1010/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1010/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Full text
Απόφαση 1010 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1010/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Β. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Φιλιππόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Π. του Ν., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ανδροβιτσανέα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2130/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4206/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-11-2011 αίτησή του και τους από 4-9-2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 7-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων του δικογράφου της αίτησης και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αυτής για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4206/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 248, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα η δε παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι κατ’ αρχήν πενταετής και εφόσον η δικαστική επιδίωξη αυτής της αξίωσης είναι δυνατή, πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει, η εν λόγω παραγραφή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδαφ. α’ ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή" εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική ή αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ’ αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημία η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωσης.
Και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία, για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα, όμως, αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης, δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 23/1994, 38/1996, 24/2003, ΑΠ 642/2007, 997/2003, 2/2010, 377/2009).
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγου θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή.
Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση είτε με αναγνωριστική αγωγή είτε με καταψηφιστική και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 2039/2013).
Στην περίπτωση δε που από τη ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια, που είναι απρόβλεπτη, και συνεπώς για τη σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ενστάσεως παραγραφής.
Έτσι, ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεσθεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, διότι αυτό είναι το περιεχόμενο της ενστάσεώς του (ΑΠ 21/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 24-7-2007 αγωγή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι ο πρώτος εναγόμενος - ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος είναι αποκλειστικά υπαίτιος για τον σοβαρό τραυματισμό του, που του προκάλεσε οδηγώντας το αναφερόμενο σ’ αυτήν Δ.Χ.Φ.
αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη των εναγομένων (ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων) ασφαλιστική εταιρεία, κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που έλαβε χώρα υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες, ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, της δεύτερης εξ αυτών επικουρικά και με βάση τις διατάξεις περί σωρευτικής αναδοχής χρέους, ενόψει του ότι μετά το ατύχημα ο πρώτος επέδειξε και κατέθεσε στην αρμόδια αστυνομική αρχή βεβαίωση ασφαλίσεως, με την οποία αυτή αναδέχθηκε την αστική ευθύνη για τις ζημίες του ζημιογόνου αυτοκινήτου, να του καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρο, ως περαιτέρω αποζημίωση για αποθετική του ζημία, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 2130/2008 απόφασή του απέρριψε την αγωγή, ως παραγεγραμμένη, κατά παραδοχή της σχετική ένστασης που πρότειναν παραδεκτώς οι εναγόμενοι. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο αναιρεσείων. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την έφεση, ως αβάσιμη, αφού έκρινε την αγωγή παραγεγραμμένη και αντικατέστησε την αιτιολογία, δεχόμενο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ’ αριθμό 3965/2001 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί της από 6.6.1996 προγενέστερης (1ης αγωγής) του ιδίου ενάγοντος, κατά των αυτών εναγομένων από αδικοπραξία, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 681/2000 μη οριστικής απόφασής του, που διέτασσε ιατρική πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να διαπιστωθεί η ανικανότητά του ή μη, για την άσκηση του επαγγέλματός του, ως οδηγού επαγγελματικού αυτοκινήτου, κατά το χρονικό διάστημα από 30.9.1996 έως 31.5.1998 και την προσκόμιση της από 10.5.2000 (αριθμός κατάθεσης ...2000) έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την άνω μη οριστική απόφαση πραγματογνώμονα Σ.
Ν., οφθαλμίατρου έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 321 επ. Κ.Πολ.Δ.) τα εξής: Στις 10.8.1995 και περί ώρα 9:15 ο τότε δεύτερος και τώρα πρώτος εναγόμενος Η. Π., οδηγώντας το υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τότε πρώτη και τώρα δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." και κινούμενος επί της Νέας Εθνικής οδού Αθηνών - Κορίνθου, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Κόρινθο, στο ύψος της παραπάνω οδού, όπου βρίσκεται το περίπτερο του Δήμου Χαϊδαρίου, μετά την γέφυρα του Σκαραμαγκά συγκρούστηκε με το υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ενάγων Ι. Β. και ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την ένδικη σύγκρουση και τις συνέπειές της ήταν ο τότε δεύτερος εναγόμενος οδηγός του υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. αυτοκινήτου. Ότι από το ένδικο τροχαίο ατύχημα τραυματίστηκε ο ενάγων στο δεξιό οφθαλμό και συγκεκριμένα υπέστη ρήξη του βολβού του δεξιού οφθαλμού, κατάσταση, η οποία αντιμετωπίστηκε, άμεσα, χειρουργικά στο Π.Γ.Ν.Π. "ΤΖΑΝΕΙΟ".
Ότι στη συνέχεια, όπως αποδεικνύεται από την από 9.8.1996 βεβαίωση του Π.Γ.Ν.Α. "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" υποβλήθηκε στο εν λόγω νοσοκομείο σε χειρουργική επέμβαση, με υαλοειδεκτομή στο δεξιό οφθαλμό, μέχρι δε και τότε έφερε μετατραυματική αφακία, ένθετο φακό αμφισβληστροειδή, μερικώς αποκολλημένο στο κάτω ήμισυ και ότι η οπτική οξύτητά του είναι 3/10, με διόρθωση - 6,50 sph, o έτερος (αριστερός οφθαλμός) είναι εντός των φυσιολογικών ορίων.
Με την ίδια απόφαση έγινε δεκτό ότι από τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω Ιατρική Πραγματογνωμοσύνη αποδεικνυόταν, αναμφισβήτητα, ότι ο ενάγων ήταν πρακτικά τυφλός, εκ του Δ.Ο., λόγω μετεγχειρητικού γλαυκώματος, που εμφανίστηκε στον εν λόγω οφθαλμό, μετά τις χειρουργικές επεμβάσεις που υποβλήθηκε, κατ ανάγκη, λόγω του τραυματισμού του και συγκεκριμένα μετά τις 24.9.1996, ότι η απώλεια της όρασης του Δ.Ο.
είναι οριστική και μη αναστρέψιμη, σύμφωνα με τα ισχύοντα επιστημονικά δεδομένα και ότι από το συνδυασμό της άνω ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και των λοιπών ιατρικών πιστοποιητικών που προσκομίστηκαν με επίκληση αποδεικνυόταν ότι ο ενάγων, κατά το από 24.9.1996 έως και 31.5.1998 χρονικό διάστημα ήταν ανίκανος προς εργασία και συγκεκριμένα αυτής του οδηγού επαγγελματικού αυτοκινήτου, αφού η απώλεια της όρασης του Δ.Ο.
είναι οριστική και μη αναστρέψιμη και έτσι απώλεσε (ενάγων) τα εκ της εργασίας του εισοδήματα, τα οποία θα απεκόμιζε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ως οδηγός επαγγελματικού αυτοκινήτου στην εταιρεία "..." και αυτό, γιατί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 2 και 3 του ΝΔ 635/1979, σε άτομα που έχουν απωλέσει πλήρως την όραση του ενός οφθαλμού χορηγείται ερασιτεχνική άδεια ικανότητας οδηγού, η οποία ισχύει επί τριετία από της εκδόσεως της ανανεωμένης μετά από νέα ιατρική γνωμάτευση του κατόχου της.
Εν τω μεταξύ ο ενάγων άσκησε εναντίον των ιδίων εναγομένων την από 26.3.1999 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 1353/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη, αφού δεν ασκήθηκε κατ’ αυτής ένδικο μέσο με την οποία, αφού κρίθηκε, ότι κατά το από 1.6.1998 έως και 31.5.1999 χρονικό διάστημα ο ενάγων θα κέρδιζε από την άνω εργασία του, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, μηνιαίως το ποσό των 220.000 δραχμών, μαζί με τις υπερωρίες και ότι συνακόλουθα, λόγω της πλήρους ανικανότητάς του για εργασία, έχασε αποδοχές του χρονικού αυτού διαστήματος του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επεδίκασε στον ενάγοντα, για την αιτία αυτή το ποσό των 15.143,06 ευρώ.
Στη συνέχεια, επί της από 24.10.2002 μεταγενέστερης αγωγής του ενάγοντος, κατά των αυτών εναγομένων, περί αποζημίωσης για απώλεια εισοδήματος εκ της εργασίας του, του χρονικού διαστήματος από 1.6.2002 έως 1.6.2004, συνεπεία της ανικανότητάς του να εργασθεί, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1181/2006 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε, όπως και η προαναφερθείσα 3965/2001 τελεσίδικη απόφαση, ότι ο ενάγων, συνεπεία μετεγχειρητικού γλαυκώματος που παρουσίαζε ο οφθαλμός του, μετά την 24.9.1996, μετά τις απαραίτητες χειρουργικές επεμβάσεις, κατέστη τυφλός από τον δεξιό οφθαλμό, ότι η κατάστασή του αυτή είναι οριστική και μη αναστρέψιμη και ότι συνεπεία της ανικανότητάς του για την άσκηση του προαναφερθέντος επαγγέλματός του απώλεσε κατά το άνω χρονικό διάστημα εισοδήματα συνολικού ποσού 19.696 ευρώ, τα οποία και του επιδίκασε.
Μετά τις παραπάνω παραδοχές, αναφορικά με την κρινόμενη από 24.7.2007 αγωγή, το Δικαστήριο δέχεται ότι η προαναφερθείσα επιδείνωση της κατάστασης του δεξιού οφθαλμού του ενάγοντος, δηλαδή η οριστική και μη αναστρέψιμη απώλεια της όρασης του άνω δεξιού οφθαλμού του, λόγω μετεγχειρητικού γλαυκώματος που παρουσίασε μετά τις 24.9.1996, συνεπεία των αναγκαίων χειρουργικών επεμβάσεων που υποβλήθηκε προς αποκατάσταση της όρασής του, δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί, κατά τα ιατρικά δεδομένα, εξ αρχής και σε κάθε περίπτωση κατά το χρόνο άσκησης της πρώτης από 6.6.1996 αγωγής και ότι ο ενάγων έλαβε γνώση της σοβαρότατης αυτής επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του και της μονιμότητας πλέον της ανικανότητάς του για να ασκεί το επάγγελμά του ως επαγγελματία οδηγού, για πρώτη φορά στις 10.5.2000, ήτοι από την κατάθεση στον αρμόδιο γραμματέα του παρόντος δικαστηρίου της προαναφερθείσας έκθεσης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα - οφθαλμίατρου Σ.
Ν., ο οποίος αναφέρει στην εν λόγω έκθεσή του ότι στις 25.4.2000, που εξέτασε τον ενάγοντα, διαπίστωσε ότι ήταν πρακτικά τυφλός, λόγω μετεγχειρητικού γλαυκώματος..., τοποθετεί δε την εμφάνιση του μετεγχειρητικού αυτού γλαυκώματος, σε κάθε περίπτωση μετά τις 24.9.1996, χωρίς όμως να είναι σε θέση να προσδιορίζει τον ακριβή χρόνο εμφάνισής του, είναι δε προφανές ότι πληροφόρησε αμέσως τον ενάγοντα για τη προβλεπτή και σημαντική αυτή επιδείνωση της κατάστασης της υγείας.
Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, για τις επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος, οι οποίες στηρίζονται στην απρόβλεπτη αυτή επιδείνωση της υγείας του, ίσχυε νέα παραγραφή, που άρχισε στις 10.5.2000, οπότε έλαβε, κατά τα άνω γνώση αυτής και των δυσμενών συνεπειών της ο ενάγων, η οποία τόσον για τον πρώτο εναγόμενο υπαίτιο οδηγού, όσον και για την δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία είναι πενταετής (937 παρ. 1 Α.Κ.), εφόσον αποδεικνύεται η βάση της υπό κρίση αγωγής, περί σωρευτικής αναδοχής χρέους του άρθρου 477 ΑΚ, ενόψει του ότι ο πρώτος εναγόμενος επέδειξε κατά άρθρο 43 του Ν. 2094/1992 στο αρμόδιο αστυνομικό τμήμα τη βεβαίωση ασφάλισης της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας (γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από την τελευταία), τούτο δε αποτελεί πρόταση του ασφαλιστή προς τον δικαιούχο αποζημίωσης ενάγοντα, ότι σε περίπτωση πραγμάτωσης του ασφαλιστικού κινδύνου, προσφέρεται να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του μέχρι το ύψος του ασφαλιστικού ποσού, που ο τελευταίος αποδέχθηκε με την έγερση της υπό κρίση αγωγής (ΑΠ 1783/2008 ο.π).
Η ένδικη όμως, από 24.7.2007 αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους στις 25.9.2007, δηλαδή μετά την πάροδο πενταετίας και πλέον, αφού έλαβε γνώση ο ενάγων της ως άνω απρόβλεπτης επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του και της εντεύθεν ζημίας του και συνεπώς οι ένδικες αξιώσεις, που αφορούν αποζημίωση του τελευταίου, για απώλεια εισοδημάτων, για το χρονικό διάστημα από 1.6.2006 έως 31.12.2008 υπέκυψαν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, κατά παραδοχή ως κατ’ ουσία βάσιμης της σχετικής ένστασης, που πρότειναν οι εναγόμενοι, παραδεκτά, πρωτοδίκως και επαναφέρουν με τις έγγραφες προτάσεις τους για υπεράσπισή τους κατά της έφεσης.
Εξ άλλου η τελεσίδικη υπ’ αριθμό 3965/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 6.6.1996 πρώτης αγωγής του ενάγοντος, κατά των αυτών εναγομένων και δημοσιεύθηκε στις 16.5.2001, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση πενταετίας από το ατύχημα, την οποία επικαλείται ο ενάγων, προς θεμελίωση της αντένστασής του, περί επιμήκυνσης του χρόνου της πενταετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών του, σε εικοσαετή, δεν ωφελεί και δεν επιμήκυνε την άνω πενταετή παραγραφή σε εικοσαετή, διότι οι αξιώσεις αποζημίωσης του ενάγοντος, που βεβαιώθηκαν με την άνω τελεσίδικη απόφαση, ήταν από την αρχή προβλεπτές, δηλαδή, διαφορετικές από τις ένδικες αξιώσεις, που ήταν απρόβλεπτες και άρχισε γι’ αυτές (απρόβλεπτες αξιώσεις) νέα πενταετής παραγραφή στις 10.5.2000, η οποία συμπληρώθηκε στις 10.5.2005, δηλαδή πολύ πριν την επίδοση της υπό κρίση αγωγής και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος, περί επιμηκύνσεως της παραγραφής σε 20ετή, κατά το άρθρο 268 εδ.
α’ του Α.Κ. Συνακόλουθα, οι ένδικες αξιώσεις κατά την επίδοση της υπό κρίση αγωγής είχαν υποπέσει στην προαναφερθείσα πενταετή παραγραφή, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη που προηγήθηκε... Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε την ένταση πενταετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, την οποία αντικαθιστά, και απέρριψε στην συνέχεια την υπό κρίση αγωγή, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης, ως παραγεγραμμένη, δεν έσφαλε κατ’ αποτέλεσμα, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα".
Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι εμφανιζόμενες ως δήθεν απρόβλεπτες ένδικες αξιώσεις, αναφερόμενες σε απώλεια εισοδημάτων από την εργασία του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, ως οδηγού επαγγελματικού αυτοκινήτου, για το χρονικό διάστημα από 1-6-2006 έως 31-12-2008 αποτελούν μέρος, αναγόμενο σε μεταγενέστερο χρόνο, της όλης αξίωσης για αποθετική ζημία από τον τραυματισμό του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, η ύπαρξη της οποίας, για το χρονικό διάστημα από 1-9-1995 έως 31-5-1998, βεβαιώθηκε με την 3965/ 2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε, ότι, κατά το προγενέστερο αυτό χρονικό διάστημα, ο εν λόγω ενάγων ήταν πρακτικά τυφλός εκ του Δ.Ο., του οποίου η οπτική οξύτητα ήταν 3/10, και ανίκανος προς εργασία, ειδικότερα δε αυτή του οδηγού επαγγελματικού αυτοκινήτου, αφού η απώλεια της όρασης του Δ.Ο.
είναι οριστική και μη αναστρέψιμη. Κατά συνέπεια, από τις 16-5-2001, οπότε δημοσιεύθηκε η ανωτέρω 3965/2001 απόφαση του Εφ. Αθηνών, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) με δύναμη δεδικασμένου και έκτοτε πλέον υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή. Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει, υπό τις ως άνω παραδοχές, την αγωγή παραγεγραμμένη και να απορρίψει την έφεση του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη, παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα των άρθρων 268 και 937 Α.Κ.
με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, του μεν πρώτου με την εσφαλμένη ερμηνεία και τη μη εφαρμογή του, ενώ συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις, του δε δευτέρου με το να το εφαρμόσει, ενώ δεν έπρεπε, και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, και τους δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι συνακόλουθα πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών, που διατυπώνονται με την ένδικη αίτηση και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000 ευρώ και κατανέμει κατ’ ίσα μέρη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4206/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, αποτελούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και κατανέμει κατ’ ίσα μέρη.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ