Supreme Court dismisses appeal where lower court rejected claim as illegal without substantive review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Athens' decision rejecting a claim for the invalidity of a secret will. The appellant argued the lower court failed to examine evidence and provided insufficient reasoning, but the Court held that rejecting a claim as illegal precludes substantive review. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the respondents, and the appeal bond was forfeited.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1738, 1741, 1742, 1743, 1730 para. 2 of the Civil Code; Article 559 no. 11 para. g and no. 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on lack of substantive examination or insufficient reasoning is inadmissible if the lower court rejected the claim as illegal or vague.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1010 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1010/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 22 Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α.συζ. Ν.Δ., το γένος Δ.Σ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Δέσποινα Καλογήρου.
Των αναιρεσίβλητων:1.Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "…" που εδρεύει στη νήσο … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Γεωργιάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, 2.Υπουργού Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, υπό την ιδιότητα ως εποπτεύοντος τις κοινωφελείς περιουσίες και εν προκειμένω εποπτεύοντος το "...", ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2014 αγωγή της αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την από 24-11-2014 πρόσθετη παρέμβαση του 2ου αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο ως άνω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3429/2015 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 2519/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-12-2018 αίτησή της . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .
.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 5-12-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2519/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν απορρίφθηκε κατ' ουσίαν έφεση της ενάγουσας- αναιρεσείουσας κατά της 3429/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, συνεκδικάζοντας αγωγή της αναιρεσείουσας, στρεφόμενη κατά του πρώτου αναιρεσιβήτου, για αναγνώριση ακυρότητας μυστικής διαθήκης, με αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε με τις προτάσεις υπέρ του εναγομένου- πρώτου αναιρεσιβλήτου ο Υπουργός των Οικονομικών, ως εποπτεύουν τις κοινωφελείς περιουσίες και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1738, 1741, 1742, 1743 και 1730 παρ. 2 ΑΚ προκύπτει, ότι για την κατάρτιση μυστικής διαθήκης, ο διαθέτης παραδίδει αυτοπροσώπως στο συμβολαιογράφο, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες, ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας, έγγραφο δηλώνοντας προφορικά ότι περιέχει την τελευταία του βούληση.
Το έγγραφο που εγχειρίζεται ή το περικάλυμμά του, αν δεν είναι σφραγισμένο έτσι που να μην μπορεί να ανοιχτεί χωρίς ρήξη ή βλάβη του σφραγίσματος, πρέπει να σφραγιστεί με τέτοιο τρόπο μπροστά στο διαθέτη και στα πρόσωπα που συμπράττουν. Επ' αυτού του σφραγισμένου εγγράφου ή του περικαλύμματός του ο συμβολαιογράφος πρέπει να σημειώσει το όνομα και το επώνυμο του διαθέτη και τη χρονολογία παραδόσεως του, η σημείο)ση δε αυτή πρέπει να υπογραφεί από το διαθέτη και τα πρόσωπα που συμπράττουν, τα οποία πρέπει να είναι παρόντα καθ' όλη τη διάρκεια των παραπάνω διατυπώσεων.
Για την κατάρτιση της μυστικής διαθήκης πρέπει να συνταχθεί από τον συμβολαιογράφο πράξη, η οποία πρέπει να περιέχει την ημεροχρονολογία καταθέσεώς της, τα στοιχεία του διαθέτη, του συμβολαιογράφου και των λοιπών προσώπων που συμπράττουν, να βεβαιώνεται σ! αυτήν ότι τηρήθηκαν τα περί παραδόσεως του εγγράφου και προφορικής δηλώσεως του διαθέτη, τα περί σφραγίσεως του εγγράφου ή του περικαλύμματός του και της επ' αυτού σημειώσεως του συμβολαιογράφου, να βεβαιώνεται ότι τα συμπράττοντα πρόσωπα ήταν παρόντα καθ' όλη τη διάρκεια της πράξεως, να διαβαστεί στο διαθέτη, ενώ ακούουν τα πρόσωπα που συμπράττουν, και τέλος η πράξη αυτή να υπογραφεί από το διαθέτη και τα πρόσωπα που συμπράττουν (ΑΠ 392/2018 , ΑΠ 1527/2010).
Αν δεν τηρηθούν οι παραπάνω διατυπώσεις η μυστική διαθήκη είναι, κατ' άρθρο 1718 ΑΚ, άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1740 παρ. 1 εδ.α του ΑΚ, επί μυστικής διαθήκης, το έγγραφο που εγχειρίζεται (στο Συμβολαιογράφο), γραμμένο από το διαθέτη ή από άλλο πρόσο)πο, πρέπει με την επιφύλαξη της περίπτωσης του άρθρου 1744 ΑΚ, να φέρει την υπογραφή του διαθέτη, ενώ, σύμφωνα με το εδ.β του ίδιου άρθρου, αν είναι το κείμενο γραμμένο ολικά ή μερικά από άλλον, πρέπει να φέρει την υπογραφή του διαθέτη και σε κάθε ημίφυλλο.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, σε κάθε περίπτωση απαιτείται η υπογραφή του διαθέτη, είτε δηλαδή το έγγραφο έχει γραφεί από τον ίδιο ή άλλο πρόσωπο ή με μηχανικό μέσο, δηλαδή ηλεκτρονικό υπολογιστή ή γραφομηχανή. Αν το έγγραφο έχει γραφεί από τον ίδιο το διαθέτη εξ ολοκλήρου (ιδιόγραφη μυστική διαθήκη), απαιτείται μόνο η υπογραφή του στο τέλος του εγγράφου και αν ακόμη πρόκειται επί πολύφυλλης διαθήκης (πρβ ΑΠ 750/2000 επί ιδιόγραφης διαθήκης με την προϋπόθεση ότι τα χωριστά φύλλα αποτελούν ενιαίο έγγραφο διαθήκης).
Μόνον εφόσον έχει γραφεί ολικά ή μερικά από άλλον (αλλόγραφος μυστική διαθήκη), αλλά αναλογικά και εκείνη που έχει γραφεί με μηχανικό μέσο, τότε κατά άρθρο 1740 παρ. 1 έδ β ΑΚ απαιτείται να φέρει την υπογραφή του διαθέτη και σε κάθε ημίφυλλο. Ενόψει όμως του ότι στις διαθήκες σκοπός της υπογραφής, που τίθεται στο τέλος του εγγράφου, είναι η διακρίβωση της ταυτότητας του διαθέτη και η διαπίστωση ότι οι διατάξεις της αποτελούν την οριστική του βούληση και προέρχονται από αυτόν, ενώ η υπογραφή που απαιτείται επιπρόσθετα σε κάθε ημίφυλλο κατά το άρθρο 1740 παρ.1 εδ.β ΑΚ επί πολύφυλλης διαθήκης κατά τις εν λόγω διακρίσεις , έχει ως σκοπό να αποκλείσει το ενδεχόμενο και τον κίνδυνο να παρεισφρήσουν στη διαθήκη σελίδες και ημίφυλλα που δεν έχουν συνταχθεί από το διαθέτη και είναι μη γνήσια και, συνακόλουθα, αλλοιώνουν την τελευταία του βούληση, (πρβ ΑΠ 490/1991 επί δημόσιας διαθήκης με βάση το Ν.
ΓΨΠ/1911 "περί διαθηκών" και αντίστοιχη σχεδόν πανομοιότυπη διάταξη του άρθρου 1733 παρ. 2 εδ.β ΑΚ), πρέπει να γίνει δεκτό με ευρεία ερμηνεία της διάταξης ότι ο τελευταίος αυτός σκοπός εξυπηρετείται αναμφισβήτητα και με την τεθείσα από το διαθέτη μονογραφή σε κάθε ημίφυλλο, αφού με αυτήν διακριβώνεται η προέλευση του κάθε ημίφυλλου από αυτόν και η βούλησή του να ενταχθεί το περιεχόμενο του στη διαθήκη και να αποτελούν όλα τα ημίφυλλα ενιαίο έγγραφο διαθήκης, με την προϋπόθεση βέβαια ότι η διαθήκη φέρει την ιδιόχειρη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του διαθέτη στο τέλος του εγγράφου και ότι η μονογραφή στα ημίφυλλα ανήκει στο διαθέτη και είναι γνήσια.
Τούτο μάλιστα, επιπρόσθετα, αφού γίνεται δεκτό ότι η ιδιόχειρη υπογραφή του διαθέτη περιλαμβάνει, κατ' αρχήν το όνομα και το επώνυμο του διαθέτη, ή μόνο το κύριο όνομα ή και τα δύο. Αρκεί να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα του διαθέτη, και δεν χρειάζεται να είναι πλήρης, αφού αρκεί και η σύντμηση της, ακόμη και η μονογραφή, εφόσον στην τελευταία περίπτωση είναι η συνηθισμένη μορφή υπογραφής του (ΑΠ 365/1971).
Αντίθετη συσταλτική ερμηνεία της εν λόγω διάταξης και παραδοχή ότι η μονογραφή του διαθέτη δεν δύναται να αναπληρώσει την υπογραφή κατά τις άνω διακρίσεις, κατά την έννοια του άρθρου 1740 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, με συνέπεια την ακυρότητα της διαθήκης, κατά το άρθρο 1718 ΑΚ, θα οδηγούσε στην ακύρωση της σαφώς εκπεφρασμένης τελευταίας βούλησής του και θα παραβίαζε την αρχή της διάσωσης του κύρους της διαθήκης και της διαφύλαξης της τελευταίας πραγματικής βούλησης του διαθέτη, στην οποία ο νομοθέτης αποδίδει πρωταρχική σημασία στη ρύθμιση της κληρονομικής διαδοχής, υπό το πνεύμα της οποίας πρέπει να ερμηνεύονται και οι οικείες διατάξεις (πρβ ΟλΑΠ 67/1990).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 31-3-2014 αγωγή της (αριθ. εκθ. καταθ. 41408/1158/2014) προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε - διευκρινίστηκε, ισχυρίστηκε ότι στις …. απεβίωσε στην ..., όπου ήταν η τελευταία εν ζωή κατοικία του, ο εκ μητρός θείος της Σ. Φ.του Δ., ο οποίος άφησε κατά το χρόνο του θανάτου του την από ...
μυστική διαθήκη του, την οποία κατέθεσε στον συμβ/φο ... Α.Φ., συνταχθείσας για την κατάθεση της υπ' αριθ. … πράξης του παραπάνω συμβολαιογράφου, η δε διαθήκη δημοσιεύτηκε νόμιμα στις … με το υπ' αριθ. …. πρακτικό του Ειρηνοδικείου Κω. Ότι με την εν λόγω διαθήκη, το περιεχόμενο της οποίας εκτίθεται στην αγωγή, ο ανωτέρω διαθέτης εγκατέστησε ως κληροδόχο το εναγόμενο κοινωφελές ίδρυμα και όρισε να περιέλθουν σε αυτό τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή περιουσιακά στοιχεία.
Ότι η συγκεκριμένη διαθήκη, όπως προκύπτει από το ίδιο το σώμα της, είναι γραμμένη με τη χρήση μηχανικού μέσου, ηλεκτρονικού υπολογιστή, αποτελείται από τέσσερα χωριστά μεταξύ τους ημίφυλλα που συνδέονται μεταξύ τους με συνδετήρες και σχηματίζουν ένα ενιαίο τετρασέλιδο. Ότι τα τέσσερα χωριστά ημίφυλλα είναι γραμμένα κατά την εμπρόσθια σελίδα τους και λευκά, χωρίς γραφή, κατά την οπίσθια σελίδα τους και φέρουν το πρώτο ημίφυλλο στην εμπρόσθια σελίδα του ως επικεφαλίδα τη λέξη Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ, ακολούθως κείμενο της διαθήκης και στο τέλος αυτού τη μονογραφή του διαθέτη, το δεύτερο ημίφυλλο στην εμπρόσθια σελίδα του κείμενο της διαθήκης και στο τέλος αυτού τη μονογραφή του διαθέτη , το τρίτο ημίφυλλο στην εμπρόσθια σελίδα του κείμενο της διαθήκης και στο τέλος αυτού τη μονογραφή του διαθέτη και το τέταρτο ημίφυλλο στην εμπρόσθια σελίδα του κείμενο της διαθήκης και στο τέλος αυτού την ξενόγλωσση και χειρόγραφη υπογραφή του διαθέτη , συντιθέμενη από το ξενόγλωσσο επώνυμο του μετά της προ αυτού προσθήκης του ξενόγλωσσου αρχικού του κυρίου ονόματος "S" και προς αποφυγή προφανώς συγχύσεως παρατίθεται πάνω από αυτήν, για την ανάλυση και επεξήγηση της, χειρόγραφα και με ελληνικούς χαρακτήρες τα στοιχεία της υπογραφής του "Σ.Φ.", συντίθεται δε η μονογραφή του από τα ξενόγλωσσα αρχικά του ονόματος του και του επωνύμου του διαθέτη.
Ότι η παραπάνω μυστική διαθήκη, που αποτελείται από τέσσερα χωριστά μεταξύ τους ημίφυλλα, ενωμένα με συνδετήρες, τα οποία σχηματίζουν ένα ενιαίο τετρασέλιδο, γραμμένη με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, που φέρει την υπογραφή του διαθέτη μόνο στο τέλος του τέταρτου ημίφυλλου και όχι και στα προηγούμενα τρία ημίφυλλά της, τα οποία φέρουν μόνο τη μονογραφή του, είναι άκυρη, καθόσον δεν τηρήθηκε ο υπό του άρθρου 1740 εδ.
β' ΑΚ οριζόμενος τύπος, στοιχείο απαραίτητο για το κύρος της, αφού τα τρία πρώτα ημίφυλλά της φέρουν μόνο τη μονογραφή και όχι την υπογραφή του διαθέτη, ενώ η παραπάνω διάταξη απαιτεί κάθε ημίφυλλο να φέρει την υπογραφή αυτού, η υπογραφή του δε είναι αυτή που ο ίδιος έθεσε στο τέλος του τέταρτου και τελευταίου ημίφυλλου της διαθήκης, όπως επίσης και στο τέλος της υπ' αριθ. ...
πράξης του συμβ/φου … Α.Φ.που συντάχθηκε για την κατάθεσή της. Ότι η ίδια, λόγω της ακυρότητας της ανωτέρω διαθήκης, καλείται ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας του εν λόγω διαθέτη. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα, ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω από ...
μυστικής διαθήκης του Σ.Φ.. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αφού κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, η γραφείσα με μηχανικό μέσο επίδικη μυστική διαθήκη, αποτελούμενη από τέσσερα χωριστά μεταξύ τους ημίφυλλά, ενωμένα με συνδετήρες, φέρει στο τέλος αυτής την μη αμφισβητούμενη υπογραφή του διαθέτη, ενώ επίσης τα τρία προηγούμενα ημίφυλλα φέρουν επίσης τη μονογραφή του ιδίου, η οποία (μονογραφή), όμως αρκεί και αναπληρώνει την υπογραφή, με συνέπεια η διαθήκη να είναι έγκυρη και όχι άκυρη, εξαιτίας της έλλειψης υπογραφής στα προηγούμενα ημίφυλλά κατά το μοναδικό λόγο ακυρότητας της διαθήκης που εκτίθεται στην αγωγή.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε στην αρχή, έκρινε ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια και απορρίπτοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ιδία εκείνων του άρθρου 1740 παρ. 1 εδ β και 1718 ΑΚ και δεν υπέπεσε έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμος.? Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή, ανταγωγή, ή ένσταση ως μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ ΑΠ 3/1997).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν μία απόφαση δεν έχει νόμιμη βάσιμη και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι η ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας και, συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, ανταγωγή ή ένσταση ως μη νόμιμη ή αόριστη. (Ολ.
ΑΠ 44/1990, Ολ. ΑΠ 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης που είχε ομοίως απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή, χωρίς το Εφετείο να προβεί στην κατ' ουσίαν έρευνα της.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 παρ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα προσαχθέντα ενώπιον του και επικληθέντα απ' αυτή έγγραφα και άλλα αποδεικτικά μέσα και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ της έλλειψης αιτιολογίας, άλλως ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της αγωγής της, είναι απαράδεκτοι, διότι το Εφετείο δεν προέβη στην κατ' ουσία έρευνα της υπόθεσης, αλλά την απέρριψε ως μη νόμιμη, γεγονός που αποκλείει, όπως προαναφέρθηκε, την ίδρυση των λόγων αυτών αναίρεσης, όπως το απαράδεκτο των λόγων αυτών επισημαίνεται και από τους αναιρεσίβλητους.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που είχαν χωριστή εκπροσώπηση και κατέθεσαν χωριστές προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, μειωμένη όμως ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εις.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-12-2018 αίτηση της Α.Δ. για αναίρεση της 2519/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για το πρώτο και τριακοσίων (300) ευρώ για τον δεύτερο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 1 Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ