θεία μου (ενάγουσα) πήγαινε στο σπίτι της Φ., της είχε πει (Φ.) ότι τα χρήματα αυτά ήταν δικά της, της τα δώρισε, 15-18 χρόνια την φρόντιζε....", ωστόσο ο μάρτυρας αυτός δεν είχε προσωπική αντίληψη, αλλά ο ίδιος παραδέχθηκε ότι "....Εγώ μένω 28 χρόνια στην ….
Αυτά που καταθέτω, τα έμαθα από την αδελφή μου και τα άλλα αδέλφια μου...". Η σύναψη δωρεάς δεν αποδεικνύεται ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα από την πλευρά της δεύτερης εναγομένης, Σ. Ρ., γαμβρού της, σε προηγούμενη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση 616/2004 του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, που στη συνέχεια εξαφανίστηκε με την απόφαση 210/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, δικάζοντος ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Ο μάρτυρας αυτός ασαφώς και με γενικότητα κατέθεσε για το ζήτημα της δωρεάς ότι "...
Επειδή η θεία (ενάγουσα) έβλεπε ότι κανένας άλλος δεν ενδιαφερόταν από τα άλλα της ανήψια, πιθανόν μόνη της ζήτησε από τη Φ.(δεύτερη εναγομένη, πεθερά του) να βάλουν μόνο το όνομα της (Φ.) στο βιβλιάριο...". Εξάλλου, σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των ίδιων διαδίκων, κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση 286/2004 του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, ο μάρτυρας, Ε.
Π., που διατηρεί φιλικές σχέσεις με την δεύτερη εναγομένη, δεν έδωσε διαφωτιστική κατάθεση για το ζήτημα της δωρεάς, για το οποίο ανέφερε ότι "...Τώρα και δύο χρόνια έμαθα ότι είχε (ενάγουσα) ένα βιβλιάριο και το γύρισε στο όνομα της Φ.. Το έκανε αυτό γιατί έμενε στο σπίτι της 2-4-6 μήνες. Δεν ξέρω γιατί το γύρισε το βιβλιάριο στο όνομα της Φ..
Άκουσα ότι το έκανε επειδή η Φ. πήγαινε στο χωριό και την εξυπηρετούσε...". Ενόψει όλων των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα περιέλαβε ως συνδικαιούχο του κοινού λογαριασμού την δεύτερη εναγομένη από χαριστική αιτία, με βάση την οποία τα κατατεθέντε χρήματα θα ανήκαν αποκλειστικά σ' αυτήν και συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε σύμβαση δωρεάς, ή εντολής, που επικαλείται η τελευταία (2η εναγόμενη) ότι είχαν συνάψει μεταξύ τους.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ομοίως δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και προσηκόντως εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία, επομένως, οι δεύτερος και τρίτος (τελευταίος) λόγοι εφέσεως, με τους οποίους η δεύτερη εναγομένη επαναφέρει τις ενστάσεις που προέβαλε πρωτοδίκως, περί αποκλεισμού του δικαιώματος αναγωγής, λόγω συνάψεως συμβάσεων δωρεάς και εντολής, που αποτελούσαν την εσωτερική τους σχέση και περί παραγραφής (επικουρικά) της αξιώσεως ανάκλησης της δωρεάς, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμοι".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, την οποία, άλλωστε ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται με την παράθεση ενάριθμα του φερόμενου ως παραβιασθέντα κανόνα δικαίου). Εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σε αυτήν, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη υπόθεση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων, που δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής και αντίστοιχα την απόρριψη των προβαλλόμενων περί του αντιθέτου ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τις αναφερόμενες, σε αυτή ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε. Διέλαβε δε το Εφετείο στην απόφασή του αυτή, αναφορικά με τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα ζητήματα της συνδρομής των απαιτούμενων προϋποθέσεων εφαρμογής των ως άνω διατάξεων επαρκείς, σαφείς, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους και δεν απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες ούτε περιέχονται σε αυτή αντιφατικές αιτιολογίες όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η οποία, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Ειδικότερα, την κρίση του αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: α) ανοίχθηκε στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδας (Κατάστημα Α. 62 Μαρτύρων 80) κοινός λογαριασμός Ταμιευτηρίου με αριθμό … στα ονόματα της αναιρεσίβλητης, ως καταθέτη και της αναιρεσείουσας, ως συνδικαιούχου, β) η αναιρεσείουσα εμφανίστηκε την 1-10- 2003 στο ανωτέρω Κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας και ζήτησε την είσπραξη, υπογράφοντας το χρηματικό ένταλμα πληρωμής …/…-10-2003, του υπολοίπου των χρημάτων, ήτοι το ποσό των 36.689,50 ευρώ, του επίδικου κοινού λογαριασμού, γ) από τη μεταξύ των συνδικαιούχων διαδίκων εσωτερική σχέση δεν προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα της δεύτερης εναγομένης αναιρεσείουσας επί ολόκληρου του αναληφθέντος ποσού ή έλλειψη αναγωγής αυτού και δ) δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η κατάθεση στον επίδικο κοινό λογαριασμό αποτελούσε δωρεά προς αυτήν από την αναιρεσίβλητη σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες και τη συμπαράσταση της και προκειμένου να επιβραβεύσει την αφοσίωση και τη φροντίδα στο πρόσωπο της, ούτε ότι εκείνη έδωσε εντολή εισπράξεως των χρημάτων της τραπεζικής κατάθεσης από την αναιρεσείουσα, ώστε η τελευταία να κρατήσει όλα τα χρήματα και να τα διαθέσει για τον εαυτό της.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, κατά το σκέλος που η αναιρεσείουσα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που, υπό την επίκληση της ίδιας αιτίασης (559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις και αντιφάσεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση ή αξιολόγησή τους, καθώς και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές ή στη σχετική επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου ή της αναιρεσείουσας, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διάταξης (νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν - ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (Α.Π. 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ. ΑΠ 2/2001).
Συνεπώς, για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός ή λόγος Έφεσης του ίδιου του αναιρεσείοντα και δεν αρκεί να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα (ΑΠ 354/2011).
Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).
Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματα τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουσμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό ή λόγο εφέσεως και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ, γ Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης, όπως είναι και το ένδικο μέσο της εφέσεως, όχι όμως και οι λόγοι της εφέσεως, τους οποίους πρέπει, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, να περιέχει το έγγραφο της εφέσεως, η μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, που προαναφέρθηκε (ΑΠ 567/2009).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησής της, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι το Εφετείο που την εξέδωσε ουδόλως έλαβε υπ' όψη τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που προέβαλε και απέδειξε τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και συγκεκριμένα: Ότι ήδη από την 24.05.1994 η ενάγουσα μετέβη μόνη της στην Αγροτική Τράπεζα (Β' Κατάστημα Ηρακλείου), όπου και άνοιξε κοινό λογαριασμό καταθέσεων, ορίζοντας συνδικαιούχους τις δύο ζώσες τότε αδελφές της, Μ. και Α., αυτή (αναιρεσείουσας), καθώς και τον ανιψιό της Σ. Ν. Μ., έτερο μέχρι πρότινος αντίδικό της, επί ποσού, το οποίο, όταν τελικώς η ίδια ανέλαβε, ανερχόταν σε 12.106.667 δρχ. (35.529,47€). Ότι σκοπός της δημιουργίας του λογαριασμού κατ' αυτόν τον τρόπο, (στο σχετικό καρτελλίδιο ανοίγματος του οποίου υπάρχει μόνον η ιδιόχειρη υπογραφή και ο αριθμός ταυτότητας της ενάγουσας, και κανενός άλλου συνδικαιούχου), ήταν η οικονομική εξασφάλιση της φροντίδας των τριών ηλικιωμένων θείων μας κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής τους, είτε από αυτή, είτε από τον προαναφερθέντα ανηψιό.
Ότι το έτερο αναληφθέν χρηματικό ποσό των 10.540,53 Ευρώ, κράτησε η ενάγουσα για τον εαυτό της ή διέθεσε στον έτερο μέχρι πρότινος αντίδικο Σ. Μ. ή σε κάποιον αδελφό του τελευταίου. Ότι τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που ουδόλως ελήφθησαν υπ' όψη από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι εξ αυτών καταδεικνύεται ότι ήδη από το έτος 1994, ήταν συνδικαιούχος ποσού ευρώ 35.529,47 (ήτοι του επίδικου) που ευρισκόταν κατατεθειμένο σε άλλο τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, πλην όμως μόνο κατόπιν του ανοίγματος του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος την 29-1-2002 και κατόπιν παρελεύσεως διαστήματος σχεδόν δύο (2) ετών, προέβη στην ανάληψη του ποσού.
Ότι εάν είχε μόνη την ιδιότητα της συνδικαιούχου σε τραπεζικό λογαριασμό, και την εξ αυτής μόνον αντλούμενη δικαιοπρακτική δυνατότητα και βούληση, δεν θα ανέμενε επί μια δεκαετία, αλλά θα είχε από το 1994 αμέσως προβεί στην είσπραξη των χρημάτων, τόσο του επιδίκου ποσού, όσο και του έτερου των 10.540,53 ευρώ, του οποίου ήταν, σύμφωνα με το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ομοίως συνδικαιούχος.
Ότι εάν όντως η ενάγουσα δεν είχε πρόθεση να της δωρίσει το επίδικο χρηματικό ποσό, θα είχε καταθέσει και το δεύτερο χρηματικό ποσό των 10.540,53 ευρώ, στον επίδικο κοινό με αυτή τραπεζικό λογαριασμό, αντί να το κρατήσει για τον εαυτό της ή να το διαθέσει στον Σ. Μ..
Ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επίσης δεν έλαβε υπόψη τον περιεχόμενο στον τρίτο λόγο της έφεσής της ισχυρισμό, ότι η πρωτόδικη απόφαση, κατ' αντιφατική αιτιολογία, εσφαλμένα δέχθηκε, ότι η αντίδικος έτυχε μεν της φροντίδας της, (γεγονότος θεμελιούντος τα παραγωγικά της βούλησης της αίτια περί της δωρεάς), πλην όμως η μη φιλοξενία της επί μονίμου βάσεως σε αυτή, σύμφωνα με την ανωμοτί κατάθεση της ενάγουσας, την οποία εσφαλμένα εξέλαβε ως δεδομένη και αληθή, δήθεν αναιρεί, κατά την αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης, την περί της δωρεάς άρνησή της ως προς τη βασιμότητα της ένδικης αγωγής. Ότι τον ως άνω ισχυρισμό ουδόλως έλαβε υπ' όψη και ουδόλως εξέτασε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με τον οποίο παραπονέθηκε στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για τις αντιφατικές αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, ότι δηλαδή, σύμφωνα με όσα προκύπτουν από το σκεπτικό της τελευταίας, από τη μια όντως φιλοξενούσε και φρόντιζε την αντίδικο, αλλά από την άλλη δεν την φιλοξενούσε επί μονίμου βάσεως, και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η σύναψη σύμβασης δωρεάς μεταξύ τους.
Ότι εάν η προσβαλλόμενη είχε λάβει υπ' όψη της το αντίστοιχο σκέλος του τρίτου λόγου της έφεσης το οποίο άφησε αδίκαστο, θα είχε κάνει αυτήν δεκτή, διότι προφανώς έσφαλε κατά τούτο η πρωτόδικη απόφαση, αφού η δήθεν επί μη μόνιμης βάσης παροχή της φιλοξενίας και φροντίδας της προς την ενάγουσα προφανώς δεν καταδεικνύει τη μη σύναψη σύμβασης δωρεάς μεταξύ τους.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτοι, καθόσον οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής της αναιρεσίβλητης, καθώς και πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα, συναγόμενα από την εκτίμηση του περιεχομένου των επικαλούμενων αποδεικτικών μέσων, τα οποία προβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα προς απόκρουση των περιεχόμενων στην αγωγή ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι και αβάσιμοι, γιατί, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο έλαβε ασφαλώς υπόψη του τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν με τον τρίτο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, αλλά τους απέρριψε ρητώς και "εκ των πραγμάτων" ως αβάσιμους, αφού δέχτηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσας για τη θεμελίωσή τους.
Τέλος, όλες οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στους ίδιους ως άνω (δεύτερο και τρίτο), λόγους της αίτησης αναίρεσης, αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, από το Δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, είναι απαράδεκτοι.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 4/2015 αίτηση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος της αναιρεσείουσας δεν διαλαμβάνεται στην παρούσα απόφαση ελλείψει σχετικού προς τούτο αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, όπως απαιτείται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 §2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-2-2015 αίτηση της Φ. συζύγου Ε. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 215/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπογράφει η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ως Προϊσταμένη του καθόσον ο διευθύνων τη συζήτηση και όλα τα μέλη του Δικαστηρίου που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης έπαψαν να είναι τοποθετημένα στο Δικαστήριο τούτο λόγω συνταξιοδότησης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Αυγούστου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ