Supreme Court dismisses appeal on inheritance dispute where defendant failed to pay taxes and lawyer fees as agreed.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding an inheritance dispute. The appellant argued the lower court inadequately addressed claims for damages and failed to reject a specific lawsuit, but the court found these arguments baseless. The court determined the appellant had intentionally misrepresented his ability to pay taxes and legal fees to secure a property exchange, constituting a violation of substantive law that justified the original judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court correctly applies substantive law regarding intentional misrepresentation of financial obligations to secure a property exchange, thereby establishing the appellant's liability for unpaid taxes and legal fees.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1010 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1010/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσιβλήτου: Δ. συζ. Α. Τ., το γένος Γ. Ν., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22354/1999, 16850/2002 προδικαστικές και 33425/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1895/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 7-12-2007 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1779/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη της συζήτηση της υπόθεσης. Μετά από επανάκληση της υπόθεση εκδόθηκε η 1314/2011 που κήρυξε και πάλι απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 3-2-2012 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης ανέγνωσε την από 3-4-2009 έκθεση του ήδη προαχθέντος σε Αντιπρόεδρο Χαράλαμπου Ζώη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις 5119/4-4-2011 και 6856/31-7-2012 εκθέσεις των δικαστικών επιμελητών Γιαννιτσών ... και Έδεσσας ..., αντίστοιχα, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως και της από 3-2-2012 κλήσεως για συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Αφού δε η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να δικαστεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει ως να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ.
Με το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Παραβιάζεται δε ο κανόνας αυτός αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν πρέπει, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΑΠ Ολομ. 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 147 ΑΚ προκύπτουν τα εξής:
Για τη στοιχειοθέτηση αδικοπραξίας, η οποία γεννά ευθύνη προς αποζημίωση, απαιτείται: α) παράνομη πράξη ή παράλειψη, β) υπαιτιότητα (πταίσμα) του δράστη με τη μορφή του δόλου ή της αμέλειας και γ) ζημία άλλου που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη πράξη ή παράλειψη, με την έννοια ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής η συμπεριφορά του υπαιτίου είναι ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, επέφερε δε αυτό πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η πράξη είναι παράνομη, όταν με αυτήν προσβάλλεται δικαίωμα του παθόντος, η δε παράλειψη όταν ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη να μη παραλείψει. Αδικοπραξία, (που τελείται με δόλο) αποτελεί και η κατά το άρθρο 147 ΑΚ απάτη, η οποία παρέχει σε εκείνον που εξαπατήθηκε το δικαίωμα να ζητήσει, κατ' επιλογήν, είτε την ακύρωση της δικαιοπραξίας λόγω ελαττώματος της δηλώσεως βουλήσεως, και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας, είτε να αποδεχτεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας (θετικής και διαφυγόντος κέρδους), σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, δηλαδή την ανόρθωση της ζημίας που υπέστη και τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αδικοπρακτική, εξαιτίας της απάτης, συμπεριφορά εκείνου που ζημίωσε.
Απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, αποτελεί κάθε από πρόθεση συμπεριφορά, που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, με σκοπό να προκαλέσει την απόφαση του άλλου. Η απατηλή συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση αληθινών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.
Η παραπλάνηση είναι δόλια, όταν ο παραπλανών είχε την πρόθεση να παραπλανήσει τον άλλο, γνωρίζοντας ο ίδιος το ψευδές των γεγονότων που παρουσίασε ως αληθινά, μπορεί δε η δόλια ψευδής παράσταση του απατήσαντος να συνίσταται και σε υπόσχεση για την τήρηση στο μέλλον ορισμένης στάσεως έναντι του απατηθέντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με το να δεχτεί, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την εναντίον του αγωγή προς αποζημίωση της ήδη αναιρεσίβλητης με βάση τις διατάξεις περί απάτης, απορρίπτοντας την έφεση αυτού και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε ζητήσει μόνο αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, και όχι και την ακύρωση της συμβάσεως που είχε καταρτιστεί μεταξύ τους, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147, 149, 335 και 914 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί, όπως αναπτύχθηκε παραπάνω, αυτός που εξαπατήθηκε, και στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 149 παρ. 2 ΑΚ, να αποδεχτεί τη δικαιοπραξία που καταρτίστηκε με απάτη και να ζητήσει μόνο αποζημίωση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως εγγράφου, που είναι αποδεικτικό μέσο κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, και αποδίδει σ' αυτό διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που αυτό πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εκτίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου ακριβώς όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωσή του (ΑΠ Ολομ. 1/1999). Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του ότι ο αναιρεσείων δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του που είχε αναλάβει έναντι της αναιρεσίβλητης με το από 30-1-1984 ιδιωτικό συμφωνητικό, και ειδικότερα την καταβολή εκ μέρους του της αμοιβής του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Γ.
Ζ., έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την υπ' αριθμ. 190/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητα της αναιρεσίβλητης προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του δικηγόρου Γ. Ζ. από την αμοιβή του για τη διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων που αφορούσαν το κοινό ακίνητο των διαδίκων.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το οικείο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της πιο πάνω αποφάσεως, θεωρώντας ότι αυτός στερείται ακίνητης περιουσίας και γι' αυτό δεν ενεγράφη σε βάρος του προσημείωση υποθήκης, σε αντίθεση με τους λοιπούς συγκυρίους του επίκοινου ακινήτου, επ' αυτής δε της εσφαλμένης προϋποθέσεως στήριξε κατά κύριο λόγο την αιτιολογία του για την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπό του. Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο εκτίμησε το περιεχόμενο της ως άνω αποφάσεως όπως έχει και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, συνεκτιμώντας αυτήν μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα..
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών. Κατά συνέπεια λόγος αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια του κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα, και σε τι συνίσταται η παράβαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι, ενώ δέχθηκε ως τίτλο κυριότητας του επίκοινου οικοπέδου την .../19-3-1982 κοινή δήλωση αποδοχής κληρονομίας των διαδίκων και του επίσης κληρονόμου μη διαδίκου Χ. Α. ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν. Σαράφη, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η καταβολή του φόρου αυτού προηγείται της δηλώσεως αποδοχής της κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου, αφού δέχθηκε πως ο αναιρεσείων δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του να καταβάλει το φόρο κληρονομίας της κοινής δικαιοπαρόχου των διαδίκων Τ. Ν., που όφειλε η αναιρεσίβλητη για το μερίδιό της στο κληρονομιαίο κοινό ακίνητο. Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, γιατί δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας πως η καταβολή του φόρου κληρονομίας προηγείται της συντάξεως της δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας, κατά τα λοιπά δε γιατί με το λόγο αυτό πλήττεται απαραδέκτως, κατά παράβαση του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Λόγος αναιρέσεως για ανεπαρκή αιτιολογία ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (ΑΠ Ολομ. 1/1999).
Περαιτέρω, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 614/2009).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, η αναιρεσίβλητη και ο μη διάδικος στην παρούσα δίκη Χ. Α., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Τ. Ν., που απεβίωσε την 29-8-1975 και ήταν σύζυγος του αναιρεσείοντος και μητέρα της αναιρεσίβλητης, μητέρα δε και του Χ.
Α. από προηγούμενο γάμο της, έγιναν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου, κατά ποσοστό 2/8 ο αναιρεσείων και 3/8 η αναιρεσίβλητη, ενός οικοπέδου, εμβαδού 426,59 τ.μ., που βρίσκεται στον Δήμο Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης. Επειδή το εν λόγω ακίνητο διεκδικείτο από τρίτους, ο δικαιοπάροχος της Τ. Ν., Α. Π., είχε αναθέσει τη διεξαγωγή των σχετικών δικών στους δικηγόρους Σ.
Δ. και Γ. Ζ., αντί συμφωνημένης αμοιβής 10% στον καθένα. Την 2-9-1973 απεβίωσε ο Α. Π. και κληρονομήθηκε από την άμεση δικαιοπάροχο των διαδίκων Τ. Ν., η οποία με τη σειρά της ανέθεσε στον προαναφερόμενο δικηγόρο Γ. Ζ. με το από 10-9-1973 ιδιωτικό συμφωνητικό τη διεκπεραίωση των σχετικών δικών, που αφορούσαν το οικόπεδο, έναντι των διεκδικούντων αυτό Α.
Μ. και Β. Σ., με εργολαβική αμοιβή ποσοστό 24% επί της αξίας του οικοπέδου, η οποία ωστόσο ήταν καταβλητέα μετά την επιτυχή για την εντολέα του περαίωση του δικαστικού αγώνα. Μετά το θάνατο της Τ. Ν., οι κληρονόμοι της (αναιρεσείων, αναιρεσίβλητη και Χ. Α.) επανέλαβαν την ίδια συμφωνία με τον προαναφερόμενο δικηγόρο.
Πριν όμως περατωθούν οι δικαστικοί αγώνες, και ειδικότερα το έτος 1984, επειδή οι συγκύριοι του οικοπέδου επιθυμούσαν να προχωρήσουν στην εκμετάλλευσή του με την ανέγερση σ' αυτό οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, καταρτίσθηκε μεταξύ τους το από 30-1-1984 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο ήδη αναιρεσείων ανέλαβε έναντι των λοιπών, και επομένως και έναντι της ήδη αναιρεσίβλητης, την υποχρέωση να καταβάλει αυτός και μόνο ατομικά όλες τις δαπάνες που θα προέκυπταν μελλοντικά υπέρ οποιουδήποτε τρίτου ή δημόσιας αρχής (Δήμου, Οικονομικής Εφορίας κ.λ.π.), οποτεδήποτε ήθελαν βεβαιωθεί, ακόμη και στο όνομα μόνο της ήδη αναιρεσίβλητης, και να επιβαρυνθεί αυτός αποκλειστικά για τις κοινές μέχρι τότε δαπάνες που προέκυψαν και κάποιες που ήδη είχε καταβάλει εξ ιδίων και αφορούσαν το εν λόγω οικόπεδο.
Ειδικότερα, οι οφειλές την πληρωμή των οποίων υποσχέθηκε εξ ιδίων ο αναιρεσείων, αφορούσαν κάθε χρέος προς τρίτον, ιδιώτη ή αρχή και προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ., οποτεδήποτε ήθελαν βεβαιωθεί, ακόμη και αποκλειστικά στο όνομα της αναιρεσίβλητης, από φόρους κληρονομίας του Α. Π., οφειλές προς τους Κ. και Ι. Τ., δικηγορικές αμοιβές και έξοδα προς οποιοδήποτε δικηγόρο και για οποιοδήποτε δικαστήριο, ενώ σε περίπτωση που θα έχαναν τις δίκες, η αναιρεσίβλητη δεν θα είχε καμιά ευθύνη έναντι οποιουδήποτε τρίτου, αλλά όλες οι δαπάνες θα βάρυναν τον αναιρεσείοντα.
Με βάση τη συμφωνία αυτή οι συγκύριοι του οικοπέδου, ανέθεσαν στον προαναφερόμενο εργολάβο την ανέγερση της οικοδομής επ' αυτού με το σύστημα της αντιπαροχής. Κατά την συμφωνία (συμβολαιογραφικώς συναφθείσα), περιήλθαν στους οικοπεδούχους οι εξής οριζόντιες ιδιοκτησίες: α) Στον αναιρεσείοντα δύο διαμερίσματα του πρώτου ορόφου, εμβαδού 81,90 και 80,70 τ.μ.
με συμμετοχή του καθενός στο οικόπεδο 30,375%ο, στην αναιρεσίβλητη ένα διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, εμβαδού 87,90 τ.μ. με συμμετοχή στο οικόπεδο 91,125%ο, στον δε μη διάδικο Χ. Α. ένα διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, εμβαδού 87,90 τ.μ. με συμμετοχή στο οικόπεδο 91,125%ο. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, με βάση την εργολαβική σύμβαση και λαμβάνοντας υπόψη το ποσοστό συγκυριότητας αυτού στο επίκοινο οικόπεδο, σε συνδυασμό και με το συνολικό εμβαδόν δομημένων χώρων που έλαβαν και οι τρεις συγκύριοι, έλαβε σε βάρος της αναιρεσίβλητης και του τρίτου συγκυρίου 78 τ.μ.
επιπλέον των όσων δικαιούτο αυτός, από τα οποία 39 τ.μ. αναλογούν στο ποσοστό συγκυριότητας της αναιρεσίβλητης, η οποία δέχθηκε να συναινέσει στην κατάρτιση του εργολαβικού, γιατί πείσθηκε στις διαβεβαιώσεις του αναιρεσείοντος πατέρα της ότι θα κατέβαλλε αυτός ατομικά οποιαδήποτε οφειλή της προς τρίτους, και αν ακόμη στην πληρωμή της ήταν υπόχρεη η ίδια.
Παρά ταύτα, ο αναιρεσείων δεν τήρησε την υποχρέωσή του αυτή, και ειδικότερα δεν κατέβαλε, μετά το πέρας των σχετικών δικών τη συμφωνημένη αμοιβή στον δικηγόρο Γ. Ζ., ο οποίος κατόπιν αυτού, με αίτησή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και προς εξασφάλιση της σχετικής απαιτήσεώς του, ζήτησε την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης μέχρι του ποσού των 35.000.000 δρχ.
σε ακίνητα της αναιρεσίβλητης (και των κληρονόμων του Χ. Α.) και με την 190/1999 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου του χορηγήθηκε η σχετική άδεια. Ο ίδιος δικηγόρος άσκησε κατόπιν και αγωγή εναντίον όλων των συγκυρίων για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής του, πλην όμως στη συνέχεια παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής του αυτής τόσο ως προς την τότε εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, όσο και ως προς τους κληρονόμους του άλλου συγκυρίου, ενώ με το υπ' αριθμ. 24097/2000 πρακτικό συμβιβασμού μεταξύ του εν λόγω δικηγόρου και του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να του καταβάλει το ποσόν των 5.250.000 δρχ., που αντιστοιχούσε στο μερίδιό του επί του ποσού της αμοιβής του δικηγόρου, πλην όμως δεν το κατέβαλε και για το λόγο αυτό ο δικηγόρος του επέδωσε την από 31-5-2005 εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία, την οποία κοινοποίησε και στον εργολάβο της οικοδομής Δ.
Μ.. Ο αναιρεσείων, εξάλλου, παρά την υπόσχεσή του, δεν εκπλήρωσε και τις λοιπές φορολογικές υποχρεώσεις που αντιστοιχούσαν στο μερίδιο της αναιρεσίβλητης, δηλαδή το φόρο κληρονομίας, επιπλέον δε και με σκοπό να μη είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της ικανοποιήσεως των αξιώσεων της ήδη αναιρεσίβλητης σε βάρος του από τη μεταξύ τους σύμβαση, που είχε καταρτισθεί, όπως προαναφέρθηκε, το έτος 1984, το έτος 1997 μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής τα δύο διαμερίσματα που περιήλθαν σ' αυτόν ως αντιπαροχή από το επίκοινο οικόπεδο στη θυγατέρα του από προηγούμενο γάμο του Φ.
Γ., αυτή δε με τη σειρά της μεταβίβασε το ένα από αυτά στο γιο της Θ.. Περαιτέρω, το Εφετείο, αντιμετωπίζοντας τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι την οφειλή του ποσού των 5.250.000 δρχ. στο δικηγόρο Γ. Ζ. κατέβαλε για λογαριασμό του ο εργολάβος Δ. Μ., δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός αυτός έμεινε αναπόδεικτος, γιατί δεν προσκομίσθηκε καμιά απόδειξη του εν λόγω δικηγόρου, από την οποία να αποδεικνύεται η καταβολή, ενώ από την πλευρά του ο εργολάβος Δ.
Μ. με την από 14-7-1998 εξώδικη δήλωσή του ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει αυτός οποιαδήποτε αμοιβή που θα οφειλόταν στον ως άνω δικηγόρο για δίκες που αυτός θα διεξήγαγε σχετικά με το εν λόγω οικόπεδο μετά την 22-6-1994, οπότε συντάχθηκε το σχετικό εργολαβικό μαζί του, ενώ, τέλος, ως προς τις λοιπές οφειλές (φόρους κληρονομίας) δέχθηκε ότι εξακολουθούν να οφείλονται.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων, με σκοπό να πείσει την αναιρεσίβλητη συγκυρία, ώστε να συμβληθεί και αυτή με τον εργολάβο εξ αντιπαροχής και να καταρτισθεί το εργολαβικό συμφωνητικό, με βάση το οποίο ο αναιρεσείων έλαβε μεγαλύτερη δομημένη επιφάνεια εκείνης που αναλογούσε στο ποσοστό συγκυριότητάς του στο επίκοινο ακίνητο, μολονότι δεν είχε σκοπό να τηρήσει όσα υποσχέθηκε, παρέστησε σ' αυτήν ψευδώς ότι ο ίδιος ατομικά θα κατέβαλε κάθε οφειλή προς τρίτους, που θα αφορούσε το εν λόγω οικόπεδο και αν ακόμη ήταν υποχρεωμένη να την πληρώσει η αναιρεσίβλητη, και έτσι την έπεισε να συμπράξει στην κατάρτιση του άνω εργολαβικού και στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η αναιρεσίβλητη κατά την αξία των 39 αυτών τετραγωνικών μέτρων, που ανερχόταν στο ποσόν των 7.800.000 δρχ., ήδη αντίστοιχη προς το ποσόν των 22.890,68 ευρώ, και κατόπιν αυτού απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια και τον είχε υποχρεώσει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ρηθέν ποσόν με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 147 και 149 ΑΚ και τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ως συγκυρία του κοινού οικοπέδου κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, δέχθηκε να συμπράξει στην κατάρτιση του από 30-1-1984 εργολαβικού ανεγέρσεως οικοδομής με αντιπαροχή και τη σύσταση οροφοκτησίας, με την οποία συναίνεσε να λάβει ο αναιρεσείων σε βάρος της 39 τ.μ.
δομημένης επιφάνειας επιπλέον εκείνων που αναλογούσαν στο εξ αδιαιρέτου μερίδιό του στο επίκοινο ακίνητο, με αντάλλαγμα την υποχρέωση αυτού να καταβάλει ο ίδιος οποιαδήποτε οφειλή προς τρίτους (φόρο κληρονομίας, οφειλές στο Δήμο, αμοιβή δικηγόρου Γ. Ζ. κ.λ.π.) ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει αυτή ως συγκυρία του ακινήτου, και ότι ο εναγόμενος, ο οποίος κατά την κατάρτιση του ως άνω συμφωνητικού με πρόθεση και μολονότι δεν είχε σκοπό να εκπληρώσει τις εν λόγω υποχρεώσεις του, παρέστησε ψευδώς στην ενάγουσα ότι θα κατέβαλλε τις οφειλές αυτές, δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του, και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε ούτε το φόρο κληρονομίας , ούτε, τέλος, την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γ.
Ζ.. Εξάλλου, δεν καθιστά ανεπαρκείς ή ελλιπείς τις αιτιολογίες του Εφετείου το γεγονός ότι δεν καθορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ποσό του φόρου κληρονομίας που βεβαιώθηκε σε βάρος της αναιρεσίβλητης από την αρμόδια φορολογική αρχή, αφού ρητά το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ότι η εν λόγω οφειλή αποτελούσε συμβατική υποχρέωση του αναιρεσείοντος, την οποία και εξακολουθούσε να οφείλει η αναιρεσίβλητη στην οικεία Δ.Ο.Υ., αποτελούσε δε βάρος εκείνου να αποδείξει ότι εκπλήρωσε την υποχρέωσή του αυτή.
Εξάλλου, το γεγονός ότι ο δικηγόρος Γ. Ζ. παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής του εναντίον της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης για την καταβολή της δικηγορικής αμοιβής του, δεν απέσβεσε τη συμβατική υποχρέωση του αναιρεσείοντος έναντι της αναιρεσίβλητης για την καταβολή του σχετικού ποσού στον ως άνω δικηγόρο.
Κατόπιν τούτου οι από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πρώτος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, κατά τα οικεία μέρη τους, με τους οποίους προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν κατέβαλε το φόρο κληρονομίας και το αναλογούν στην αναιρεσίβλητη ποσόν της αμοιβής του δικηγόρου Γ.
Ζ., έναντι των οποίων δέχθηκε αυτή να λάβει ο αναιρεσείων μεγαλύτερη του αναλογούντος στο ποσοστό συγκυριότητάς του έκταση δομημένης επιφάνειας στην οικοδομή που ανεγέρθηκε με το σύστημα της αντιπαροχής στο επίκοινο οικόπεδο των διαδίκων, τυγχάνουν αβάσιμοι.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση και την εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σ' αυτό όλα τα παραπάνω περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως αποδεδειγμένα και τα οποία συγκροτούν το πραγματικό των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν στην προκειμένη περίπτωση. Ως εκ τούτου, είναι αβάσιμος ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρανόμως δεν απέρριψε ως αόριστη και εντεύθεν απαράδεκτη την περί αποζημιώσεως από αδικοπραξία αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, μολονότι ο αναιρεσείων είχε ζητήσει την απόρριψή της για το λόγο αυτό με σχετικό λόγο εφέσεώς του κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-12-2007 αίτηση του Γ. Α. Ν. για αναίρεση της 1895/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ