Supreme Court allows appeal against Railway Organization's refusal of severance pay to permanent employee.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal filed by a former employee against the Railway Organization's refusal to pay statutory severance. The employee, who had completed 35 years of service, resigned and was granted a pension, yet the lower court denied his claim for compensation. The Court ruled that the lower court violated substantive law by failing to apply the statutory cap on severance pay, thereby ordering the case remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 5 para. 1 of Law 435/1976; Art. 105 para. 1 of the Constitution: The statutory severance pay for public employees is subject to the maximum limit established by the Constitution, and the lower court's failure to apply this cap constitutes a violation of substantive law requiring the case to be remitted for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1010 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1010/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Αθανάσιο Θεμέλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ........ , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Αποστόλου.
Του αναιρεσίβλητου: Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδας (Ο.Σ.Ε.), ανώνυμης εταιρείας δημοσίου τομέα που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Βούλγαρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 689/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 6883/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/5/2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 5/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 28-5-2004 αίτησης για αναίρεση της 6883/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το εδάφιο β΄ του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 που προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 ν. 435/1976 «Μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντας τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν μην έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου ν΄ αποχωρήσει της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε ν΄ αποχωρώσιν είτε ν΄ απομακρύνωνται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εκ μέρους του εργοδότου».
Η διάταξη αυτή προϋποθέτει σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, που δεν είναι αυτή που διαρκεί μέχρι τη λήξη του χρόνου που ορίζεται από το νόμο, τον κανονισμό ή τη σύμβαση (ολ. Α.Π. 6/1989). Όμως και στην περίπτωση αυτή, αν παρέχεται η ευχέρεια λύσης της σύμβασης πριν από τη λήψη του ορισμένου χρόνο και επέλθει, για οποιοδήποτε λόγο, λύση της σύμβασης πριν από το χρόνο αυτό, πληρούται η διαλυτική αίρεση υπό την οποία τελεί η σύμβαση εργασίας, η οποία έτσι καθίσταται αορίστου χρόνου.
Εξάλλου κατά το άρθρο 105 παρ. 1 και 2 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Ο.Σ.Ε., που έχει ισχύ νόμου (άρθρ. 12 παρ. 2, 3 και 5 ν.δ. 674/1970, όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν.δ. 1116/1972), το προσωπικό αποχωρεί αυτοδικαίως από την υπηρεσία λόγω συμπληρώσεως τριακονταπενταετούς πραγματικής και συνταξίμου υπηρεσίας.
Η σύμβαση, επομένως, του προσωπικού του Ο.Σ.Ε., που αποχωρεί με τη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου υπηρεσίας (35 ετών), είναι ορισμένου χρόνου και συνεπώς με τη συμπλήρωση του χρόνου αυτού παύει η σχέση, οπότε η λύση επέρχεται αυτοδικαίως κατ΄ άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ.. Επομένως, το της άνω κατηγορίας προσωπικό του Ο.Σ.Ε., δεν έχει αξίωση αποζημίωσης από το νόμο εκτός εάν παρέχεται η ευχέρεια λύσης της συμβάσεως και πριν από τη λήξη του χρόνου διαρκείας της (δια συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας) και πληρωθεί η διαλυτική αίρεση υπό την οποία τελεί η σύμβαση εργασίας και καταστεί έτσι αυτή αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις όπου εργοδότης είναι το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Τράπεζες ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί Κοινής Ωφέλειας ή επιχειρήσεις, επιχορηγούμενες από το Κράτος, η οφειλόμενη από το Ν. 2112/1920 αποζημίωση δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από 240.000 δραχμές.
Το ποσό αυτό αυξήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 207/1974 σε 600.000 δραχμές, με το άρθρο 24 του Ν. 1082/1980 σε 1.000.000 δραχμές, με το άρθρο 24 του Ν. 1545/1985 σε 1.150.000 δραχμές και με το άρθρο 33 του Ν. 1876/1990 σε 1.500.000 δραχμές ή 4.402 ευρώ. Επίσης, κατά το άρθρο 1 του Ν.Δ. 618/1970, το ανώτατο όριο αποζημιώσεως του άρθρου 2 παρ. 2 του Α.Κ. 173/1967 ισχύει σε κάθε περίπτωση, που οφείλεται αποζημίωση, δυνάμει γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως στους αποχωρούντας ή απομακρυνόμενους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτες του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ., Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων από το Κράτος με οποιαδήποτε σχέση εργασίας και αν συνδέονται με τους εργοδότες αυτούς, καταργείται δε κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οποιασδήποτε μορφής και εθίμου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι και η αποζημίωση, που προβλέπεται από την προεκτεθείσα υπό του άρθρου του ν. 3198/1955, υπόκειται στον ανωτέρω περιορισμό του ανωτάτου ορίου αποζημιώσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής που παραδεκτώς επισκοπεί ο ΄Αρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθεσε ότι την 20-7-1977 προσελήφθη από τον εναγόμενο Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδος (Ο.Σ.Ε.) και τώρα αναιρεσίβλητο ως μόνιμος υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως Τεχνίτης Α΄ και ότι έχοντας προϋπηρεσία στον ιδιωτικό τομέα με ασφάλιση στο ΙΚΑ από 10-8-1956 έως 5-8-1961, ήτοι 3 έτη, ένα μήνα και 2 ημέρες, στο ΝΑΤ από 19-1-1962 μέχρι 19-12-1970, ήτοι 4 έτη και 21 ημέρες και για εργασία του στις ΗΠΑ από 1971 έως 1977, ήτοι 7 έτη, υπέβαλε την 1-6-1998 την παραίτησή του, η οποία έγινε δεκτή από τη Διοίκηση του Ο.Σ.Ε.
και λύθηκε η μετατραπείσα σε αορίστου χρόνου, δια της πληρώσεως, της παραιτήσεώς του κατ΄ άρθρο 96 ΓΕΚΑΠ-Ο.Σ.Ε., της διαλυτικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε αυτή, εργασιακή του σύμβαση, με δικαίωμα λήψεως πλήρους συντάξεως από το Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε. (ΤΑΠΟΤΕ), αφού είχε συμπληρώσει 35 χρόνια πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας.
Ζήτησε δε, όπως κατά τούτο το αίτημα της αγωγής περιορίστηκε σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι δικαιούται, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 1 ν. 435/1976 ή του άρθρου 55 παρ. 4 του π.δ. 410/1988 (κωδ/ση ν. 993/1979), να ζητήσει αποζημίωση από τον αναιρεσίβλητο, το ποσό των δραχμών 1.500.000. Υπό το περιεχόμενο τούτου η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος είναι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, νομικά βάσιμη.
Συνεπώς το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε αντιθέτως παραβίασε, δια της μη εφαρμογής τους, τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όπως βασίμως υποστηρίζεται τούτο με τον μοναδικό από του άρ. 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως. Πρέπει συνεπώς να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκ νέου εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, από εκείνους που εξέδωσαν αυτή (προσβαλλομένη).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 28-3-2004 αίτηση του ...... για αναίρεση της 6883/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την απόφαση αυτή.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδος (Ο.Σ.Ε.) στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ