Legislator Case Law & Legislation
1010/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for non-appearance and rejects arguments on evidence evaluation and document distortion.

Case Number 1010/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision because the appellant failed to appear at the hearing or submit a written statement. The appellant argued that the lower court erred in accepting facts without proof and distorted specific documents, but the court found these grounds unsupported by the record. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 339, 393, 559, 576, 242 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant does not appear or submit a written statement, and grounds alleging lack of evidence or document distortion are rejected if the lower court formed its conviction based on admissible evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility non-appearance hearing evidence evaluation document distortion legal costs award Code of Civil Procedure court conviction formation

Cited Legislation

AI generated
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 393 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1010 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1010/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ... (που συνεχίζει τη διακοπείσα δίκη της αποβιωσάσης αρχικώς εναγούσης Χ1), η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... και 2.... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τούρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-1991 αγωγή της αρχικής διαδίκου Χ1, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6016/2001 μη οριστική, 6526/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5660/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-1-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 4-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την ... έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... προκύπτει, ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο της 23-1-2008, που είχε οριστεί αρχικά, από την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (της 28-1-2009), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα, η οποία δεν εμφανίστηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή της στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242§2 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 576§2 εδάφιο γ' Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσείουσας.

Στη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ απαριθμούνται περιοριστικά τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τα από το νόμο επιτρεπόμενα και από το δικαστή χρησιμοποιούμενα για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών των διαδίκων που αμφισβητούνται. Στα αποδεικτικά αυτά μέσα συγκαταλέγονται οι μάρτυρες, δηλαδή τρίτα, εκτός των διαδίκων, πρόσωπα, τα οποία καλούνται να καταθέσουν (με όρκο) ενώπιον του δικαστηρίου ή του δικαστή που διεξάγει τις αποδείξεις, σύμφωνα με τους ισχύοντες αποδεικτικούς κανόνες (άρθρο 393 επ.

ΚΠολΔ), καθώς και η εξέταση των διαδίκων, η οποία υλοποιείται, κατά τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, τηρουμένων των οριζόμενων από τις διατάξεις των άρθρων 415 - 420 ΚΠολΔ διατυπώσεων. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 64, 290 - 292, 339, 343, -όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του ν.2915/2001, δηλαδή πριν από την 1.1.2002 (άρθρο 15 του ν.2943/2001), - 409 παρ. 1 εδαφ.

α', 410 παρ.1 και 415 - 420 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι προς διάδικο εξομοιώνεται, μη δυνάμενος να είναι μάρτυρας, ως διεξάγων τη δίκη, τόσο ο νόμιμος αντιπρόσωπος του ανίκανου φυσικού προσώπου ή του νομικού προσώπου, όσο και ο εκούσιος αντιπρόσωπος, εφόσον ενεργεί με τέτοια ιδιότητα, όπως, επίσης, ο καθολικός διάδοχος του διαδίκου, ο οποίος υπεισέρχεται στη δικονομική θέση του τελευταίου, εξαιτίας τους επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης θανάτου του και συνεχίζει την εν λόγω δίκη.

Το δικαστήριο, επομένως, μπορεί, κατά τη διακριτική του ευχέρεια, να εξετάσει τους τελευταίους μόνο με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 415 - 420 ΚΠολΔ, αλλιώς η τυχόν κατάθεσή τους αποτελεί μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και να συνεκτιμηθεί με τις λοιπές αποδείξεις (Ολ.ΑΠ 1328/1977).

Προκειμένου, όμως, να θεωρηθεί η κατάθεση διαδίκου ή του προς αυτόν εξομοιουμένου ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, απαιτείται η ιδιότητα του διαδίκου ή του προς αυτόν εξομοιουμένου προσώπου να υπάρχει κατά το χρόνο της εξέτασής τους, γιατί αν προϋπήρχε και εξέλιπε πλέον κατά τον παραπάνω χρόνο ή εάν επήλθε μετά το χρόνο αυτό η εν λόγω κατάθεση είναι έγκυρη και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του πεποίθηση, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τη χωρίς όρκο εξέταση της ήδη αναιρεσείουσας, είτε ως γνωστοποιημένης μάρτυρα της αρχικής ενάγουσας, στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε αυτή μετά τον επισυμβάντα κατά τη διάρκεια της δίκης θάνατό της ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος της με την κλήση της για τη μετά από απόδειξη συζήτηση της ένδικης αγωγής, καθώς και με τις προτάσεις της, της ίδιας συζήτησης, είτε ως διαδίκου, μολονότι η εν λόγω εξέτασή της επιτράπηκε από τον Εισηγητή Δικαστή και περιέχεται στη 1117/1993 εισηγητική έκθεση.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στην 1117/1993 εισηγητική έκθεση, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όχι όμως και τη χωρίς όρκο κατάθεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, την οποία δεν έλαβε υπόψη, όπως ρητά βεβαιώνεται στην αμέσως πιο πάνω απόφαση, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, "αφού κατά το χρόνο εξετάσεώς της είχε ήδη την ιδιότητα διαδίκου και για την εξέτασή της αυτή δεν είχαν τηρηθεί οι οριζόμενες από τα άρθρα 415 - 420 ΚΠολΔ προϋποθέσεις, δεδομένου ότι η εξέταση διαδίκου αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και δεν είχε επιτραπεί η εξέτασή της ως διαδίκου με την 1330/1992 περί αποδείξεων απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά ούτε και με την 6616/2001 μεταγενέστερη περί παρατάσεως της προθεσμίας αποδείξεων που επακολούθησε, η οποία σημειωτέον εκδόθηκε με επίσπευσή της χωρίς να υποβάλει στο Δικαστήριο σχετικό αίτημα και η οποία ορθώς δεν λήφθηκε υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η τελευταία με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα".

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, δεν προσκομίζονται από την αναιρεσείουσα, προς διαπίστωση της ουσιαστικής βασιμότητας του πιο πάνω αναιρετικού λόγου, εξαρτωμένης από τον ακριβή χρόνο τόσο της εξέταση της ίδιας ως "γνωστοποιημένης" μάρτυρα απόδειξης ή ως διαδίκου, όσο και της υπεισέλευσής της στη δικονομική θέση της αρχικής ενάγουσας, κυρωμένα αντίγραφα των ειδικότερα μνημονευόμενων σ' αυτόν εγγράφων.

Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την από 31-11-1991 εξώδικη δήλωση της αρχικής ενάγουσας προς τους αναιρεσιβλήτους, την οποία επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, που υπεισήλθε στη δικονομική της θέση εξαιτίας του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης θανάτου της, με τις προτάσεις της της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της, ότι η άμεση δικαιοπάροχός της ανακάλεσε τις ένδικες δωρεές, η ίδια δε δεν είχε καμιά ανάμειξη στην ανάκληση των δωρεών αυτών, ούτε τελούσε σε γνώση των προθέσεων της δωρήτριας.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα ανεξαιρέτως τα υπόλοιπα έγγραφα που προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται οι διάδικοι για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το παραπάνω έγγραφο, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό, το οποίο μάλιστα μνημόνευσε ρητά.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Πρέπει δε, να εκτίθεται στο αναιρετικό λόγο για τη θεμελίωσή του η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (Ολ.ΑΠ 8, 10, 11/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφιο β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αγνοώντας τα πασίδηλα, ότι: "α) Εφόσον η αρχική ενάγουσα είχε συντάξει και υπογράψει ιδιοχείρως όλες τις σελίδες της από 13.11.1991 εξώδικης δήλωσής της που επέδωσε στους αντιδίκους της, με την οποία αναφερόμενη λεπτομερώς στους λόγους αχαριστίας των τελευταίων, ανακάλεσε τις προς αυτές δωρεές της, εξέφρασε τη δική της και μόνο βούληση και αλήθεια και κανενός άλλου.

Και β) εάν δεν είχε η ίδια σοβαρούς λόγους αχαριστίας και αίσθηση κινδύνου της ζωής της ούτε θα εγκατέλειπε, όπως το εγκατέλειψε, το σπίτι των αντιδίκων της, ούτε θα ξεκινούσε έναν τέτοιο δικαστικό αγώνα εναντίον τους κατά τη στιγμή που αυτές είναι ανηψιές της και μόλις προ εξαμήνου είχε δωρήσει σ' αυτές τα επίδικα".

Ο αναιρετικός αυτός λόγος, όπως διατυπώνεται, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τί συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ.ΑΠ 27/1998 και 32/1996).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Ο δεύτερος επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αναγνωριστική αγωγή περί της βασιμότητας των λόγων ανάκλησης της δωρεάς προς τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες και της συνακόλουθης υποχρέωσης των τελευταίων προς αναμεταβίβαση στην αρχική ενάγουσα της ψιλής κυριότητας των ακινήτων που τους δωρήθηκαν, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει την ίδια κρίση, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της λόγω ελλιπών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα φερόμενα σ' αυτόν ως ουσιώδη ζητήματα, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται στον ίδιο όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί σε τι συνίσταται το διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου, που οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει από 1.1.2002 (άρθρο 15 του ν.2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη γι' αυτά - πράγματα - ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα.

Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί δέχθηκε τα σ' αυτόν αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση, ως προς όλα τα περιστατικά που δέχθηκε, από όλα τα μνημονευόμενα στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικά μέσα.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Έτσι, δεν θεωρούνται έγγραφα αποδεικτικά, με την παραπάνω έννοια, τα διαδικαστικά, όπως είναι λ.χ. η εισηγητική έκθεση που περιέχει τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στην κρινόμενη υπόθεση. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε με αυτή το περιεχόμενο της 13-11-1991 εξώδικης δήλωσης της αρχικής ενάγουσας περί ανάκλησης των ένδικων δωρεών, με το να μη δεχθεί από εσφαλμένη ανάγνωσή της, ότι η τελευταία εξέφρασε τη δική της "αλήθεια και πραγματικότητα" ως προς την επιθυμία της ανάκλησης των εν λόγω δωρεών, της 1117/1993 εισηγητικής έκθεσης, με το να υιοθετήσει πλήρως χωρίς αξιολόγηση συγκεκριμένα αποσπάσματα από περιεχόμενες σ'αυτή καταθέσεις μαρτύρων και, αντίθετα, να αγνοήσει παντελώς περιεχόμενη στην ίδια κατάθεση άλλου μάρτυρα και, τέλος, της από 16.7.1991 παραγγελίας του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, ως προς μεν το πρώτο από τα προμνημονευόμενα έγγραφα ως απαράδεκτος, εφόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν στηρίζεται σε εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου της επίμαχης εξώδικης δήλωσης, αλλά σε εκτίμηση του περιεχομένου της, στην οποία προέβη το Εφετείο, εκτιμώντας όλα ανεξαιρέτως τα μνημονευόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα, ως προς το δεύτερο έγγραφο, επίσης, ως απαράδεκτος, αφού το εν λόγω έγγραφο αποτελεί διαδικαστικό της δίκης έγγραφο, και, τέλος, ως προς το τρίτο έγγραφο, ως αόριστος, ενόψει του ότι δεν εκτίθεται στο λόγο αυτό ποιο είναι το περιεχόμενο του εγγράφου και σε τι συνίσταται η επικαλούμενη παραμόρφωσή του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-1-2006 αίτηση της ..., για αναίρεση της 5660/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ