1010/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 403/ΑΥ/22/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την 4053/ΑΥ/178/2008 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:23/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1873/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-3-2011 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1010/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1010 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1010/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑΖ" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος αφού ανακάλεσε την από 9-2-2012 δήλωσή του, παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Α. χήρας Ι. Σ., για λογαριασμό της και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της α) Δ. Σ., κατοίκων ..., β) Α. Σ. του Ι., κατοίκων ..., 2. Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 3. Ε. συζ. Α. Σ., 4. Κ. Σ. του Α., 5. Ε. Ι. συζ. Κ. Σ., 6. Α. Σ. του Κ., η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 7. Α. Σ. του Κ., άπαντες κάτοικοι ... και 8. Ε. χήρας Δ. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Μαριώρα και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 403/ΑΥ/22/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την 4053/ΑΥ/178/2008 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:23/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1873/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-3-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 3-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου και την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 9461β'/2.6.2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βεροίας ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου στην αρχή της αποφάσεως δικασίμου (της 10.2.2012), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στην έκτη αναιρεσίβλητη Α. Σ. του Κ.. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε, κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1989).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997 ΕλλΔνη 1997 σελ. 1573).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 581 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990, ΑΠ 2105/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 1873/2010 απόφασή του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 4-10-2006 και περί ώρα 17.55' ο πρώτος- εναγόμενος Α. Α. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης συζύγου του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και κινούνταν επί της οδού Βενιζέλου στη Βέροια με κατεύθυνση από το κέντρο προς την έξοδο της πόλης.
Η οδός Βενιζέλου είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, μεταξύ των δύο ρευμάτων πορείας υπάρχει διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή και στη συνέχεια αυτής και προς την έξοδο της πόλης αρχίζει υπερυψωμένη διαχωριστική νησίδα, το πλάτος του οδοστρώματος είναι 5,30 μέτρα στο ρεύμα προς την έξοδο της πόλης και 6,90 μέτρα στο ρεύμα προς το κέντρο της πόλης, παρουσιάζει ελαφρά δεξιά καμπύλη με μικρή κατωφέρεια στο ρεύμα πορείας προς την έξοδο της πόλης, οι συνθήκες φωτισμού κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν καλές και το οδόστρωμα ξηρό.
Κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο ο Ι. Σ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του και κινούνταν στην ίδια με τον πρώτο εναγόμενο οδό, με αντίθετη όμως κατεύθυνση, δηλ. από την έξοδο προς το κέντρο της πόλης. Όταν ο πρώτος εναγόμενος έφθασε στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 85 της παραπάνω οδού, εξετράπη από την κανονική του πορεία, κινήθηκε προς τα αριστερά και παραβιάζοντας τη συνεχόμενη διαχωριστική διαγράμμιση της οδού, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας αυτής και συγκρούστηκε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του με αριθμό κυκλοφορίας ...
αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Ι. Σ., όπως προαναφέρθηκε, το οποίο, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, εξετράπη από την πορεία του προς τα αριστερά σε σχέση με την αρχική κατεύθυνση και αφού σύρθηκε διαγωνίως σε όλο το πλάτος του αντιθέτου προς την αρχική του κατεύθυνση ρεύματος πορείας της οδού και ακινητοποιήθηκε στο πεζοδρόμιο αυτού κάθετα σχεδόν στον άξονα της οδού και με φορά προς το οδόστρωμα της οδού, ενώ το όχημα του πρώτου εναγομένου ακινητοποιήθηκε επί της διαχωριστικής γραμμής σε κάθετη σχεδόν θέση, με φορά προς το ρεύμα πορείας, που οδηγεί στο κέντρο της πόλης, καταλαμβάνοντας τμήμα αυτού.
Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος δεν οδηγούσε με την επιμέλεια του μέσου συνετού και ευσυνείδητου οδηγού και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, εξαιτίας και του γεγονότος ότι οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό αλκοόλης 1,48%ο, που βρέθηκε στο αίμα του μετά από νομότυπο έλεγχο και επηρέαζε την ικανότητά του να οδηγεί με σύνεση και να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με αποτέλεσμα να εκτραπεί από την αρχική του πορεία, να παραβιάσει τη διπλή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος, να εισέλθει στο αντίθετο προς την κατεύθυνση του ρεύμα πορείας της οδού (άρθρα 5 παρ. 8, περ.
α' και 16 παρ. 5 του Κ.Ο.Κ.) και να συγκρουστεί με το όχημα του Ι. Σ., κατά τα προεκτεθέντα. Αντίθετα ο Ι. Σ. δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα για τη σύγκρουση, καθόσον αυτός οδηγούσε σύννομα και δεν είχε τη δυνατότητα να αποφύγει τη σύγκρουση, λόγω της αιφνίδιας εισόδου του πρώτου εναγομένου στο δικό του (Σ.) ρεύμα πορείας, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι αυτός κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα και ότι επιχειρώντας αναστροφή εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.
Από τη σύγκρουση, που ήταν σφοδρή, τραυματίσθηκε θανάσιμα ο Ι. Σ., ο οποίος απεβίωσε συνεπεία των τραυμάτων του την ίδια ημέρα στο Γενικό Νοσοκομείο της Βέροιας, όπου μεταφέρθηκε. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο θανών δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας κατά το χρόνο της σύγκρουσης, πλην όμως η παράλειψή του αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με το θανάσιμο τραυματισμό του, καθόσον η χρήση της ζώνης ασφαλείας δεν θα απέτρεπε το θανάσιμο τραυματισμό του, λαμβανομένου υπόψη ότι από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης συρρικνώθηκε το εμπρόσθιο τμήμα της καμπίνας επιβατών του αυτοκινήτου του, προκαλώντας βαριά θωρακική - κοιλιακή κάκωση αυτού, στην οποία οφείλεται ο θάνατός του (βλ.
ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής της Ιατροδικαστή Ε. Ζ.) και ο ισχυρισμός των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος αυτού στον τραυματισμό του για τον παραπάνω λόγο, ο οποίος επαναφέρεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου και ως λόγος της πρώτης έφεσης, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Αποδείχθηκε επίσης ότι ο θανών κατά το χρόνο του θανάτου του διένυε το 44° έτος της ηλικίας τους και συνδέονταν με βαθιά συναισθήματα αγάπης και στοργής με την πρώτη ενάγουσα σύζυγό του και τα δύο τέκνα τους, με τα οποία διέμεναν στην ίδια οικία, αλλά και οι υπόλοιποι ενάγοντες, εκ των οποίων ο δεύτερος και η τρίτη είναι γονείς αυτού, ο τέταρτος αδελφός του, η ανήλικη Α.
Σ., και ο έβδομος ενάγων ανιψιοί του και η όγδοη ενάγουσα πεθερά του, διατηρούσαν άριστες σχέσεις και επαφές με το θανόντα και από τον αιφνίδιο και τραγικό θάνατό του δοκίμασαν βαθύ ψυχικό πόνο και μεγάλη θλίψη και ως εκ τούτου, προς απάβλυνση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν και για ψυχική παρηγοριά και ηθική ανακούφισή τους, δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, η οποία, λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου για τη σύγκρουση, την παντελή έλλειψη πταίσματος στο πρόσωπο του θανόντος για τη σύγκρουση και για το θανάσιμο τραυματισμό του, το βαθμό συγγένειας του κάθε ενάγοντος με το θανόντα, σε συνδυασμό και με την κοινωνική θέση και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων (δεν λαμβάνεται υπόψη η οικονομική κατάσταση της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική), ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 100.000,00 ευρώ για τη σύζυγό του (στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται το ποσό των 42,00 ευρώ, κατά το οποίο επιφυλάχτηκε αυτή, προκειμένου να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγουσα ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου), των 50.000,00 ευρώ για καθένα από τα τέκνα του, των 30.000,00 ευρώ για καθένα από τους γονείς του, των 20.000,00 ευρώ για τον αδελφό του και των 10.000,00 ευρώ για τον καθένα από τους ανιψιούς και την πεθερά του, ποσά τα οποία μετά τη στάθμιση των παραπάνω στοιχείων, κρίνονται εύλογα.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, περιέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία (ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕ), ο οποίος, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης οδηγώντας υπό την επήρεια οινοπνεύματος με ποσοστό αλκοόλης 1,48%ο, παραβίασε τη διπλή διαχωριστική γραμμή, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και έγινε πρόξενος του θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος, ενώ τον θανόντα Ι. Σ., που οδηγούσε κανονικά το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, δεν βαρύνει οποιαδήποτε υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα.
Συνεπώς τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και επικουρικώς από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών, ασαφών και με αντιφάσεις αιτιολογιών, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Σχετικά με τις επικαλούμενες ελλείψεις, που ανάγονται σε διεξοδική ανάλυση λεπτομερειών, δηλαδή ως προς το σημείο σύγκρουσης των αυτοκινήτων, το σημείο ακινητοποίησής τους, μετά το ατύχημα, της συγκρουσθείσες επιφάνειες αυτών, το ποιος οδηγός έκανε αποφευκτικό ελιγμό, το ποιος οδηγός πέδησε το όχημά του και αν άφησε ίχνη τροχοπέδησής του, το ποια ήταν η ταχύτητα καθενός αυτοκινήτου πριν τη σφοδρή σύγκρουση, το αν θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η έξοδος του οχήματος του πρώτου εναγομένου στο αντίθετο ρεύμα, το από ποια απόσταση έγινε ή θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η έξοδος του οχήματος του πρώτου εναγομένου στο αντίθετο ρεύμα, το ότι δεν απεδείχθη αν ο εναγόμενος οδηγός εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα και το ότι δεν απεδείχθη ότι ποιος οδηγός επιχείρησε ή όχι αναστροφή και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αυτές δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, αλλά απλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, διά των οποίων πλήττεται η ουσιαστική επί της υποθέσεως κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.
Επομένως, κατά το μέρος αυτό ο ως άνω, υπό τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή, κατά το άρθρο 932 εδ.3 ΑΚ, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση, μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης, δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεώς του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων κατά τη διαδρομή του χρόνου.
Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διατάξεως, που απορρέει από τον σκοπό της θεσπίσεώς της στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά.
Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων δεν περιλαμβάνονται οι ανεψιοί του θανόντος (τρίτος βαθμός εξ αίματος εκ πλαγίου), το πόρισμα δε τούτο ενισχύεται από τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ.2 και 59 ΑΚ, που εγγύτερα προσεγγίζουν το ζήτημα και με τις οποίες καθορίζονται περιοριστικά τα πρόσωπα, που δικαιούνται να ζητήσουν την προστασία της προσωπικότητας του αποθανόντος προσώπου και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται οι ανεψιοί του νεκρού εκ μόνης της συγγενικής τους σχέσης (Ολ.ΑΠ 21/2000, ΑΠ 731/2005, ΑΠ 319/2006, ΑΠ 581/2010).
Κατόπιν τούτων, το Εφετείο, που δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι στην έννοια της οικογενείας του θύματος, κατ' άρθρο 932 εδ.3 ΑΚ, περιλαμβάνονται και οι ανεψιοί του, Α. Σ. του Κ. (έκτη αναιρεσίβλητη) και Α. Σ. του Κ. (έβδομος αναιρεσίβλητος) και επιδίκασε σε αυτούς το ποσό των 10.000 ευρώ για τον καθένα, παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 εδ.3 ΑΚ, κατά τον βάσιμο δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ως προς τους 1η, 2ο, 3η, 4ο, 5η και 8η των αναιρεσιβλήτων, καταδικαστεί δε η αναιρεσείουσα, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ως προς τους 6η και 7ο των αναιρεσιβλήτων, να αναιρεθεί ως προς αυτούς η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν καθένας των ως άνω αναφερομένων δύο αναιρεσιβλήτων που ηττώνται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9.2.2011 αίτηση για αναίρεση της 1873/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους πρώτη, δεύτερο, τρίτη, τέταρτο, πέμπτη και όγδοη των αναιρεσιβλήτων. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Δέχεται την ως άνω αίτηση αναίρεσης, ως προς τους έκτη και έβδομο των αναιρεσιβλήτων (Α. Σ. του Κ. και Α. Σ. του Κ.).
Αναιρεί την 1873/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους ως άνω έκτη και έβδομο των αναιρεσιβλήτων.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει καθένα των ως άνω αναιρεσιβλήτων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ