Legislator Case Law & Legislation
1010/2010 AI generated

1010/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1010/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Οκτωβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21224/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2150/2005 μη οριστική και 1453/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1010/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1010 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1010/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπα-νικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φαρμάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΙΠΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΑ ELFE ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ELFE S.A", η οποία προέκυψε από την συγχώνευση των ανωνύμων εταιριών "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΙΠΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΦΩΣΦΟΡΙΚΩΝ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ Α.Ε" με σύσταση νέας εταιρίας (η οποία συνεπώς αποτελεί καθολική διάδοχο της αναιρεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΦΩΣΦΟΡΙΚΩΝ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ Α.Ε" λόγω της συγχωνεύσεως), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Καλλιόπη Σκουλαρίκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Οκτωβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21224/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2150/2005 μη οριστική και 1453/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 13 Απριλίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 9 Νοεμβρίου 2006 αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648 και 651 του ΑΚ, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή συμφωνία εργοδότη και μισθωτού, βάσει της οποίας ο εργοδότης θα παραχωρήσει με τη μορφή δανεισμού εργαζομένου τον μισθωτό σε τρίτον προς τον οποίο αυτός θα παρέχει την εργασία του. Εργοδότης παραμένει, με όλες τις συναφείς υποχρεώσεις, ο αρχικός, ενώ είναι δυνατή συμφωνία ότι ο τρίτος θα καταβάλει τον μισθό ή μέρος του χωρίς όρους ή υπό ορισμένες προϋποθέσεις και περιορισμούς (ΑΠ 286/1994).

Ο θεσμός αυτός του γνήσιου "δανεισμού" δεν προσκρούει στην διάταξη του άρθρου 651 AK όπου κατά κανόνα στη σύμβαση εργασίας η αξίωση του εργοδότη στην εργασία του μισθωτού είναι αμεταβίβαστη, διότι από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω αναφερόμενων διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι αυτή η συμφωνία είναι νόμιμη και επιτρεπτή μεταξύ εργοδότη και τρίτου, μόνον αν συναινεί ο μισθωτός.

Μόνος υπόχρεος δε στην καταβολή του μισθού παραμένει ο αρχικός εργοδότης δυνάμει της σύμβασης εργασίας, αφού η σύμβαση δεν μεταβάλλεται ως προς την υποχρέωση αυτή, εκτός αν προκύψει διάφορη ειδική συμφωνία. Αντίθετα, ο αρχικός αυτός εργοδότης δεν υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης του μισθωτού από παροχή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης στο νέο εργοδότη (προς ον η παραχώρηση), διότι η παροχή της παράνομης αυτής εργασίας δεν περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις του μισθωτού που προκύπτουν από τη σύμβαση εργασίας έναντι του εργοδότη του, αλλά στις ιδιαίτερες σχέσεις του εργαζομένου με τον δανεισθέντα, εκτός αν ειδικώς προβλέφθηκε με συμφωνία για την περίπτωση παράνομης υπερωριακής απασχόλησης και η υποχρέωση του αρχικού εργοδότη (ΑΠ 482/1979).

Τέλος, η συναίνεση του εργαζομένου μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, να συνάγεται δηλαδή από τη συμπεριφορά του, π.χ. όταν ο εργαζόμενος προσέρχεται και προσφέρει την εργασία του στον τρίτο. Η σύμβαση δανεισμού δεν επηρεάζει τη σύμβαση εργασίας. Το διευθυντικό δικαίωμα που ανήκει στον τρίτο δεν επιτρέπεται να προσκρούει στη σύμβαση εργασίας που έχει συναφθεί με τον αρχικό εργοδότη.

Ο αρχικός εργοδότης βαρύνεται κατά βάση με όλες τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας π.χ. καταβολή μισθού, αδείας, επιδόματος, ασφαλιστικές εισφορές κ.λ.π. Ενώ οι όροι της σύμβασης εργασίας που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ εργαζομένου και αρχικού εργοδότη δεσμεύουν και τον τρίτο, ο οποίος δεν επιτρέπεται να επιφέρει μονομερή βλαπτική μεταβολή.

Επίσης σε καταγγελία της σύμβασης δικαιούται να προβεί μόνον ο αρχικός εργοδότης και, τέλος, υποχρεώσεις και δικαιώματα που δεν απορρέουν από την αρχική σύμβαση αλλά προκύπτουν το πρώτον κατά τη διάρκεια του δανεισμού, δεσμεύουν μόνον τον τρίτο και τον εργαζόμενο, εφόσον δεν υφίσταται ειδικότερη συμφωνία.

Συνεπώς, τα συνήθη που ελάμβαναν χώρα κατά την παροχή της εργασίας και τα νόμιμα, και αν ακόμη έχει συμφωνηθεί να καταβάλει τον μισθό ο τρίτος, βαρύνουν εις ολόκληρον κατά τη διάρκεια της παροχής της εργασίας τον τρίτο, και τον αρχικό εργοδότη και όχι μόνον αυτόν που απολαμβάνει των υπηρεσιών του μισθωτού, εκτός αν υφίσταται ειδική και ρητή συμφωνία περί της απαλλαγής του, αφού αυτό θα αποτελούσε σύμβαση τροποποιητική της αρχικής σύμβασης.

Η προαναφερθείσα γνήσια σύμβαση δανεισμού εργασίας διαφοροποιείται από τη μη γνήσια σύμβαση δανεισμού, που ρυθμίζεται ήδη από τις διατάξεις των άρθρων 20 επ. του Ν. 2956/2001, κατά τις οποίες συνιστώνται Εταιρείες Προσωρινής Απασχόλησης στις οποίες οι εργαζόμενοί τους δεν προσφέρουν την εργασία τους σ' αυτές, αλλά σε τρίτους που θα υποδεικνύει εκάστοτε η εταιρεία αρχικός εργοδότης.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 681 του Α.Κ. προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος αποκαλούμενος "εργολάβος" αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το συμφωνημένο έργο και ο άλλος συμβαλλόμενος αποκαλούμενος "κύριος του έργου" αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή (Α.Π. 218/2004).

Αντικείμενο της σύμβασης αυτής είναι το αποτέλεσμα της εργασίας του εργολάβου (το έργο) και όχι η εργασία που θα παρασχεθεί από τον εργολάβο για να πραγματοποιηθεί το έργο, το οποίο αποτελεί και το ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης στο οποίο αποβλέπουν τα μέρη. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Χημικές Βιομηχανίες Βορείου Ελλάδος Α.Β.Ε.Ε", η οποία ιδρύθηκε το έτος 1961, συγχωνεύθηκε ήδη με την εναγόμενη εταιρία, δυνάμει του με αριθμό .../1999 συμβολαίου της Συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Τσαγγάρη και απορροφήθηκε από αυτήν.

Έτσι η εναγομένη υπεισήλθε έκτοτε στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της πρώτης, η οποία είχε ως αντικείμενο των εργασιών της, την παραγωγή λιπασμάτων και διατηρούσε εργοστάσιο στη περιοχή πίσω από τα Διϋλιστήρια της ΕΚΟ. Στα πλαίσια της σωστής λειτουργίας του, προέκυπτε η ανάγκη εκτέλεσης διαφόρων τεχνικών έργων εντός του χώρου αυτού καθώς και διάφορες εργασίες συντήρησης των εγκαταστάσεών του, το μέγεθος των οποίων δεν μπορούσε να είναι εκ των προτέρων γνωστό και για το λόγο αυτό η ανωτέρω συγχωνευθείσα εταιρία, δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να διαθέτει δικό της προσωπικό για την διεκπεραίωσή τους, αλλά επέλεξε να τις αναθέτει σε τρίτους οι οποίοι διέθεταν το απαραίτητο εργατικό προσωπικό, δυνάμει μειοδοτικών διαγωνισμών.

Έτσι η ανωτέρω εταιρία, προκήρυσσε κάθε χρόνο και κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Οκτωβρίου μέχρι του μηνός Δεκεμβρίου, μειοδοτικούς διαγωνισμούς,

στους οποίους συμμετείχαν οι ενδιαφε-ρόμενοι εργολάβοι, οι οποίοι αποδεχόμενοι τους όρους των εκάστοτε προκηρύξεων, υπέβαλαν τις σχετικές προσφορές τους, οι οποίες περιελάμβαναν την προσφερόμενη τιμή μικτής εργατοώρας (ή του ημερομισθίου), με βάση την οποία θα αμείβονταν το προσωπικό που θα απασχολούνταν στις ανωτέρω εργασίες, ανάλογα με την ειδικότητά του και ξεχωριστά για τις εργάσιμες ημέρες, τα Σαββατοκύριακα ή τις αργίες και ο αριθμός των ατόμων που ταυτόχρονα μπορούσαν να διατεθούν σε κάθε ζήτηση της εταιρίας.

Επίσης οι προσφορές περιελάμβαναν και τιμές εκμίσθωσης σωλήνων κάθε είδους σκαλωσιών, μαδεριών και αεροσυμπιεστών. Έτσι κατά το χρονικό διάστημα του επόμενου έτους του διαγωνισμού, εφόσον παρίστατο η ανάγκη εκτέλεσης οποιασδήποτε των ανωτέρω εργασιών καλούνταν ο αναδειχθείς μειοδότης, να τις διεκπεραιώσει, με το προσωπικό που αυτός διατηρούσε, η αμοιβή του οποίου υπολογίζονταν μετά το πέρας των εργασιών, με βάση την τιμή εργατοώρας ή του ημερομισθίου που αυτός είχε προσφέρει, πολλαπλασιαζόμενη με το αριθμό των ωρών που είχε απασχοληθεί ο κάθε εργαζόμενος ή τον αριθμό των ωρών που διατέθηκαν οι σκαλωσιές και οι αεροσυμπιεστές, όπως αυτός προέκυπτε από τις σχετικές καταστάσεις που τηρούσε η συγχωνευθείσα εταιρία.

Μεταξύ αυτών που συμμετείχαν κατ' έτος στους σχετικούς διαγωνισμούς, ήταν και ο ενάγων, ο οποίος αναδεικνύονταν συνεχώς μειοδότης κατά τα έτη 1990 έως 1996 και εκτελούσε τις ανωτέρω εργασίες με το εργατικό προσωπικό της ατομικής του επιχείρησης και τα μηχανήματα που διέθετε. Όπως προέκυψε, αυτός απασχόλησε τους αναφερόμενους στην αγωγή ειδικευμένους και ανειδίκευτους εργάτες, που αναφέρονται σ' αυτήν (περιστατικά που δεν αμφισβητούνται ρητά από την εναγομένη), έλαβε δε ως αμοιβή του: 1) για το έτος 1990 το ποσό των 93.679.434 δρχ, 2) για το έτος 1991, το ποσό των 52.423.336 δρχ, 3) για το έτος 1992 το ποσό των 31.973.123 δρχ, 4) για το έτος 1993 το ποσό των 166.396.179 δρχ, 5) για το έτος 1994 το ποσό των 91.411.707 δρχ, 6) για το έτος 1995 το ποσό των 220.497.963 δρχ και 7) για το έτος 1996 το ποσό των 148.502.897 δρχ, ήτοι συνολικά το ποσό των 804.488.639 δρχ.

Ενόψει των αποδειχθέντων πιο πάνω περιστατικών, πλήρως προκύπτει κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, ότι οι καταρτισθείσες κατά τα ανωτέρω έτη διαδοχικές συμβάσεις μεταξύ του ενάγοντα και της συγχωνευθείσας εταιρίας, έχουν τον χαρακτήρα της συμβάσεως έργου και όχι του δανεισμού εργασίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων, με οποιαδήποτε από τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, μορφές αυτής, είτε δηλαδή ως γνήσιος δανεισμός, είτε ως μη γνήσιος δανεισμός εργασίας.

Τη κρίση του αυτή στηρίζει το Δικαστήριο ιδιαίτερα: 1) στο γεγονός ότι η απασχόληση των εργατών που ανήκαν στο δυναμικό της ατομικής επιχείρησης του ενάγοντα, γινόταν για την εκπλήρωση συγκεκριμένων υποχρεώσεων αυτού έναντι της συγχωνευθείσας εταιρίας, τις οποίες αυτός ανελάμβανε με βάση τη σύμβαση που καταρτίζονταν κατ' έτος μεταξύ τους και με την οποία τα μέρη απέβλεπαν σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα έναντι αμοιβής η οποία, όπως και ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίζεται, ανέρχονταν σε ποσοστό 20% επί του νομίμως καταβαλλομένου ημερομισθίου για κάθε έναν εργαζόμενο, 2) στο γεγονός ότι αντικείμενο των εργασιών της ατομικής επιχείρησης του ενάγοντα, ήταν η κατασκευή τεχνικών και άλλων έργων και όχι η κατ' επάγγελμα (με αμοιβή), παραχώρηση σε τρίτους εργατικού προσωπικού, 3) στο γεγονός ότι η με τον παραπάνω τρόπο συμφωνία για την αμοιβή του, όχι μόνον δεν έρχεται σε αντίθεση με απαγορευτική διάταξη νόμου, αλλ' αντίθετα βρίσκεται μέσα στα πλαίσια που καθορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 681 και 361 ΑΚ.

Δεν είναι δε νοητή στην περίπτωση του γνήσιου δανεισμού εργασίας, αφού στα πλαίσια αυτής, μόνον ειδικότερες συμφωνίες μεταξύ του δανείζοντος εργοδότη και του δανειζόμενου, μπορούν να υπάρξουν, σε σχέση με την ανάληψη της ευθύνης πληρωμής της εργατικής δαπάνης από τον δεύτερο και την απαλλαγή του πρώτου, 4) ότι ο ενάγων, όπως και ο ίδιος δέχεται, έλαβε τη συμφωνημένη κατά τα άνω αμοιβή του και διεκδικεί επί πλέον χρηματικά ποσά, στηριζόμενος σε μεγαλύτερες από τις προσφερθείσες τιμές εργατοώρας ή ημερoμισθίου, επικαλούμενος ιδιαίτερες συμφωνίες με τους τότε εκπροσώπους της ανωτέρω εταιρίας ή τους εμφανιζόμενους ως εκπροσώπους αυτής, οι οποίες, ακόμη και αν υπήρξαν, ασφαλώς και δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι εξέφραζαν την "επίσημη" θέση της εργοδότριας εταιρίας, αφού με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με τη προσφορά από τον ενάγοντα, χαμηλότερων τιμών πληρωμής της εργατοώρας ή του ημερομισθίου, από εκείνες που προέβλεπαν οι ΕΣΣΕ και την εν συνεχεία, έξω από τους όρους του διαγωνισμού, κάλυψη της προκύπτουσας επί πλέον διαφοράς από την συγχωνευθείσα εταιρία σε μεταγενέστερο χρόνο, θα υπήρχε προφανής καταστρατήγηση του διαγωνισμού, πέραν του ότι δημιουργεί και την εντύπωση ότι επιδείχθηκε ανεπίτρεπτη εύνοια προς τον ενάγοντα, ώστε να αναδεικνύεται πάντοτε αυτός μειοδότης.

Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι οι απασχοληθέντες στις ανωτέρω εργασίες ειδικευμένοι εργάτες, εμφανίζονται στις καταστάσεις της εργοδότριας εταιρίας ως "προσωπικό" αυτής, καθόσον, τούτο ήταν κατά λογική ακολουθία αναγκαίο, αφού αυτή έπρεπε να ελέγχει τις ώρες και τις ημέρες εργασίας αυτών, ώστε να μπορεί να υπολογίσει τη σχετική δαπάνη και την εν συνεχεία αμοιβή του ενάγοντα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε: 1) ότι ο ενάγων, με βάση τους όρους της σχετικής προκήρυξης των μειοδοτικών διαγωνισμών και των εκάστοτε προσφορών του, αναλάμβανε ο ίδιος την υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών του εργατικού προσωπικού και συνεπώς, η ευθύνη για την οποιαδήποτε παράλειψη πληρωμής τους στο ΙΚΑ, βαρύνει αποκλειστικά τον ίδιο, 2) ότι οι εργοδηγοί που αναφέρονται στην αγωγή, απασχολήθηκαν στα πλαίσια των παραπάνω συμβάσεων έργου που αυτός αναλάμβανε, αφού και γι' αυτούς υπήρχε προσφορά τιμής εργατοώρας ή ημερομισθίου και 3) ότι το αναφερόμενο στην αγωγή έργο της κατασκευής μιας αποθήκης, με εργατικό δυναμικό της συγχωνευθείσας εταιρίας, οι ασφαλιστικές εισφορές των οποίων επιρρίφθηκαν στον ενάγοντα, ουδέποτε εκτελέσθηκε, όπως και ο εξετασθείς μάρτυρας αυτού ρητά κατέθεσε και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός του που στηρίζει και την αντίστοιχη ένδικη αξίωση αυτού, αποδεικνύεται αβάσιμος.

Τέλος προέκυψε ότι ο ενάγων είχε σταθμεύσει στη πύλη του εργοστασίου της συγχωνευθείσας εταιρίας, ένα παλαιό φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο στη συνέχεια απομάκρυνε, ύστερα από τις σχετικές έντονες ενοχλήσεις των υπευθύνων αυτής επειδή καταλάμβανε ζωτικό χώρο που ήταν αναγκαίος για τη τοποθέτηση εμπορευμάτων και το εγκατέλειψε σε παρακείμενο οικόπεδο.

Συνεπώς ο ισχυρισμός του περί συμβατικής ευθύνης της εταιρίας για τη φύλαξη αυτού αποδεικνύεται επίσης ως αβάσιμος. Ενόψει αυτών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με τη προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια περιστατικά και απέρριψε την αγωγή στην oυσία της, σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών με τους σχετικούς λόγους της ένδικης έφεσης αυτού, ελέγχονται ως αβάσιμα".

Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που είχε ασκήσει αυτός κατά της αναιρεσίβλητης για την επιδίκαση συμφωνημένων απαιτήσεων από τη λειτουργία σύμβασης γνήσιου δανεισμού εργαζομένων, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 361, 648, 651 και 681 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν διαδοχικές συμβάσεις έργου, στο πλαίσιο των οποίων ο αναιρεσείων αναλάμβανε την υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών του προσωπικού του πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της σύμβασης έργου που λειτούργησε μεταξύ των διαδίκων, και όχι της γνήσιας σύμβασης δανεισμού εργαζομένων προς τη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τρίτο, κατά το ένα μέρος του, έκτο και ένατο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361, 648, 651 και 681 του Α.Κ., τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τρίτο, κατά το άλλο μέρος του, πέμπτο, ένατο, δέκατο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οπoioυς αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Ειδικότερα, τα επιχειρήματα του Εφετείου με τα οποία δικαιολόγησε την κρίση του ότι στην προκειμένη περίπτωση συμφωνήθηκαν και λειτούργησαν μεταξύ των διαδίκων διαδοχικές συμβάσεις έργου και όχι γνήσια σύμβαση δανεισμού εργαζομένων σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δε συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Εξ άλλου οι παραδοχές της προσβαλλόμενης για την κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων διαδοχικών συμβάσεων έργου στο πλαίσιο μειοδοτικών διαγωνισμών που προκήρυσσε η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης έχουν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες και δεν εμφανίζουν τις ελλείψεις περί των οποίων ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, ως προς το είδος των διαγωνισμών, των συμβάσεων έργου που καταρτίζονταν διαδοχικά, το περιεχόμενό τους και τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών.

Περαιτέρω, η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι ο αναιρεσείων με την ιδιότητα του εργολάβου και υπεύθυνου έναντι του Ι.Κ.Α. για το προσωπικό που χρησιμοποιούσε αναλάμβανε συμβατικά την επιμέλεια διεκπεραίωσης και των υποχρεώσεων καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών του εργατικού του προσωπικού, στο πλαίσιο των διαδοχικά καταρτιζόμενων συμβάσεων έργου, δεν ενέχει αντίφαση σε σχέση με την περαιτέρω παραδοχή ότι η συμφωνημένη αμοιβή (τιμή) των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος στο πλαίσιο των ίδιων συμβάσεων περιλάμβανε ενοποιημένες και τις αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές επί του συμφωνημένου ημερομισθίου και όχι εκείνου που πράγματι έπρεπε να υπολογισθεί έναντι του Ι.Κ.Α., η παραδοχή δε αυτή στηρίζει επαρκώς το απορριπτικό διατακτικό των αντίστοιχων αξιώσεων του αναιρεσείοντος όσο στηρίζονταν επίσης στη λειτουργία σύμβασης δανεισμού εργασίας, που δεν αποδείχθηκε ως υπαρκτή.

Τέλος, η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι στον αναιρεσείοντα εργολάβο καταβλήθηκε το σύνολο της συμφωνημένης αμοιβής στηρίζει επαρκώς το απορριπτικό διατακτικό στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 416 Α.Κ., αφού οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντα για τις αποδοχές του προσωπικού που στηρίζονται αποκλειστικά στη λειτουργία μεταξύ των διαδίκων σύμβασης δανεισμού εργασίας που δεν αποδείχθηκε ως υπαρκτή.

Εξ άλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης τρίτος, πέμπτος, ένατος και δέκατος κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα, περί του κατά πόσο, δηλαδή, λειτούργησε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δανεισμού εργαζομένων και όχι σύμβαση έργου, και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με το ότι πράγματι μεταξύ των διαδίκων λειτουργούσε σύμβαση δανεισμού εργασίας είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης στηρίζεται στη δέουσα συνεκτίμηση όλων των προσκομιζόμενων αποδεικτικών στοιχείων και επομένως ο δέκατος λόγος αναίρεσης, κατά το άλλο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ως προς την εξόφληση των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος, κρίνεται αβάσιμος.

ΙΙ. Από τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι: "στις καταστάσεις της αναιρεσίβλητης που επισυνάπτονται στην αγωγή εμφανίζονται ως "προσωπικό" αυτής οι εργάτες που χρησιμοποιούσε ο αναιρεσείων για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του ως εργολάβου, γιατί αυτό ήταν αναγκαίο για να υπολογίζεται το κόστος εργασίας και η εν συνεχεία συμφωνημένη αμοιβή του αναιρεσείοντος", προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και η εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης για τις ώρες εργασίας που προέκυπταν από τις ίδιες καταστάσεις, όχι όμως στο πλαίσιο σύμβασης δανεισμού εργασίας. Επομένως, τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με το δέκατο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 352 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

ΙΙΙ. Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ 559 αριθ. 1) (Ολ. ΑΠ. 8/2005).

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθησαν διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, και όχι σύμβαση δανεισμού εργασίας, παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361, 648, 651 και 681 του ΑΚ, με την υπαγωγή σ' αυτούς του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "επί δανεισμού εργασίας εκτός αντίθετης συμφωνίας ο δανειζόμενος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει τον αρχικό δανειστή για όλες τις δαπάνες αμοιβής και ασφάλισης του παραχωρούμενου προσωπικού και επί πλέον να καταβάλει αλώβητη την συμφωνηθείσα ειδική αμοιβή του.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί ο αναιρεσείων υπό το πρόσχημα της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου μέσω της χρησιμοποίησης του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008).

Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την 1.1.2002, που τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2915/2001, προκύπτει ότι η ένορκη βεβαίωση στον ειρηνοδίκη ή στο συμβολαιογράφο αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα και γι' αυτό όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφαση ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη και ότι λήφθηκε μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου (Α.Π. 605/2001).

Με τους πρώτο, όγδοο και ενδέκατο λόγους του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος για τη λειτουργία μεταξύ των διαδίκων σύμβασης δανεισμού εργασίας και κατά την κατασκευή αποθήκης στις εγκαταστάσεις της αναιρεσίβλητης και για τη σύμβαση παρακαταθήκης μεταξύ των διαδίκων ενός φορτηγού αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος:

Α) τις υπ' αριθ. .../23.4.2003 και .../17.5.2005 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της ..., ... και ... που δόθηκαν ύστερα από νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, Β) Τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, ανακεφαλαιωτικές καταστάσεις τεχνικών και οικοδομικών εργασιών, πίνακα χρεών Ι.Κ.Α., πρωτότυπο βιβλίο καταστάσεων πληρωμών και Γ) τις καταθέσεις των μαρτύρων του, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι και όλες τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και όλες ανεξαιρέτως τις ένορκες βεβαιώσεις, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για τη λειτουργία σύμβασης δανεισμού εργασίας καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία (των οποίων το περιεχόμενο, όπως καθορίζεται στο αναιρετήριο, ρητά αποκρούεται από το Εφετείο, με τη συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων) για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, οι δε σχετικοί λόγοι αναίρεσης κρίνονται αβάσιμοι.

V. Κατά το άρθρο 245 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση διαδικασία (524 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει οτιδήποτε μπορεί να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς και ιδιαίτερα την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων τους στο ακροατήριο για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων σχετικών με την υπόθεση.

Οι διασαφήσεις που παρέχονται από τους διαδίκους που εμφανίζονται αυτοπροσώπως στο ακροατήριο δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, αλλά υπόκεινται σε δικαστική αξιολόγηση ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, εάν δε το δικαστήριο διαμορφώσει την πεποίθησή του αποκλειστικά και μόνο με βάση τις κατά το άρθρο 245 ΚΠολΔ διασαφήσεις, η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση, διότι λαμβάνει υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος (άρθ. 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δ.) (Α.Π. 148/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο κατέληξε στο πόρισμά του, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις και εγγράφων) και αξιολόγησε συνεκτιμώντας τις διασαφήσεις που παρέσχον για την ένδικη υπόθεση οι διάδικοι, των οποίων διατάχθηκε η αυτοπρόσωπη στο ακροατήριο του εφετείου εμφάνιση για παροχή πληροφοριών και διασαφήσεων με παρεμπίπτουσα απόφασή του.

Ο δεύτερος επομένως λόγος της αίτησης με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται ότι οι διασαφηνήσεις των διαδίκων ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο ως αποδεικτικό μέσο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεως της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.

Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τoυς, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού, ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα "συναλλακτικά ήθη (Ολ.

ΑΠ 26/2004, Α.Π. 1183/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς να διαγνώσει ούτε και εμμέσως την ύπαρξη κενού στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, δέχθηκε ευθέως ότι οι ένδικες συμβάσεις είχαν το χαρακτήρα συμβάσεων έργου και όχι συμβάσεων δανεισμού εργαζομένων, η δε εκ μέρους του αναιρεσείοντος μειοδοσία ήταν δεσμευτική για την εργολαβική αμοιβή του, που ήταν οριστική (τελική), και όχι ενδεικτική ως προς την αμοιβή του προσωπικού, χωρίς να προσφύγει σε ερμηνεία των όρων των αντίστοιχων συμβάσεων. Η αιτιολογία αυτή στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το απορριπτικό για την ένδικη αγωγή διατακτικό της προσβαλλόμενης, οι δε επί πλέον αξιολογικές κρίσεις ως ενισχυτικές, στηρίζουν επικουρικά το ίδιο διατακτικό, μέσω επιχειρημάτων που άντλησε το Εφετείο από την εκτίμηση των αποδείξεων, και έτσι δεν προσβάλλονται λυσιτελώς, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (για παραβίαση των ΑΚ 173 και 200) που κρίνεται αβάσιμος.

VII. Εφ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θ' απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' άρθ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ όσο απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφ' όσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π. 13/1995, 25/1994).

Με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες αντίστοιχα ότι το Εφετείο με την παραδοχή του: "οι ιδιαίτερες συμφωνίες με τους τότε εκπροσώπους της ανωτέρω εταιρείας και αν ακόμα υπήρξαν δεν εξέφρασαν την επίσημη θέση της εταιρείας, αφού με την προσφορά στον ενάγοντα χαμηλοτέρων τιμών πληρωμής της εργατοώρας ή του ημερομισθίου, από εκείνες που προέβλεπαν οι Ε.Σ.Σ.Ε.

και την εν συνεχεία έξω από τους όρους του διαγωνισμού κάλυψη της προκύπτουσας επί πλέον διαφοράς από τη συγχωνευθείσα εταιρεία σε μεταγενέστερο χρόνο, θα υπήρχε προφανής καταστρατήγηση του διαγωνισμού, πέραν του ότι δημιουργεί και την εντύπωση ότι επιδείχθηκε ανεπίτρεπτη εύνοια προς την ενάγουσα, ώστε να αναδεικνύεται πάντοτε αυτή μειοδότρια", έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 178 του Α.Κ.

Ο λόγος αυτός στηρίζει το βασικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε σύμβαση δανεισμού εργαζομένων και ότι η συμμετοχή του αναιρεσείοντος στο μειοδοτικό διαγωνισμό ήταν εικονική. Η κατά νόμο, όμως, επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης "ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν διαδοχικές συμβάσεις μισθώσεων έργου" στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, και δεν πλήττεται λυσιτελώς με το αναιρετήριο με κανένα λόγο και επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης κρίνεται αλυσιτελής και απορριπτέος.

VIII. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχ-θέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 904 εδ. α' του Α.Κ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης περ. α' η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.

Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Α.Π. 16/2008).

Επομένως, εάν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι όμως να προσφύγει, έστω και επικουρικά, στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (Α.Π. 2019/2007).

Εν όψει όμως των οριζομένων από τις διατάξεις των αρθρ. 219 και 106 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη γενική δικονομική αρχή "jura novit curia", από τα οποία προκύπτει ότι αρκεί στην αγωγή η πλήρης έκθεση των προσαγόμενων πραγματικών γεγονότων όχι όμως και της νομικής βάσης του προβαλλόμενου αιτήματος, παραδεκτά η αγωγή μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά από την αρχή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πρόκειται για παροχή αχρεωστήτου και δεν συντρέχουν τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της συμβατικής ευθύνης ή εκείνης από αδικοπραξία, γιατί ο πλουτισμός του εναγομένου επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση του ενάγοντος, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή του (Α.Π. 725/2004).

Με τους έβδομο και δωδέκατο λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του: α) τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με την έννοια "του πράγματος" ότι συνήψε με τη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης άτυπες συμβάσεις με τις οποίες συμφώνησε με εκείνη να καταβάλει σ' αυτόν τη διαφορά μεταξύ της ενδεικτικής "εικονικής" αξίας του ωρομισθίου (εργατοώρας) και του πραγματικού νόμιμου ωρομισθίου κατά τον κρίσιμο χρόνο πραγματοποίησης της εργασίας των εργαζομένων και β) την επικουρική βάση της αγωγής του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, γιατί το μεν πρώτο ισχυρισμό τον απέρριψε το Εφετείο εκ του πράγματος ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, ενώ η επικουρική βάση της αγωγής ήταν νομικά αβάσιμη κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, γιατί στηρίχθηκε στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η κύρια αγωγική βάση της νόμιμης υποχρέωσης, με την πρόσθετη έννοια μόνο της ανυπαρξίας της.

IX. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.

του ΚΠολΔ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).

Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠοΛΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθηκαν διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου και ότι ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών του εργατικού προσωπικού και να απορρίψει τον σχετικό αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και την έφεσή του στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, στις ένορκες βεβαιώσεις και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και τους όρους της σχετικής προκήρυξης των μειοδοτικών διαγωνισμών και των εκάστοτε προσφορών του αναιρεσείοντος.

Προβάλλει ειδικά δε ως προς τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ο αναιρεσείων, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων. Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά τα πιο πάνω φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτησή του ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της.

Αντιθέτως από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., ένατος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη είχε υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-11-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1453/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ