Legislator Case Law & Legislation
100/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against pension fund decision as inadmissible due to lack of legal grounds.

Case Number 100/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by multiple parties against a First Instance Court decision regarding pension payments. The appellants argued that the pension fund's autonomy and funding structure were insufficient grounds for the lower court's ruling. The court rejected the appeal as inadmissible because no valid legal grounds for review were presented, citing the specific statutory framework governing the fund's operations.

Legislator headnote

AI generated

Articles 179, 180 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to substantiate a legal ground for review, thereby preventing the Supreme Court from examining the merits of the contested decision.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal pension fund autonomy supreme court review legal grounds requirement civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 179, paragraph a of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 4842/2021
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 100 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 100/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Α. του Α., κατοίκου …, 2. Γ. Α. του Ν., κατοίκου …, 3.Μ. Γ. του Α., κατοίκου …, 4.Α. Γ. του Μ., κατοίκου ..., 5.Α. Ζ. του Α., κατοίκου …, 6.Γ. Κ. του Θ., κατοίκου …, 7.Α. Λ. του Γ., κατοίκου …, 8.Π. Ν. του Χ., κατοίκου ..., 9.Α. Π. του Κ., κατοίκου …, 10).. Π. του Α., κατοίκου …, 11.Α. Σ. του Χ., κατοίκου …, 12.Κ. Ζ. του Μ., κατοίκου ..., 13.Β.

Χ. του Ν., κατοίκου …, 14.Σ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., 15.Α. - Π. Β. του Β., κατοίκου ..., 16.Μ. Κ. του Θ., κατοίκου …, 17.Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 18.Η. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 19.Α. Π. του Α., κατοίκου ..., 20.Ν. Β. του Π., κατοίκου …, 21.Ν. Α. του Β., κατοίκου ..., 22.Ι. Α. του Δ., κατοίκου …, 23.Α. Α. του Π., κατοίκου ..., 24.Κ. Τ. του Α., κατοίκου …, 25.Α. Μ. του Σ., κατοίκου …, 26.Β.

Λ. του Π., κατοίκου ..., 27.Α. Β. του Ε., κατοίκου …, 28.Ε. Β. του Χ., κατοίκου …, 29.Χ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 30.Β. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 31.Ν. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., 32.Ν. Π. του Π., κατοίκου …, 33.Κ. Μ. του Ι., κατοίκου …, 34.Α. Α. του Ι., κατοίκου …, 35.Χ. Γ. του Θ., κατοίκου …, 36.Ν. Τ. του Α., κατοίκου …, 37.Γ. Χ. του Χ., κατοίκου …, 38.Σ. Υ. του Ε., κατοίκου ..., 39.Α.

Κ. του Κ., κατοίκου …, 40.Π. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 41.Μ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 42.Η. Δ. του Ε., κατοίκου …, 43.Ε. Γ. του Μ., κατοίκου …, 44.Α. Ί. του Ν., κατοίκου …, 45.Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 46.Π. Π. του Α., κατοίκου …, 47.Γ. Σ. του Χ., 48.Γ. Μ. του Σ., κατοίκου …, 49.Ι. Κ. του Γ., κατοίκου …, 50.Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 51.Κ. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., 52.Δ.

Κ. του Γ., κατοίκου ..., 53.Α. Β. του Κ., κατοίκου .... 54.Ε. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., 55.Ν. Τ. του Α., κατοίκου ... 56.Δ. Θ. του Χ., κατοίκου ..., 57.Σ. Μ. του Λ., κατοίκου ..., 58.Ι. Π. του Χ., κατοίκου ..., 59.Ε. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 60.Ν. Ψ. του Δ., κατοίκου ..., 61.Ι. Β. του Β., κατοίκου ..., 62.Π. Α. του Α., κατοίκου ..., 63.Μ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 64.Ε. Κ. του Σ., κατοίκου …, 65.Γ.

Γ. του Χ., κατοίκου ..., 66.Α. Ξ. του Ν., κατοίκου ..., 67.Κ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 68.Γ. Α. του Ε., κατοίκου ..., 69.Ι. Α. του Κ., κατοίκου ..., 70.Ν. Λ. του Σ., κατοίκου …, 71.Γ. Λ. του Ν., κατοίκου ..., 72.Δ. Δ. του Ι., κατοίκου …, 73.Μ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 74.Π. Α. του Β., κατοίκου ..., 75.Α. Γ. του Α., κατοίκου …, 76.Μ. Τ. του Σ., κατοίκου …, 77.Σ. Π. του Γ. - Σ., κατοίκου ..., 78.Α.

Ε. του Χ., κατοίκου ..., 79.Ι. Μ. του Α., κατοίκου …, 80.Χ. Φ. του Ι., κατοίκου …, 81.Κ. Β. του Ι., κατοίκου ..., 82.Α. Π. του Σ., κατοίκου ..., 83.Θ. Π. του Μ., κατοίκου …, 84.Β. Μ. του Δ., κατοίκου …, 85.Ν. Ξ. του Μ. (ταυτοπροσωπία με Π. Ν. βάσει του ... πιστοποιητικού Δήμου ...), κατοίκου …, 86.Φ. Μ. του Γ., κατοίκου …, 87.Φ. Β. του Α., κατοίκου …, 88.Γ.

Κ. του Ν., κατοίκου …, 89.Π. Γ. του Α., κατοίκου ..., 90.Π. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 91.Ε. Κ. του Κ., κατοίκου …, 92.Α. Κ. του Α., κατοίκου …, 93.Γ. Χ. του Δ., κατοίκου …, 94.Ε. Η. του Η., κατοίκου …, 95.Ε. Μ. του Κ., κατοίκου …, 96.Ε. Π. του Σ., κατοίκου …, 97.Ά. Μ. του Π., κατοίκου …, 98.Π. Π. του Χ., κατοίκου …, 99.Β. Α. του Η., κατοίκου …, 100.Θ. Τ. του Π., κατοίκου ....

Η 10η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπακωνσταντίνου, ο οποίος ανακάλεσε την από 13-2-2023 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως, δήλωσε ότι ο 47ος (Γ. Σ.) απεβίωσε και προσκόμισε το με στοιχεία …(Αριθμός/Τόμος /έτος) απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, ότι η 96η (Ε.

Π.) έχει αλλάξει το επώνυμό της και συνεχίζει τη δίκη ως Ε. Κ. και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Πέτρο Τσαντίνη και Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 516/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3971/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-3-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 62 εδ. α του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 του ΑΚ).

Εξάλλου κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδαφ. δ του ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη, η οποία διεξήχθη στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1988, ΑΠ 492/2019). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του.

Επίσης, από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες τόσο στην έκκλητη, όσο και στην αναιρετική δίκη (άρθρα 524 παρ.1 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ. του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι, εάν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία και συνεπώς δεν είναι εκ των πραγμάτων στην περίπτωση αυτή δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης (ΑΠ 492/2019, ΑΠ 1687/2007), πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα τόσο η έφεση όσο και η αίτηση αναίρεσης, να ασκούνται από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος ή να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, όπως για την έφεση και την αναίρεση ειδικότερα ορίζουν τα άρθρα 516 παρ.1 και 517 και 556 παρ. 1 και 558 του ΚΠολΔ αντίστοιχα.

Διαφορετικά εάν, κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου (κατάθεσης, κατ` άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), αυτό ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου που είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή του, το ένδικο μέσο (όπως έφεση, αναίρεση) που ασκήθηκε στο όνομά του θανόντος απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτο λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ.

α, 73, 159, 160 παρ. 1 και 516 παρ.1, 556 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 492/2019, ΑΠ 45/2018, ΑΠ 1641/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και ειδικότερα από τα προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα προκύπτει ότι ο τεσσαρακοστός έβδομος αναιρεσείων, Γ. Σ., αποβίωσε στις … (βλ. το με αριθμό πρωτ. ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξίαρχου του Δήμου …Σ..

Σ.), αποβίωσε, δηλαδή, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης με αριθμό 3971/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 11 Ιουνίου 2020 και πριν από την άσκηση της ένδικης, από 9 Μαρτίου 2022, αίτησης αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 10 Μαρτίου 2022 και στην οποία αναγράφεται ότι αυτή ασκείται και από τον αποβιώσαντα Γ.

Σ. κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ". Μάλιστα, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ο θάνατος του ως άνω τεσσαρακοστού έβδομου αναιρεσείοντα δηλώθηκε και από τον παραστάντα για τους λοιπούς αναιρεσείοντες πληρεξούσιο Δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου.

Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος αυτής που ασκείται από τον τεσσαρακοστό έβδομο αναιρεσείοντα, ο οποίος είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή της, πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ. α, 73, 159, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, που αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Ζήτημα καταδίκης του θανόντος διαδίκου στην πληρωμή δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς τον αυτόν, κατά τα άρθρα 176,183 του ΚΠολΔ, δεν γεννάται, εφόσον ο "υπόχρεος" αυτών ως άνω τεσσαρακοστός έβδομος αναιρεσείων είναι ανύπαρκτο πρόσωπο (ΑΠ 492/2019).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1, 577 και 118 αριθ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρει, εκτός από τα άλλα απαιτούμενα στοιχεία, και το όνομα, το επώνυμο και το πατρώνυμο όλων των διαδίκων, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτών. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η τυχόν εσφαλμένη αναγραφή των στοιχείων ταυτότητας (ονόματος ή επωνύμου) του διαδίκου (αναιρεσείοντος ή αναιρεσίβλητου) δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου, υπό την προϋπόθεση ότι δεν δημιουργείται αμφιβολία περί την ταυτότητα του διαδίκου αυτού (ΑΠ 840/2019, ΑΠ 968/2015, ΑΠ 1126/2010).

Το βάρος απόδειξης ότι πρόκειται περί του αυτού προσώπου, παρά την τυχόν εσφαλμένη αναγραφή στοιχείου ταυτότητας σε δικόγραφο ή παρά την τυχόν διαφοροποίηση στοιχείου ταυτότητας σε μεταγενέστερο δικόγραφο σε σχέση με προηγούμενο δικόγραφο στο πλαίσιο της όλης αντιδικίας φέρει ο διάδικος που τον αφορά, ο οποίος οφείλει να προβεί στις σχετικές διευκρινίσεις προς το Δικαστήριο και να αποδείξει τη βασιμότητα των ισχυρισμών του (ΑΠ 840/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των σχετικών δικογράφων προκύπτει ότι από την έγερση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της από 29.3.2018 και με αριθμό κατάθεσης … αγωγής μέχρι την άσκηση της ένδικης από 9.3.2022 και με αριθμό κατάθεσης … αίτησης αναίρεσης, η ενενηκοστή έκτη ενάγουσα και ήδη ενενηκοστή έκτη αναιρεσείουσα είχε το επώνυμο Π..

Σύμφωνα, όμως, με τη δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου της, που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση αυτού του Δικαστηρίου και με τις από 13.2.2023 προτάσεις, τις οποίες οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν στον Άρειο Πάγο, το επώνυμο της συγκεκριμένης διαδίκου άλλαξε σε Κ.. Από την ως άνω πρόσφατη διαφοροποίηση του επωνύμου της ενενηκοστής έκτης αναιρεσείουσας στο δικόγραφο των κατατεθεισών στον Άρειο Πάγο, από 13.2.2023, προτάσεων σε σχέση με τα προηγούμενα δικόγραφα στο πλαίσιο της όλης αντιδικίας μεταξύ των αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης τράπεζας, δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα της συγκεκριμένης διαδίκου, διότι όλα τα λοιπά στοιχεία της (και ιδίως το όνομά της, το όνομα του πατέρα της και ο αριθμός του φορολογικού της μητρώου) είναι ίδιοι σε όλα τα δικόγραφα.

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα και ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.

Εξάλλου κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι στην περίπτωση που επισπεύδοντες τη συζήτηση είναι οι αναιρεσείοντες που συνδέονται μεταξύ τους με απλή ομοδικία και ως προς τον εξ αυτών απολειπόμενο κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο, που για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, η ως άνω επίσπευση από αυτόν έλαβε χώρα ακύρως και, εφ' όσον δεν προκύπτει άλλοθεν η κλήτευση του απολειπόμενου αναιρεσείοντος, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τον απολειπόμενο αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 4/2003, ΟλΑΠ 9/1992, ΑΠ 684/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση από τη σειρά του πινακίου και τη συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (14.2.2023), δεν εμφανίσθηκε η δέκατη (10η) αναιρεσείουσα, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτήν η κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Εξάλλου η δέκατη (10η) αναιρεσείουσα μαζί με τους λοιπούς αναιρεσείοντες επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης για την ως άνω δικάσιμο, σύμφωνα με τη με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Β.. Μ., που προσκομίζεται από τους αναιρεσείοντες.

Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι η 10η απούσα αναιρεσείουσα, καθώς και καθεμία από τις εικοστή ένατη (29η), τεσσαρακοστή τρίτη (43η), πεντηκοστή ένατη (59η) και ενενηκοστή έβδομη (97η) αναιρεσείουσες, οι οποίες κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου, είχαν παράσχει πληρεξουσιότητα προς τον δικηγόρο αυτό, που για λογαριασμό τους επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο, καθότι δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις τους προς τον ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή από άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο.

Επιπλέον, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης τράπεζας κλήτευση των δέκατης (10ης), εικοστής ένατης (29ης), τεσσαρακοστής τρίτης (43ης), πεντηκοστής ένατης (59ης) και ενενηκοστής έβδομης (97ης) αναιρεσειουσών. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν είναι έγκυρη η επίσπευση που έγινε με τη σχετική εντολή του προαναφερθέντος δικηγόρου στον δικαστικό επιμελητή για επίδοση στην αναιρεσίβλητη τράπεζα της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης για λογαριασμό της μη παρασταθείσας 10ης αναιρεσείουσας και των 29ης, 43ης, 59ης και 97ης αναιρεσειουσών, οι οποίες δεν παραστάθηκαν προσηκόντως.

Ως εκ τούτου πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τις ως άνω αναιρεσείουσες, οι οποίες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς αυτές.

Με την από 9 Μαρτίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3971/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών επί: α) της από 15.4.2019 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών … έφεσης των εναγόντων -εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων και β) της από 9.4.2019 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών … έφεσης της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 516/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, επίσης, είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών και με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχθεί εν μέρει την από 29.3.2018 και με αριθμό κατάθεσης … αγωγή των εναγόντων -αναιρεσειόντων και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της εναγομένης -αναιρεσίβλητης να καταβάλει σε αυτούς την προβλεπόμενη από το άρθρο 9 του Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ μηνιαία επικούρηση, την οποία προσδιόρισε στο αναγραφόμενο στην απόφασή του για κάθε ενάγοντα ποσόν, με το νόμιμο τόκο κατά τα οριζόμενα στην ίδια απόφαση.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 3971/2020, απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις και τις δέχθηκε τυπικά, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 15.4.2019 και με αριθμό κατάθεσης ... έφεση των εναγόντων -εκκαλούντων -αναιρεσειόντων και δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 9.4.2019 και με αριθμό κατάθεσης ...

έφεση της εναγομένης -εκκαλούσας -αναιρεσίβλητης, στη συνέχεια δε εξαφάνισε εν μέρει τη με αριθμό 516/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συγκεκριμένα την εξαφάνισε μόνο κατά τα κεφάλαια αυτής ω προς τα οποία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως προς τα κεφάλαια αυτά και απέρριψε την αγωγή ως προς τα ίδια κεφάλαια ως μη νόμιμη.

Η ένδικη, από 9.3.2022 και με αριθμό κατάθεσης ..., αίτηση αναίρεσης των προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 10.3.2022 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε στις 11 Ιουνίου 2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης: Με την από 29.3.2018 και με αριθμό κατάθεσης ... αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι εκατό ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και οι προσηκόντως παριστάμενοι αναιρεσείοντες, ιστορούσαν ότι είναι συνταξιούχοι του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ήδη ΕΦΚΑ) και πρώην εργαζόμενοι της εναγομένης και ήδη αναιρεσιβλητης "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" και δικαιούχοι της μηνιαίας παροχής (επικούρησης) του Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.).

Ότι ο υπόψιν Λογαριασμός (Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.) ιδρύθηκε με πρωτοβουλία της εναγομένης δυνάμει της με αριθμό … απόφασης του Γενικού Συμβουλίου (ήδη Διοικητικού Συμβουλίου) της και με βάση σχετικό πόρισμα συσταθείσας για το σκοπό αυτό Επιτροπής, αποτελούμενης από εκπροσώπους της εναγομένης -εργοδότριάς τους και του Συλλόγου των Εργαζομένων της.

Ότι ο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε στερείται νομικής προσωπικότητας και από της δημιουργίας του το έτος 1949 δεν συνιστά φορέα υποχρεωτικής κοινωνικής (επικουρικής) ασφάλισης, αλλά συνιστά έναν αυτοδιαχειριζόμενο καταθετικό λογαριασμό, ο οποίος συστάθηκε στο πλαίσιο της συλλογικής και ιδιωτικής αυτονομίας, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της Τράπεζας και των εργαζομένων της.

Ότι σκοπός της δημιουργίας του εν λόγω Λογαριασμού αποτελεί η διασφάλιση ενός πρόσθετου και ανεξάρτητου από τη σύνταξη μηνιαίου βοηθήματος (επικούρησης) των υπαλλήλων της εναγομένης, το οποίο λαμβάνουν με την αποχώρησή τους από αυτήν λόγω συνταξιοδότησης και ότι η λειτουργία του Λογαριασμού αυτού ανέκαθεν διέπεται από τον Ειδικό Κανονισμό Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιο αυτής και τέθηκε σε ισχύ την 1.10.1949, έχει δε τροποποιηθεί σε επιμέρους διατάξεις του και ισχύει έως σήμερα.

Ότι κατά τον ως άνω Κανονισμό ως πόροι του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. προβλέπονται (άρθρο 5) οι εισφορές των εργαζομένων σε ποσοστό 3,5% επί των πάσης φύσεως αποδοχών τους, η εισφορά της εναγομένης σε ποσοστό 9% επί των ιδίων ως άνω ποσών, ως και οι λοιποί πρόσοδοι που αναφέρονται σε αυτόν. Ότι μέχρι το έτος 1995 η επικούρηση καθοριζόταν σε ποσοστό επί της σύνταξης που χορηγούσε το Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο (ποσοστό) προσδιοριζόταν εκάστοτε αυξανόμενο ή μειούμενο από τη Διαχειριστική Επιτροπή του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.

με βάση τα έσοδα και τις οικονομικές δυνατότητες του Λογαριασμού και μετά από την έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης. Ότι με την τροποποίηση του Κανονισμού, που αποφασίσθηκε με το με αριθμό 241/26.10.1995 πρακτικό της Διαχειριστικής Επιτροπής του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., το ύψος της μηνιαίας επικούρησης συνδέθηκε με το σύνολο των συντάξιμων αποδοχών κάθε δικαιούχου (και όχι της σύνταξης αυτού) και καταργήθηκε ρητά η παρ. 3 του άρθρου 9 του Κανονισμού, με συνέπεια να μην νοείται στο εξής (ήτοι μετά το Νοέμβριο του έτους 1995) δυνατότητα μείωσης του ύψους της μηνιαίας επικούρησης.

Ότι συνακόλουθα η παρ. 2 εδαφ. β' του Κανονισμού, κατά την οποία η Διαχειριστική Επιτροπή "αποφασίζει κυριαρχικώς, συμφώνως τω άρθρω 9 εδαφ. 3, περί του ποσού της καταβλητέας εκάστοτε επικουρήσεως αναλόγως των οικονομικών δυνατοτήτων του Ειδικού Λογαριασμού", προσέλαβε το νόημα ότι η Διαχειριστική Επιτροπή δεν δύναται να αποφασίζει τη μείωση του ύψους της μηνιαίας επικούρησης, η οποία ακολουθούσε και εξακολουθεί να ακολουθεί αποκλειστικά τις συντάξιμες αποδοχές των δικαιούχων της και ότι κατ' αυτόν τον τρόπο η εναγομένη ανέλαβε -ευθέως πλέον- να εγγυάται την επίτευξη του μοναδικού σκοπού του κοινού καταθετικού λογαριασμού, που ήταν εξ αρχής η καταβολή της μηνιαίας επικούρησης στους συνταξιούχους πρώην εργαζομένους της και μετά το έτος 1995 της συγκεκριμένης μηνιαίας επικούρησης, που υπολογίζεται με βάση το σύνολο των συντάξιμων αποδοχών τους.

Ότι η μηνιαία επικούρηση συνιστά μισθολογική παροχή με ασφαλιστικό περιεχόμενο εκ μέρους της εργοδότριας εναγομένης προς τους εργαζομένους της, οι οποίοι καθίστανται δικαιούχοι της αμέσως μετά την έξοδό τους από την ενεργό υπηρεσία τους λόγω συνταξιοδότησης, ήτοι πρόκειται για παροχή με μετεργασιακό χαρακτήρα, η οποία συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων.

Ότι τον Ιούλιο του έτους 2017 η εναγομένη αρνήθηκε τη νομική της δέσμευση και την εγγυητική της ευθύνη για την κάλυψη των τυχόν ελλειμμάτων του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε και το Δεκέμβριο του ίδιου έτους με μονομερή της απόφαση διέκοψε τις τακτικές καταβολές της προς αυτόν, με συνέπεια να καταστεί αδύνατη η συνέχιση των πληρωμών στους ενάγοντες από τον Λογαριασμό της μηνιαίας επικούρησής τους.

Ότι η συνεχής κάλυψη από την εναγομένη των ελλειμμάτων ρευστότητας του Λογαριασμού από το έτος 2007, οπότε εμφανίσθηκαν το πρώτον και έως τον Νοέμβριο του έτους 2017, καθώς και η αδιάκοπη επί σειρά ετών καταβολή στους ενάγοντες των προβλεπόμενων μετεργασιακών επικουρήσεων έχει καταστεί επιχειρησιακή συνήθεια στην εκμετάλλευση της εναγομένης, η οποία αποτέλεσε περαιτέρω σιωπηρώς όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους.

Ότι τα ελλείμματα ρευστότητας του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. δημιουργήθηκαν εξαιτίας των προγραμμάτων της εναγομένης για εθελούσια έξοδο του προσωπικού της από την εργασία από το έτος 2000 μέχρι το έτος 2016, καθώς υπονομεύτηκε το ασφαλιστικό κεφάλαιο που είχε σχηματισθεί από εισφορές των δικαιούχων του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. και ανατράπηκε η αναλογιστική του ισορροπία, με συνέπεια από το Δεκέμβριο του 2017 να καταστεί αδύνατη η συνέχιση καταβολής της επικούρησης.

Ότι η εκ μέρους της εναγομένης διακοπή της καταβολής των ποσών, που απαιτούνται για την πληρωμή της μηνιαίας επικούρησής τους, συνιστά υπαίτια αθέτηση της σχετικής της υποχρέωσης, καθώς και ανεπίτρεπτη ανατροπή επιχειρησιακής συνήθειας. Ότι σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 1 του ν. 3371/2005, που ορίζει ότι το συνολικό κόστος της δαπάνης από τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου βαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα, η εναγομένη όφειλε να καλύπτει τα ελλείμματα ρευστότητας του Λογαριασμού, καθώς αυτά συμπεριλαμβάνονταν στο κόστος δαπάνης των προγραμμάτων.

Ότι η παράλειψη της εναγομένης να συνεχίσει από τον Δεκέμβριο του 2017 να καλύπτει τη δαπάνη που προκλήθηκε στο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. από την εφαρμογή των προγραμμάτων εθελούσιας εξόδου του προσωπικού της είναι παράνομη, θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη και είναι καταχρηστική. Ότι η εναγομένη έχει ιδιαίτερη, κατά τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, ευθύνη και υποχρέωση να αποφεύγει κάθε ενέργεια που μπορεί να προκαλέσει ζημιά στον Λογαριασμό και να μεριμνά για τη χρηστή διοίκηση και διαχείρισή του, καθότι ο Λογαριασμός αυτός λειτουργεί παρ' αυτήν, η ίδια συμμετέχει στη Διαχειριστική Επιτροπή που τον διοικεί και τον διαχειρίζεται και οποιαδήποτε τροποποίηση του Κανονισμού του Λογαριασμού (ΛΕΠΕΤΕ) και αυξομείωση των παροχών, πόρων κλπ του Λογαριασμού χρήζουν της έγκρισης της διοίκησής της, νόμιμο έρεισμα δε της εν λόγω ευθύνης της εναγομένης μπορεί να αποτελέσουν εκάστη ή σε συνδυασμό η απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), η κατά νόμο καλόπιστη εκπλήρωση των ενοχών (άρθρο 288 ΑΚ), η υποχρέωση σε λογοδοσία όποιου έχει τη διαχείριση ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης (άρθρο 303 ΑΚ), οι διατάξεις του Α.Κ.

περί εντολής (άρθρα 713 επ. ΑΚ), περί συμβάσεως υπέρ τρίτου (άρθρα 410 επ. ΑΚ) και οι διατάξεις των άρθρων 822 επ. ΑΚ περί παρακαταθήκης. Ότι η υποχρέωση κάλυψης των ελλειμμάτων του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. από την εναγομένη συνάγεται και από τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 και 11 παρ. 2 εδαφ. β του ν. 1902/1990, όπως το άρθρο 11 παρ. 2 εδαφ.

β του νόμου αυτού αντικ. με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 1976/1991. Ότι με την ένταξη των εναγόντων, ως εργαζομένων στην εναγομένη, στον Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., την καταβολή των εισφορών τους (όπου εντάσσονται και οι εισφορές της εργοδότριας - εναγομένης) σε αυτόν επί δεκαετίες, την εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων της εναγομένης έναντι του κοινού Λογαριασμού τους επί σειρά δεκαετιών, θεμελιώθηκε υπέρ των εναγόντων νόμιμη προσδοκία δικαιώματος περιουσιακής φύσεως, η οποία προστατεύεται τόσο από το Σύνταγμα (άρθρα 5 παρ. 1 και 17, ) όσο και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου) και ότι η κατάργηση του εν λόγω θεμελιωμένου δικαιώματός τους με την άρνηση της εναγομένης να καλύπτει τα ελλείμματα ρευστότητας του Λ.ΕΠ.Ε.Τ.Ε.

αντίκεινται στις ως άνω διατάξεις. Ότι άλλως και επικουρικώς η εναγομένη οφείλει να καταβάλει απευθείας σε κάθε ενάγοντα την ως άνω μηνιαία επικούρηση στο ύψος που την ελάμβανε πριν από την 1.12.2017 σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ) καθότι πλούτισε μη νόμιμα σε βάρος των εναγόντων κατά τα αντίστοιχα ποσά, παραλείποντας παρανόμως να τους τα καταβάλει.

Ότι προκειμένου να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους ως προς την υποχρέωση της εναγομένης να συνεχίσει αυτή να καλύπτει τα ταμειακά ελλείμματα του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. σύμφωνα με τη διαμορφωθείσα επιχειρησιακή συνήθεια, όπως τα εν λόγω ελλείμματα έχουν προκύψει από τα προγράμματά της για την εθελούσια έξοδο του προσωπικού της, απαιτείται αυτή να τους επιδείξει: 1) τις αναλυτικές ετήσιες καταστάσεις που αφορούν τον αριθμό των εργαζομένων της που αποχώρησαν με βάση τα προγράμματα εθελούσιας εξόδου κατά τα έτη 2000 έως 2016, β) τις ανακοινώσεις της εναγομένης προς το προσωπικό της για τα εν λόγω προγράμματα εθελούσιας εξόδου του προσωπικού της κατά τα έτη αυτά, 3) τις αναλυτικές οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης που αφορούν στα έτη 2000 έως 2016, όπου αναφέρονται τα κόστη μισθοδοσίας του προσωπικού της στα ίδια έτη και 4) τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης των ετών 2007 έως 2017, που αφορούν στην έγκριση των καταβολών της ίδιας προς το Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.

τόσο κατά το μέρος των εισφορών της ίδιας, όσο και κατά το μέρος της κάλυψης των ελλειμμάτων που εμφάνιζε κατά τα έτη αυτά ο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. Ότι η άρνηση της εναγομένης να καταβάλει στον Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. τα αναγκαία ποσά που αντιστοιχούν στην επίδικη παροχή τους για το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του 2017 μέχρι τον Μάρτιο του 2018 επέφερε σ' αυτούς οικονομική ζημία, ισούμενη με πέντε μηνιαίες παροχές (επικουρήσεις), ήτοι του μηνός Δεκεμβρίου 2017, του δώρου Χριστουγέννων 2017, καθώς και των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2018 όπως λεπτομερώς παρατίθενται στην αγωγή και ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει τα ποσά αυτά στον Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.

προκειμένου να καταστεί δυνατή η μέσω αυτού καταβολή τους στους ενάγοντες, άλλως να τα καταβάλει απευθείας σε κάθε ενάγοντα. Με βάση το ιστορικό αυτό και όπως η αγωγή περιορίστηκε πρωτοδίκως ως προς το αίτημά της περί επίδειξης εγγράφων, οι ενάγοντες ζήτησαν: α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να συνεχίσει να καταβάλει στον Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.

τα ποσά που αντιστοιχούν στα εκάστοτε ταμειακά ελλείμματα του ιδίου, καλύπτοντας αυτά, όπως έπραττε πριν την 1.12.2017 και καταθέτοντας σε αυτόν τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά σε όποιο ύψος και αν αυτά ανέρχονται, διατηρώντας το αναγκαίο ύψος του αποθεματικού, κατά τρόπο ώστε να καθίσταται δυνατή η πλήρης καταβολή στους ενάγοντες δια βίου των κατά τον Κανονισμό του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε μηνιαίων επικουρικών παροχών τους, όπως συνέβαινε πριν την ανωτέρω ημερομηνία, άλλως και επικουρικώς να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει απευθείας σε κάθε ενάγοντα την ως άνω μηνιαία παροχή (επικούρηση) στο ύψος που την έπαιρναν πριν από την 1.12.2017, νομιμοτόκως από το τέλος του μήνα που η εν λόγω παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.

τα ποσά που αντιστοιχούν στις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή πέντε μηνιαίες επικουρήσεις, που δεν καταβλήθηκαν στους ενάγοντες κατά το διάστημα από 1.12.2017 έως 31.3.2018, κατά τρόπο ώστε να καταστεί δυνατή η καταβολή των ποσών αυτών στους ενάγοντες δια μέσω του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε, άλλως και επικουρικώς, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει απευθείας σε κάθε ενάγοντα τα εν λόγω χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του μήνα που η εν λόγω παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με 516/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία: 1) απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας ως προς τα υπό το γράμμα (α) κύριο και επικουρικό αιτήματά της και το υπό το γράμμα (β) κύριο αίτημά της, με την αιτιολογία ότι δεν προσδιορίζονται στο δικόγραφό της τα ποσά που αντιστοιχούν στα εκάστοτε ταμειακά ελλείμματα του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", ώστε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να τα καταβάλει, ούτε εκτίθεται ο τρόπος υπολογισμού τους, ώστε να καταστεί δυνατή από την εναγομένη η αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών, να ταχθεί από το Δικαστήριο το προσήκον θέμα απόδειξης και να εκδοθεί απόφαση δεκτική εκτέλεσης, 2) απέρριψε ομοίως ως αόριστη την αγωγή κατά τις νομικές της βάσεις με τις οποίες επιχειρείται να θεμελιωθεί η ένδικη υποχρέωση της εναγομένης στις διατάξεις περί εντολής, περί σύμβασης υπέρ τρίτου, περί παρακαταθήκης και περί μεσεγγύησης, με την αιτίαση ότι δεν γίνεται επίκληση στο δικόγραφό της για την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων να καταρτίσουν αντιστοίχου περιεχομένου συμβάσεις, καθώς και περί λογοδοσίας, με την αιτίαση ότι δεν ζητείται από τους ενάγοντες συγκεκριμένο ποσό από τη διαχείριση ούτε προσδιορίζεται το εικαζόμενο έλλειμμα και 3) έκρινε ορισμένη, νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή ως προς το επικουρικό αίτημα του υπό το γράμμα (β) αιτήματός της και ειδικότερα αναγνώρισε ότι με βάση τη συμβατική της ευθύνη και τη διαμορφωθείσα στην επιχείρησή της μακροχρόνια πρακτική (επιχειρησιακή συνήθεια) η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα την προβλεπόμενη από το άρθρο 9 του Κανονισμού του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.

μηνιαία επικούρηση, η οποία δεν του καταβλήθηκε το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του 2017 (συμπεριλαμβανομένου και του επιδόματος Χριστουγέννων 2017) μέχρι και το Μάρτιο του 2018 και την οποία προσδιόρισε σε συγκεκριμένο ποσό για κάθε ενάγοντα, με το νόμιμο τόκο, που επίσης καθόρισε. Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκαν:

α) η από 9.4.2019 και με αριθμό κατάθεσης ... έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και β) η από 15.4.2019 και με αριθμό κατάθεσης ... έφεση των εναγόντων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι προσηκόντως παριστάμενοι αναιρεσειοντες. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 3971/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις και τις δέχθηκε τυπικά, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 15.4.2019 έφεση των εναγόντων και δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 9.4.2019 έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε τη με αριθμό 516/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τα κεφάλαια αυτής, για τα οποία έγινε δεκτή η αγωγή, κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως προς τα κεφάλαια αυτά και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.

Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατ' αρχήν ότι: " [...] με βάση το προαναφερθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και σε σχέση με το προλεχθέν αγωγικό αίτημα περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει στον "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." ποσά που αντιστοιχούν στα εκάστοτε ταμειακά ελλείμματα του ιδίου (Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.), καθώς και ποσά που αντιστοιχούν στις στην αγωγή αναφερόμενες αναλυτικά πέντε μηνιαίες επικουρήσεις, αυτή ήταν ως προς τα αιτήματα αυτά αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, καθόσον δεν προσδιορίζονταν ειδικότερα τα ακριβή ποσά, τα οποία όφειλε να καταβάλει στις ως άνω δύο περιπτώσεις η εναγομένη, ούτε εξειδικευόταν κάποιος τρόπος υπολογισμού αυτών, δυνάμει του οποίου θα ήταν δυνατός ο προσδιορισμός τους, αλλά απλώς αναφέρονται στην αγωγή γενικώς "ποσά", με συνέπεια να μη μπορεί να αμυνθεί η εναγομένη κατά των ως άνω αξιώσεων των εναγόντων.

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα ίδια και δη την προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση αοριστίας, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ο ως άνω (εννοείται ο πρώτος) λόγος εφέσεως ως αβάσιμος". Στη συνέχεια, το Εφετείο, ερευνώντας: α) τη βασιμότητα του δεύτερου λόγου της έφεσης των εναγόντων και του πρώτου λόγου της έφεσης της εναγομένης, με τους οποίους ψέγεται η πρωτόδικη απόφαση για την παραδοχή της ότι ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." δεν αποτελεί φορέα κοινωνικής ασφάλισης και β) τη βασιμότητα του δεύτερου λόγου της έφεσης της εναγομένης με τον οποίο πλήττεται η ουσιαστική παραδοχή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι η εκ μέρους της εναγομένης παροχή ταμειακών διευκολύνσεων προς το "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." κατά τα έτη 2007 - 2017 αποτέλεσε θεμέλιο, μέσω επιχειρησιακής συνήθειας, συμβατικής δέσμευσής της έναντι των εναγόντων για κάλυψη των ελλειμμάτων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε" στο διηνεκές, δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση ως προς τα υπόλοιπα αιτήματα της αγωγής, τα οποία κρίθηκαν ως νόμιμα, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη.

Και τούτο διότι [...] ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." αποτελεί φορέα επικουρικής ιδιωτικής ασφάλισης και μετά την έκδοση του Ν. 3371/2005 επήλθε υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή των νεοπροσλαμβανόμενων υπαλλήλων από 1/1/2005 και εντεύθεν, καθώς και των συνταξιούχων στην επικουρική ασφάλιση του δημοσίου δικαίου ασφαλιστικού φορέα ΕΤΕΑΜ, ακόμη και πριν τη διάλυση του ως άνω ιδιωτικής φύσεως φορέα ιδιωτικής ασφάλισης (άρθ. 58 Ν. 3371/2005).

Οι διατάξεις δε του ως άνω νόμου (άρθ. 57 έως 64 Ν. 3371/2005) είναι αναγκαστικού δικαίου και υπερισχύουν των όρων των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, χωρίς αυτές να είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθ. 4. 5 παρ. 1. 12, 22 παρ. 5 και 23 του Συντάγματος και του άρθ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι δεν απαιτείται προηγούμενη διάλυση του ως άνω φορέα ιδιωτικής ασφάλισης, εφόσον η κρατική μέριμνα για την υπαγωγή της εν λόγω ασφάλισης, με ομοιόμορφο τρόπο, σε ένα ενιαίο, δημόσιο, ασφαλιστικό φορέα για όλους τους εργαζόμενους στα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, δεν βρίσκεται έξω από τους σκοπούς του άρθ. 22 παρ. 5 του Συντάγματος.

Δεν γεννάται, συνεπώς, αξίωση των ασφαλισμένων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." να ζητήσουν ευθέως από την εναγομένη εργοδότριά τους τις παροχές επικούρησης (=επικουρικές συντάξεις τους), ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη της να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή της αφορά την καταβολή της εισφοράς της και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών τους.

Εξάλλου, η ειδικότερη αιτίαση των εναγόντων, ότι η σχετική ως άνω συλλογική συμφωνία εναγομένης - προσωπικού για τη σύσταση του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." είχε συγχρόνως ως αποτέλεσμα την ένταξη των σχετικών όρων της στις ατομικές εργασιακές σχέσεις του προσωπικού και διαμορφώθηκε αντίστοιχος γενικός όρος εργασίας και ότι η εναγομένη υποχρεούται να καλύπτει τα ελλείμματα ρευστότητας που τυχόν παρουσιάζονται στα αποθεματικά του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.".

ώστε πράγματι να εξασφαλίζεται η εις το διηνεκές χορήγηση της προβλεπόμενης στον Κανονισμό του παροχής-επικούρησης. είναι αβάσιμη, διότι ο θεσπισθείς με την από 18/11/1949 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας ως άνω όρος, ως εκ της προέλευσης και του κανονιστικού χαρακτήρα του, συνιστά κανόνα του εξ αντικειμένου δικαίου και δεν γεννάται με βάση τον όρο αυτό αξίωση των ασφαλισμένων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." να ζητήσουν ευθέως από τον εργοδότη τις επικουρικές παροχές τους, ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη του εργοδότη να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή του αφορά την καταβολή της εισφοράς του και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών επικούρησής τους. 'Εσφαλε επομένως η εκκαλουμένη που δέχθηκε την αγωγή, ως προς τα κεφάλαια της αυτά ως νόμιμη και εν συνεχεία ως και ουσιαστικά βάσιμη.

Πρέπει επομένως να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της εφέσεως της εναγομένης, ως και η έφεσή της ως ουσιαστικά βάσιμη, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη εκείνη των εναγόντων, να εξαφανισθεί εν μέρει η εκκαλουμένη, και αφού κρατηθεί η υπόθεση κατά τα κεφάλαια που έγιναν δεκτά και ως ουσιαστικά βάσιμα, να απορριφθεί η αγωγή ως προς αυτά ως μη νόμιμη.".

Από το άρθρο 216 παρ. 1α, β ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου, άλλως το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεικτική εκτέλεσης.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας.

Εξάλλου, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμοί 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αγωγικού αιτήματος, την έκρινε ορισμένη θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 326/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενοι ότι η ένδικη αγωγή τους είναι πλήρως ορισμένη, καθώς προσδιορίζεται επαρκώς η έννομη σχέση της οποίας ζητείται η αναγνώριση, όπως επίσης το έννομο συμφέρον τους, χωρίς να απαιτείται ο προσδιορισμός των ποσών που αντιστοιχούν στα εκάστοτε ταμειακά ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ, καθώς και ο τρόπος υπολογισμού τους, όπως εσφαλμένα κρίθηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή και τα απορριφθέντα ως αόριστα από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αιτήματά της, που προεκτέθηκαν, περιγράφεται μεν στο δικόγραφό της το αντικείμενο της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς, αλλά δεν υφίσταται αίτημα αναγνώρισης της μεταξύ των διαδίκων έννομης σχέσης και διατυπώνονται κατά τρόπο αόριστο τα συγκεκριμένα αγωγικά αιτήματα, που είναι συνυφασμένα με την ένδικη διαφορά, καθότι δεν ορίζεται το ύψος των χρηματικών ποσών, τα οποία κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η εναγομένη ως εργοδότρια έχει υποχρέωση από την 1.12.2017 και στο διηνεκές να καταβάλλει είτε στο ΛΕΠΕΤΕ είτε στους ενάγοντες- πρώην εργαζομένους της και ήδη συνταξιούχους, ώστε να καλύπτονται τα ταμειακά ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ και οι ενάγοντες να λαμβάνουν δια βίου την χορηγούμενη από τον ΛΕΠΕΤΕ επικούρησή τους στο ύψος που αυτή είχε τον Νοέμβριο του 2017.

Εξάλλου, ούτε εξειδικεύεται ο τρόπος υπολογισμού των εν λόγω χρηματικών ποσών, ώστε να καθίσταται δυνατός ο προσδιορισμός τους από το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, ως εκ τούτου, αδυνατεί να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεικτική εκτέλεσης. Κατά συνέπεια, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τα ως άνω αιτήματα της ένδικης αγωγής ως αόριστα δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο είναι αβάσιμα.

Στην παράγραφο 2 του άρθρου 22 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία" και στην παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει".

Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ως μέσο για την ελεύφθερη διαμόρφωση των όρων εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, υπό την έννοια ότι οι όροι αυτοί, εκτός από τους γενικούς, δεν επιτρέπεται να ρυθμισθούν δια νόμου με αποκλειστικό τρόπο (δηλαδή να αφαιρεθούν από την ύλη των συλλογικών συμβάσεων), εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας.

Με τη δεύτερη διάταξη από τους όρους εργασίας και αμοιβής των μισθωτών διαχωρίζονται τα θέματα της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι η σύσταση ασφαλιστικού οργανισμού, η υπαγωγή στην ασφάλιση, ο καθορισμός πόρων, η είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, η καταβολή ασφαλιστικών παροχών κλπ και καθορίζεται ότι όλα αυτά εμπίπτουν στο αντικείμενο της κρατικής μέριμνας, που εκδηλώνεται με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.

Σε ακολουθία προς τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, στο άρθρο 2 περ.3 του ν. 1876/1990 ορίσθηκε ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας μόνο σε περιορισμένη έκταση μπορεί να ρυθμίζει ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, "εφόσον αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημοσίων φορέων κοινωνικής ασφάλισης" και, πάντως, εφόσον δεν πρόκειται για ζητήματα "συνταξιοδοτικά".

Αμέσως μετά, με το άρθρο 43 παρ.3 του ν. 1902/1990 διευκρινίσθηκε ότι στην έννοια των συνταξιοδοτικών ζητημάτων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, "η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών που χορηγούν περιοδικές παροχές ή εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη".

Ομοίως και κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.3 του ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το ν. 1876/1990, ορίζεται ότι "δεν δύναται δια συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή αποφάσεως διαιτησίας να συσταθή ειδικός λογαριασμός ή επικουρικός ασφαλιστικός οργανισμός ή ταμείον προνοίας ή να καθορισθούν ή τροποποιηθούν πόροι ή εισφοραί υπέρ πάσης φύσεως ασφαλιστικών οργανισμών ή λογαριασμών".

Πριν από την ισχύ των ως άνω νόμων είχε γίνει δεκτό ότι στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) μπορούσε να συμφωνηθεί μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων σε μία επιχείρηση ή υπηρεσία η συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο ασφαλιστικό σκοπό (όπως η παροχή εφάπαξ βοηθημάτων, συντάξεων κλπ), διότι τέτοιους ειδικούς λογαριασμούς δεν τους απέκλειε η νομοθεσία, αλλά αντιθέτως τους προέβλεπε ειδικώς στο πλαίσιο ασφαλιστικών οργανισμών για ασφαλιστικές παροχές με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7 του α.ν. 1022/1946 (Α 75), με την οποία οριζόταν ότι "οργανισμός, έργον του οποίου είναι η ασφάλισης των μισθωτών ωρισμένης επιχειρήσεως κατά της αναπηρίας, του γήρατος και του θανάτου δύναται.....

να συστήση εν εαυτώ ειδικόν λογαριασμόν... σκοπούντα στην ασφάλισιν αυτών κατά των ιδίων κινδύνων, δια της χορηγήσεως εφ' άπαξ χρηματικών παροχών, εις ας περιπτώσεις και υφ' ους όρους προβλέπεται η χορήγησις των περιοδικών τοιούτων" (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019). Οι λογαριασμοί αυτοί, κατά κανόνα, δεν έχουν νομική προσωπικότητα, για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι κατά περίπτωση νόμιμες προϋποθέσεις, δεν αποτελούν αστικές εταιρίες, ούτε έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι, αντιμετωπίζονται, όμως, τόσο από το νομοθέτη όσο και από τη νομολογία ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ομόλογοι με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς (OλΑΠ 9/2012, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 1244/2019, ΑΠ 1330/2018, Ολ.

ΣτΕ 2197 - 2200/2010). Συγκεκριμένα στον τομέα των τραπεζών συστάθηκαν μεταξύ πιστωτικών (τραπεζικών) ιδρυμάτων και του προσωπικού τους αλληλοβοηθητικά ταμεία των τραπεζών, τα οποία είναι ασφαλιστικοί φορείς ιδιωτικού δικαίου ποικίλης μορφής (νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ενώσεις προσώπων ή σύνολα περιουσιών), και τα οποία παρέχουν επικουρική ασφάλιση στους τραπεζοϋπαλλήλους κατόπιν συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή συλλογικών ενοχικών συμφωνιών (ΟλΣτΕ 2197-2200/2010, πρβλ.

ΑΠ 244/2019). Ειδικότερα, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης διακρίνονται, με βάση την προέλευση και το νομικό τους καθεστώς, σε νομοθετικούς και συμβατικούς (μη κερδοσκοπικούς). Οι νομοθετικής προέλευσης φορείς έχουν, κατά κανόνα, τη μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ οι συμβατικής προέλευσης φορείς μπορεί να έχουν τη μορφή ειδικών λογαριασμών ή αλληλοβοηθητικών σωματείων ή ταμείων, συσταθέντων σε επιχειρησιακό επίπεδο είτε με τη συμφωνία εργοδοτών - εργαζομένων είτε μονομερώς από τους εργοδότες ή τους εργαζόμενους (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1244/2019).

Ο νομοθέτης τα ταμεία που στηρίζονται στην ιδιωτική βούληση άλλοτε μεν τα ανήγαγε σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθρο 3 παρ. 2 του α.ν. 1495/1938), άλλοτε δε, χωρίς να τα αναγάγει σε ν.π.δ.δ, τα αντιμετώπισε ως ασφαλιστικούς οργανισμούς, ομολόγους προς τους φορείς της δημόσιας υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 1330/2018).

Ενδεικτικά, με το άρθρο 12 του ν. 1405/1983 τα ταμεία αυτά εντάσσονται στο νομοθετικό καθεστώς της διαδοχικής ασφάλισης, στο οποίο μετέχουν ισότιμα με τους φορείς που είναι ν.π.δ.δ., με το άρθρο 10 του ν. 1902/1990 καθιερώνονται ενιαίοι κανόνες ως προς το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και το χρόνο θεμελίωσης σύνταξης γήρατος των ασφαλισμένων σε αυτά, με το άρθρο 18 του ίδιου νόμου τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στα ταμεία αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση στο ΙΚΑ- ΤΕΑΜ και με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 τα εν λόγω ταμεία νοούνται φορείς κοινωνικής ασφάλισης.

Συγκεκριμένα, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του ν. 997/1979, "περί συστάσεως Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών και ετέρων τινών διατάξεων" (Α 287), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.3 του ν. 1902/1990 (Α 138), ορίζεται ότι "στην ασφάλιση του ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς τα πρόσωπα, τα οποία ασφαλίζονται δυνάμει των κειμένων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων στο ΙΚΑ ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών και δεν υπάγονται για την αυτή απασχόληση στην ασφάλιση άλλου φορέα, κλάδου ή λογαριασμού ασφαλίσεων που λειτουργεί με τη μορφή ΝΠΔΔ.

Κατ' εξαίρεση, τα επικουρικά ταμεία, κλάδοι, λογαριασμοί ασφάλισης μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ, ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας ή νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (17-10-1990), εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σε αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του ΙΚΑ- ΤΕΑΜ".

Ακόμη, με το ν. 1902/1990 "Ρύθμιση συνταξιοδοτικών και άλλων συναφών θεμάτων" (Α 138) και ειδικότερα με το άρθρο 10 παρ.1 αυτού με τίτλο άρθρου "Συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία Συντάξεων", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 38 του ν. 1914/1990 (Α` 178) και αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 ( Α 184) ορίζεται ότι "στο παρόν άρθρο υπάγονται οι ασφαλισμένοι για κύρια ή επικουρική σύνταξη στα Ειδικά Ταμεία Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.

του Τ.Σ.Π. - Η.Σ.Α.Π. και στη Διεύθυνση Ασφαλίσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. Ως επικουρικά ταμεία για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται τα επικουρικά ταμεία ή κλάδοι ή λογαριασμοί, που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές, υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφ` όσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων", με την παρ.1 του άρθρου 11 του ως άνω νόμου με τίτλο άρθρου "ασφαλιστικές εισφορές Ειδικών Ταμείων" ορίζεται ότι "Από 1.1.1996 το ασφάλιστρο που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι στα ταμεία κύριας ασφάλισης μισθωτών του άρθρου 10 δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 7,5%.

Αν κατά την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου αυτό είναι μικρότερο, αυξάνεται προοδευτικά το λιγότερο κατά μία εκατοστιαία μονάδα ανά έτος, προκειμένου να φθάσει σε 7,5%" και με την παρ.2 του ιδίου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του δευτέρου εδαφίου της με την παρ.1 του άρθρου 10 του ν. 1976/1991 ορίζεται ότι "Τυχόν καταβολή από τον εργοδότη εισφοράς ασφαλισμένου με οποιαδήποτε μορφή και οποιονδήποτε τρόπο (καταβολή υπό του ιδίου αντί αυξήσεως μισθού, επιδότηση ασφαλισμένου κ.λπ.) μειώνεται προοδευτικά κατά το ποσοστό που αυξάνεται η καταβαλλόμενη από τον ασφαλισμένο εισφορά.

Ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί και αποδίδει από τις αποδοχές των ασφαλισμένων το ασφάλιστρο της παρ 1 αυτού του άρθρου, καθώς επίσης και να καλύπτει τα τυχόν προκύπτοντα σε κάθε οικονομική χρήση ή κατά τη διάρκεια χρήσης ελλείμματα του αντίστοιχου φορέα....". Εξάλλου, με το ήδη αναφερθέν άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 "Αναμόρφωση της Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις" (Α 165), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου του με το άρθρο 11 παρ.1 του ν. 2227/1994 (Α 129), ορίζεται ότι " Στον παρόντα νόμο οι παρακάτω όροι σημαίνουν αντίστοιχα: 1. [...]. 2. [...]. 3. [...]. 4.

Φορείς κοινωνικής ασφάλισης: Όλα τα ασφαλιστικά Ταμεία και οργανισμοί που λειτουργούν με τη μορφή Ν.Π.Δ.Δ. και υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επίσης φορείς ασφάλισης νοούνται τα Ταμεία ή Κλάδοι ή Λογαριασμοί, που λειτουργούν με την μορφή ν.π.ι.δ., οι υπηρεσίες και κάθε άλλος φορέας ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπο συντάξεων (κύριες και επικουρικές), βοηθημάτων ή μερισμάτων ή παροχές ασθένειας ή Εφάπαξ βοηθήματα εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος.

Με το άρθρο 46 παρ.1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Από 1.1.1993 το ποσοστό εισφοράς εργοδότη στα ειδικά ταμεία κύριας ασφάλισης του προσωπικού των Τραπεζών Αγροτικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Εθνικής, Ε.Τ.Β.Α., Ιονικής - Λαϊκής, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. και του Τ.Σ.Π.Η.Σ.Α.Π. καθορίζεται σε 22%. Μεγαλύτερα ποσοστά προβλεπόμενα από τις καταστατικές διατάξεις των παραπάνω ταμείων για τον εργοδότη εξακολουθούν να ισχύουν.

Το ποσοστό εισφοράς των ασφαλισμένων στα παραπάνω Ταμεία ορίζεται από 1.1.1995 σε 11%" και με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Με επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου και της παρ. 2 από 1.1.1993 οι εργοδότες των ασφαλισμένων των Ειδικών Ταμείων κύριας ασφάλισης του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 θα καλύπτουν τα ετήσια οργανικά ελλείμματα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 1902/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1976/1991, που τυχόν θα προκύψουν και μέχρι ποσού, που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του 1992" και με το άρθρο 52 με τίτλο άρθρου "Επικουρική Ασφάλιση" ορίζεται στην παρ.1 ότι "Το ποσοστό εισφοράς στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών δεν μπορεί να είναι, για τον ασφαλισμένο, κατώτερο του 3% επί των αποδοχών αυτού, που υπόκεινται σε εισφορές σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις κάθε φορά και του 3% για τον εργοδότη.

Μικρότερα ποσοστά αναπροσαρμόζονται σταδιακά από 1-1-1993 σε τρία έτη" και στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Από 1-1-1995 η σχέση εισφοράς ασφαλισμένου προς την εισφορά εργοδότη στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών, στους οποίους προβλέπεται εισφορά εργοδότη ορίζεται σε 1 προς 1.

Η παραπάνω σχέση δεν ισχύει για τους φορείς Επικουρικής Ασφάλισης, οι οποίοι χορηγούν σύνταξη σε υποκατάσταση κύριας ασφάλισης. Αν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα σύμφωνα με τις καταστατικές ή άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992".

Από την τελευταία ως άνω διάταξη προκύπτει ότι οι εργοδότες των ασφαλισμένων σε φορείς επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής των φορέων αυτών, που κάλυπταν τα οργανικά ελλείμματα αυτών σύμφωνα με διατάξεις των καταστατικών τους ή και με άλλες διατάξεις, η κάλυψη αυτή από 1.1.1995 και εφεξής γίνεται μέχρι του ποσού που δεν θα υπερβαίνει το ποσό που (τυχόν) καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2992/2002, ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση του εσωτερικού νομοθέτη προς τον Κανονισμό 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 19-7-2002 "Για την Εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων" και σύμφωνα με τον Κανονισμό 1725/2003 της Επιτροπής της 19-9-2003 "Για την υιοθέτηση ορισμένων Διεθνών Λογιστικών Προτύπων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου", οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών επιχειρήσεις, όπως είναι και οι τράπεζες, υποχρεώθηκαν από την 1-1-2005 (ΥΑ 53705/994/2003, ΦΕΚ Β` 1129/2003) να εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (ΔΛΠ), μεταξύ των οποίων το ΔΛΠ αρ.19, που επιβάλλει την ακριβή λογιστική αποτύπωση όλων των παροχών του εργοδότη προς το προσωπικό του (ημερομίσθια, μισθούς, εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων, μελλοντικά προγράμματα παροχών μετά την απασχόληση κλπ), ακόμη και των μη ληξιπροθέσμων.

Ειδικότερα, στις παραγράφους 4, 5 και 6 εδαφ. α' και β' του Διεθνούς Λογιστικού Προτύπου (ΔΛΠ) 19, που φέρει τον τίτλο "Παροχές σε εργαζόμενους" του ως άνω Κανονισμού 1725/2003 ορίζεται ότι: "4. Προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία ταξινομούνται είτε ως προγράμματα καθορισμένων εισφορών είτε ως προγράμματα καθορισμένων παροχών.

Το Πρότυπο παρέχει συγκεκριμένες οδηγίες για την ταξινόμηση των προγραμμάτων πολλών εργοδοτών, κρατικών προγραμμάτων και των προγραμμάτων με ασφαλιστικές παροχές. 5. Σύμφωνα με τα προγράμματα καθορισμένων εισφορών, η επιχείρηση καταβάλει σταθερές εισφορές σε μια ξεχωριστή οικονομική μονάδα (Ταμείο) και δε θα έχει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλει περαιτέρω εισφορές, αν το Ταμείο δεν κατέχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία για να πληρώσει όλες τις παροχές σε εργαζόμενους που αφορούν σε υπηρεσία εργαζομένου στην τρέχουσα και σε προηγούμενες περιόδους.

Το Πρότυπο απαιτεί η επιχείρηση να καταχωρεί εισφορές σε ένα πρόγραμμα καθορισμένων εισφορών, όταν ένας εργαζόμενος έχει παράσχει υπηρεσία με αντάλλαγμα αυτές τις εισφορές. 6. Όλα τα λοιπά προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία είναι προγράμματα καθορισμένων παροχών. Τα προγράμματα καθορισμένων παροχών μπορεί να είναι μη χρηματοδοτούμενα ή μπορεί να είναι ολικά ή εν μέρει χρηματοδοτούμενα [....]".

Από τις ως άνω διατάξεις του ΔΛΠ 19 του Κανονισμού 1725/2003 συνάγεται ότι δίδεται μόνο ο ορισμός των προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών, ενώ τα προγράμματα καθορισμένων παροχών ορίζονται εξ αντιδιαστολής, καθώς προβλέπεται ότι στην έννοια αυτή εντάσσονται όλα τα υπόλοιπα προγράμματα, που δεν θεωρούνται προγράμματα καθορισμένων εισφορών.

Οι ίδιοι ως άνω ορισμοί επαναλαμβάνονται και στην παράγραφο 7 του ΔΛΠ 19 του Κανονισμού. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον κατά τον Κανονισμό 1725/2003 ορισμό των προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών, όταν πρόκειται περί προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών συνταξιοδοτικών οργανισμών τράπεζας, η υποχρέωση της τελευταίας, όσον αφορά τις παροχές στους εργαζομένους μετά τη συνταξιοδότησή τους, περιορίζεται στο ποσό και μόνο που συνεισφέρει στο ασφαλιστικό ταμείο που χορηγεί τις σχετικές παροχές, ήτοι συνήθως στο ποσοστό επί των μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου, το οποίο αποτελεί την εισφορά του εργοδότη.

Το ποσό δε των παροχών, που λαμβάνεται από τον εργαζόμενο μετά την έξοδο από την υπηρεσία, προσδιορίζεται από το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται από την Τράπεζα- εργοδότη και τον εργαζόμενο, καθώς και από την απόδοση των επενδύσεων που επιχειρεί ο ασφαλιστικός φορέας. Ενόψει του ότι επί προγράμματος καθορισμένων εισφορών η υποχρέωση των τραπεζών εξαντλείται στην καταβολή των εργοδοτικών εισφορών, αφού προϋποτίθεται για τον χαρακτηρισμό ενός προγράμματος ως καθορισμένων εισφορών ότι οι τράπεζες δεν έχουν αναλάβει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι δεν έχουν αναλάβει υποχρέωση κάλυψης ελλειμμάτων, ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος, ο σχετικός με την επάρκεια των περιουσιακών στοιχείων του προγράμματος για την κάλυψη των αναμενόμενων παροχών βαρύνει τον εργαζόμενο.

Αντιθέτως, επί προγραμμάτων καθορισμένων παροχών, τα οποία εξ αντιδιαστολής προϋποθέτουν ότι οι τράπεζες έχουν αναλάβει την νόμιμη ή την τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι έχουν αναλάβει την υποχρέωση κάλυψης των τυχόν ελλειμμάτων των εν λόγω προγραμμάτων, ο αντίστοιχος κίνδυνος βαρύνει τις ίδιες τις τράπεζες.

Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα προεκτέθηκαν πέραν των λογιστικής και εν γένει οικονομικής φύσης διαφορών των δύο προγραμμάτων (καθορισμένων εισφορών και καθορισμένων παροχών), ιδίως αναφορικά και με τις επιπτώσεις τους στην οικονομική θέση των τραπεζών, κύρια διαφορά τους, η οποία σηματοδοτεί και την ένταξη ενός προγράμματος στην αντίστοιχη κατηγορία, συνιστά η ύπαρξη ή μη δέσμευσης των τραπεζών για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους.

Συνεπώς, πρόγραμμα καθορισμένων παροχών, στο πλαίσιο του οποίου ο αναλογιστικός και ο επενδυτικός κίνδυνος βαρύνει τις τράπεζες, μπορεί να νοηθεί, κατά λογική αναγκαιότητα, μόνον εφόσον, μεταξύ άλλων, οι τράπεζες έχουν αναλάβει, έστω και τεκμαιρόμενα, τη δέσμευση να συνεισφέρουν οποιοδήποτε ποσό για την κάλυψη των δαπανών από τις συμφωνηθείσες παροχές.

Ακολούθως, με την εφαρμογή των ανωτέρω λογιστικών προτύπων και ιδίως εκείνου του ΔΛΠ αρ. 19, τα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992, που με βάση ιδιωτικές συμφωνίες είχαν αναλάβει στο διηνεκές τη δέσμευση να καλύπτουν τα ελλείμματα των ταμείων επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού τους για την καταβολή συντάξεων, οφείλουν να αναγράφουν στους ισολογισμούς τους τις υποχρεώσεις αυτές σαν υποχρεώσεις προς οποιαδήποτε ιδιωτική ασφάλιση, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να εμφανίζουν μεγαλύτερο παθητικό και χαμηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας.

Το αποτέλεσμα αυτό δεν θα υπήρχε, αν το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων ασφαλιζόταν και για τις επικουρικές παροχές (πολύ περισσότερο γι` αυτές που μέχρι τότε καταβάλλονταν στο πλαίσιο προγραμμάτων προκαθορισμένων παροχών) σε κρατικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης, διότι τότε οι σχετικές υποχρεώσεις θα αντιμετωπίζονταν ως υποχρεώσεις του αρμόδιου κρατικού φορέα και, κατ` επέκταση, του κοινωνικού συνόλου, αλλά όχι των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα περιορίζονταν στις εργοδοτικές εισφορές (όπως συμβαίνει στα ασφαλιστικά προγράμματα προκαθορισμένων εισφορών) και θα απαλλάσσονταν από την κάλυψη των ελλειμμάτων.

Προκειμένου να αποσοβηθούν οι κίνδυνοι, τους οποίους τα πιστωτικά ιδρύματα θα αντιμετώπιζαν ως προς την περαιτέρω λειτουργία τους από την εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και την εξ αυτής λογιστική μείωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας και, παράλληλα, προκειμένου να ενοποιηθεί η κρατική μέριμνα στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, με το ν. 3371/2005 "Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις", επεκτάθηκε το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Οι σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Η' του νόμου αυτού (άρθρα 57 έως 64), σύμφωνα με τις οποίες, το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, ως προς την κυρία ασφάλιση υπήχθη στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) (άρθρο 57), ενώ ως προς την επικουρική ασφάλιση προβλέφθηκε η υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή όλων των προσλαμβανομένων στα πιστωτικά ιδρύματα από 1.1.2005 στο Ενιαίο Ταμείο Επικούρησης Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ) (άρθρο 58).

Ως προς τους ήδη ασφαλισμένους και συνταξιούχους των ταμείων επικουρικής ασφάλισης των πιστωτικών ιδρυμάτων προβλέφθηκε, επίσης, η υπαγωγή στην υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ, συντελούμενη, όμως, μετά τη διάλυση των ήδη υφισταμένων ταμείων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 58).

Για την αντιμετώπιση, κυρίως, ζητημάτων μεταβατικής φύσεως, ιδρύθηκε το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ) (άρθρο 60), στην ασφάλιση του οποίου ορίσθηκε ότι υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που εργάζονται στα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992 και ασφαλίζονται για επικουρική ασφάλιση στα οικεία ταμεία ασφάλισης του προσωπικού τους, μετά τη διάλυσή τους σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 62).

Περαιτέρω, με το άρθρο 35 του ν. 4052/2012 (Α' 41) συστάθηκε ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης" (Ε.Τ.Ε.Α.), υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, με σκοπό την "παροχή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό, δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, στις τράπεζες και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους", εντάχθηκε δε στο εν λόγω Ταμείο, με το άρθρο 36 του νόμου αυτού, μεταξύ άλλων, το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (Ε.Τ.Α.Τ.) ως προς την επικουρική ασφάλιση.

Το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (Ε.Τ.Ε.Α.) με το άρθρο 74 του ν. 4387/2016, (Α 85) με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 35 του προαναφερθέντος ν. 4052/2012, μετονομάσθηκε σε "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών" (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.). Από τις ως άνω παρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις προκύπτει ότι με τις εν λόγω ρυθμίσεις ο νομοθέτης απέβλεψε, προεχόντως, στην επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης και στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 22 παρ.5 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτως ώστε η επιβαλλόμενη από αυτές κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων να μην υπολείπεται εκείνης για την κοινωνική ασφάλιση των λοιπών εργαζομένων (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019, ΟλΣτΕ 2197 έως 2202/2010).

Ειδικότερα από το συνδυασμό όλων των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου κανόνων προκύπτει ότι: α) υπό το αρχικό νομοθετικό καθεστώς ήταν δυνατόν να συσταθεί νομίμως με ιδιωτική συμφωνία και ειδικότερα με συλλογική σύμβαση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, λογαριασμός που έχει τη μορφή της συγκέντρωσης περιουσίας και λειτουργεί εφεξής ως ασφαλιστικός οργανισμός με αντικείμενο τη χορήγηση περιοδικών συνταξιοδοτικών παροχών σε πρώην εργαζομένους, β) ο λογαριασμός αυτός, αν και στερείται νομικής προσωπικότητας, είναι ομόλογος των ασφαλιστικών ταμείων που συνιστούν νομικά πρόσωπα και λειτουργεί κατά όμοιο με αυτά τρόπο, δεδομένου ότι με τις παρατιθέμενες διατάξεις ο νομοθέτης, υιοθετώντας το λειτουργικό κριτήριο, περιλαμβάνει στις ρυθμίσεις τους όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, χωρίς να απαιτεί αυτοί να έχουν συγκεκριμένη νομική μορφή για τη σύννομη λειτουργία τους, γ) υπό την έννοια αυτή, αν και ο λογαριασμός στερείται νομικής προσωπικότητας, διακρίνεται από το πρόσωπο του εργοδότη και λειτουργεί αυτόνομα, δ) τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη λειτουργία του λογαριασμού, καθώς και η χρηματοδότησή του με εργοδοτικές εισφορές και εισφορές των υπαλλήλων ρυθμίζονται από τον κανονισμό λειτουργίας του, κατά το μέτρο που αυτός δεν αντίκειται στις προαναφερθείσες νομοθετικές ρυθμίσεις και ε) το εύρος της χρηματοδότησης του συγκεκριμένου λογαριασμού υπάγεται στη ρυθμιστική εμβέλεια του ν. 2084/1992 και ειδικότερα του τρίτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 52 αυτού, το οποίο, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με τις εκτεθείσες διατάξεις των ν. 2076/1992 και 3371/2005 και την πρόθεση του νομοθέτη να θέσει όριο στην επιχορήγηση των ασφαλιστικών ταμείων από τα πιστωτικά ιδρύματα για να προστατεύσει την κεφαλαιακή επάρκεια των τελευταίων, συνιστά διάταξη αναγκαστικού δικαίου, ανεξαρτήτως της μορφής που λαμβάνει η επιχορήγηση και ειδικότερα αν γίνεται μέσω καταστατικής ή άλλης ειδικής πρόβλεψης ή οικειοθελώς από το πιστωτικό ίδρυμα.

Εξάλλου όσον αφορά το προσωπικό των Τραπεζών το έτος 1949 είχε συσταθεί από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας των Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και από το Ταμείο Αλληλοβοηθείας Εισπρακτόρων και Κλητήρων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ο Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Τραπεζών Εθνικής και Εθνικής Κτηματικής ως έντοκος κοινός ειδικός λογαριασμός και ο Κανονισμός του, ο οποίος εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας, τέθηκε σε ισχύ από 1.10.1949.

Μετά από τις γενόμενες κατά το παρελθόν τροποποιήσεις του, ο Κανονισμός φέρει ήδη τον τίτλο "Ειδικός Κανονισμός Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος", ο δε παραπάνω Λογαριασμός τιτλοφορείται "Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" [ΛΕΠΕΤΕ] (άρθρο 1 παρ. 1 του Κανονισμού) και σκοπός του είναι η παροχή μηνιαίας επικούρησης στο εξελθόν και εξερχόμενο προσωπικό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ), το προερχόμενο από αμφότερες τις Τράπεζες Εθνική και Αθηνών, που συγχωνεύθηκαν το έτος 1953 σε μία τράπεζα υπό τον τίτλο "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και τα άλλα πρόσωπα που καθορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 2 του Κανονισμού (ΑΠ 929/2023, ΟλΣτΕ 431-436/2022).

Με τον ως άνω Κανονισμό προβλέπονται μεταξύ των άλλων τα εξής : Η διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του ειδικού λογαριασμού ανήκει σε Διαχειριστική Επιτροπή, η οποία απαρτίζεται από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Εθνικής Τράπεζας (ΕΤΕ), ως Πρόεδρο, δύο υπαλλήλους της ΕΤΕ με βαθμό τουλάχιστον Υποδιευθυντή Β', οι οποίοι ορίζονται από τη διοίκηση της ΕΤΕ, τους προέδρους των Διοικητικών Συμβουλίων (Δ.Σ.) του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε. (Ταμείο Υγείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος), του Συλλόγου Υπαλλήλων ΕΤΕ και του Συλλόγου Εργαζομένων στην ΕΤΕ Ταμιακών-Τεχνικών και κλάδου Ασφαλείας (ΣΥΤΑΤΕ), από ένα μέλος του Δ.Σ.

του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε. και τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Συλλόγου των Συνταξιούχων ΕΤΕ (άρθρο 2 παρ. 1). Η Διαχειριστική Επιτροπή, μεταξύ άλλων, μεριμνά για την επωφελέστερη τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων του λογαριασμού, μεριμνά και ελέγχει την κανονική είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού, όπως και των ενεργούμενων καταβολών και αποφασίζει κυριαρχικά περί του ποσού της εκάστοτε καταβλητέας στους δικαιούχους επικούρησης, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του ειδικού λογαριασμού, η δε απόφασή της αυτή ισχύει καθολικώς για όλους τους επικουρουμένους (άρθρο 2 παρ. 2).

Πόροι του ΛΕΠΕΤΕ είναι οι εισφορές των μισθωτών της ΕΤΕ 3,5% επί των πάσης φύσεως αποδοχών αυτών, εργοδοτική εισφορά 9% επί των αυτών ποσών που υπολογίζεται η εισφορά των μισθωτών, εισφορά γάμου και εισφορά για την απόκτηση τέκνου εργοδότη και εργαζομένου, ποσό από τις προμήθειες για ασφαλιστικές εργασίες, οι τόκοι των κεφαλαίων του ειδικού λογαριασμού και οι πρόσοδοι από την επένδυση αυτών, οι πρόσοδοι από την εκποίηση άχρηστου για την Τράπεζα υλικού και κάθε άλλη πρόσοδος από δωρεά κ.λ.π. (άρθρο 5).

Περαιτέρω, στο άρθρο 9, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του ως άνω άρθρου με την 241η Συνεδρίαση της Διαχειριστικής Επιτροπής του ως άνω Λογαριασμού, που εγκρίθηκε με το με αριθμό … πρακτικό του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, καθορίζονταν οι παροχές σε ποσοστό επί των συντάξιμων αποδοχών, αυξανόμενο ή μειούμενο κατά την κυριαρχική κρίση της Διαχειριστικής Επιτροπής, βάσει των εσόδων και των οικονομικών δυνατοτήτων του Λογαριασμού και με έγκριση του Δ.Σ.

της Τραπέζης, ενώ μετά την ως άνω τροποποίηση καθορίζονται οι παροχές σε ποσοστό επί των συντάξιμων αποδοχών, πλέον οικογενειακών επιδομάτων (παρ.2), ορίζεται ότι το κατώτατο όριο καταβλητέας επικούρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια των παροχών ΙΚΑ-ΕΤΕΑΜ για τις περιπτώσεις γήρατος ή θανάτου (παρ. 8) και ορίζεται ότι με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της Τράπεζας η Διαχειριστική Επιτροπή αποφασίζει ανάλογη αναπροσαρμογή των επικουρήσεων με βάση τα απολογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσης και τα προϋπολογιστικά στοιχεία της τρέχουσας, σε περίπτωση δε που κρίνει, βάσει των παραπάνω στοιχείων, ότι η οικονομική κατάσταση του λογαριασμού δεν το επιτρέπει, μπορεί να αποφασίζει την αναστολή της αναπροσαρμογής για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή των επικουρήσεων ή την αναπροσαρμογή τους σε μικρότερο ποσοστό (παρ. 9).

Εξάλλου, με το εικοστό τέταρτο άρθρο του ν. 4618/2019 (Α' 89/10.6.2019) ορίσθηκαν στις παρ.1 εδαφ. α και 2 τα εξής "1. Από 1.1.2019 το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ) αναλαμβάνει την καταβολή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης στους δικαιούχους έως την έναρξη ισχύος του παρόντος σύνταξης του Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΛΕΠΕΤΕ) και του Ειδικού Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος - Πρώην Προσωπικού Εθνικής Ακινήτων Α.Ε. (ΕΛΕΠΕΤΕ - Π.Π.

ΕΘΝΑΚ).... 2. Από 1.1.2019 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) καταβάλλει στο ΕΤΕΑΕΠ τις αναλογούσες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εισφορές επικουρικής ασφάλισης για το σύνολο των ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ και του ΕΛΕΠΕΤΕ - Π.Π. ΕΘΝΑΚ, πλέον συμπληρωματικής ασφαλιστικής εισφοράς, η οποία για τα έτη 2019 έως 2023 ανέρχεται στο ποσό των 40 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως [...]".

Με το άρθρο 63 του ν. 4680/2020 (Α 72/23.3.2020) αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του εικοστού τέταρτου άρθρου του ν. 4618/2019 και ορίσθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι στην ασφάλιση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ υπάγονται οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι ΛΕΠΕΤΕ (παρ.1), ότι η επικουρική σύνταξη, ως καθορίζεται με τις παραγράφους 2 και 5, καταβάλλεται στους μεν συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ από 1.3.2018 και ότι ποσά συντάξεων που έχουν ήδη καταβληθεί κατ' εφαρμογή του ως άνω άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του, εξαντλούν την υποχρέωση του ΕΤΕΑΕΠ για το χρονικό διάστημα για το οποίο έχουν καταβληθεί (παρ. 4), ότι οι ασφαλισμένοι του ΛΕΠΕΤΕ από 1.1.2019 καθίστανται ασφαλισμένοι του ΕΤΕΑΕΠ και διέπονται ως προς τις εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη, τον χρόνο ασφάλισης, τις προϋποθέσεις θεμελίωσης δικαιώματος σε σύνταξη και κάθε άλλο θέμα που αφορά στην ασφάλιση και στις παροχές από τις διατάξεις της νομοθεσίας του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ (παρ. 7), ότι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) καταβάλλει στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ για τα έτη 2018 έως 2032 επιπρόσθετη ασφαλιστική εισφορά, η οποία ανέρχεται κατ' έτος σε ποσοστό 12% επί των μεικτών αποδοχών των απασχολούμενων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στην ΕΤΕ στις 31 Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους και ότι με τις ως άνω εισφορές εξαντλείται η υποχρέωση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος έναντι του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ που προκύπτει από την οικονομική επιβάρυνση του τελευταίου με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, καθώς και οιουδήποτε άλλου τρίτου (παρ. 8).

Με τις ως άνω διατάξεις ο νομοθέτης ενέταξε οριστικά τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ στον δημόσιο φορέα επικουρικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις κατά τα ανωτέρω επιταγές του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, και προσδιόρισε τους ειδικότερους όρους της ιδρυθείσας κοινωνικοασφαλιστικής σχέσης δημοσίου δικαίου μεταξύ των ανωτέρω και του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α (ΑΠ 929/2023).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.

Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 176/2018, ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 832/2009).

Για να είναι, όμως, ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται μεταξύ άλλων η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 763/2018) και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και στην περίπτωση που το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 718/2020, ΑΠ 1262/2019).

Ειδικότερα δε όταν πρόκειται για παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 179 και 200 ΑΚ, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα, προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, διαφορετικά είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 1212/2008, ΑΠ 2197/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ότι ο ΛΕΠΕΤΕ είναι φορέας κοινωνικής ασφάλισης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 361 ΑΚ, τις διατάξεις του ν. 2084/1992, όπως εκείνη του άρθρου 52 παρ. 2, τα άρθρα 5 παρ. 1 και 22 του Συντάγματος και παράλληλα παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ όσον αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων της συμφωνίας σύστασης του ΛΕΠΕΤΕ, των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους και του Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ.

Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, που αναφέρεται στην παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 179 και 200 ΑΚ, είναι αόριστος, διότι δεν αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων κατά την κατάρτιση της συμφωνίας σύστασης του ΛΕΠΕΤΕ, των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα και του Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, όπως ήδη αναπτύχθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο Λογαριασμός Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΛΕΠΕΤΕ), ο οποίος συστάθηκε το έτος 1949 με ιδιωτική βούληση των αναφερθέντων στην προηγηθείσα νομική σκέψη Ταμείων Αλληλοβοήθειας των υπαλλήλων αφενός και των εισπρακτόρων και κλητήρων αφετέρου της αναιρεσίβλητης τράπεζας στα πλαίσια του άρθρου 361 ΑΚ ως ειδικός λογαριασμός με σκοπό τη συγκέντρωση περιουσίας για παροχή μηνιαίας επικούρησης στο συνταξιοδοτούμενο προσωπικό της αναιρεσίβλητης και ο Κανονισμός του οποίου εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, αποτελεί ιδιωτικής φύσεως φορέα επικουρικής ασφάλισης, ομόλογος με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς λόγω του υποχρεωτικού και καθολικού χαρακτήρα της ασφάλισης του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, του σκοπού του, που συνίσταται στην καταβολή μηνιαίας επικούρησης στους ασφαλισμένους του μετά τη συνταξιοδότησή τους και της χρηματοδότησής του με εισφορές της αναιρεσίβλητης ως εργοδότριας και των εργαζομένων της (ΟλΑΠ 9/2012, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/3019, ΑΠ 1330/2018).

Επομένως, ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι ο ΛΕΠΕΤΕ εμπίπτει στους φορείς ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος και 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 και τέλος ορθά δεν εφάρμοσε την παρ. 2 του άρθρου 52 του ίδιου νόμου (δηλαδή του ν. 2084/1992), διότι, όπως ήδη εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, προϋπόθεση εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι η έκδοση υπουργικής απόφασης μετά από γνώμη της Διαχειριστικής Επιτροπής του ΛΕΠΕΤΕ, η οποία (υπουργική απόφαση) ουδέποτε εκδόθηκε.

Επομένως, ο δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογία ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 809/2022, ΑΠ 308/2020) δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 182/2023, ΑΠ 1545/2022).

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή ως μη νόμιμη (ΑΠ 1201/2022, ΑΠ 109/2022, ΑΠ 896/2021). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης καθώς και οι λόγοι της έφεσης, κύριοι και πρόσθετοι, που συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή οι αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014).

Ο από τον ως άνω αριθμό λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όμως, εάν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991), έστω και εάν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 54/2017, ΑΠ 1434/2010).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αρχικά αναπτύσσουν τους ακόλουθους αγωγικούς τους ισχυρισμούς: Ότι η σύσταση του ΛΕΠΕΤΕ, οι καταβαλλόμενες εκ μέρους της αναιρεσίβλητης τράπεζας εισφορές και η από το έτος 2007 μέχρι και το Νοέμβριο του 2017 χρηματοδότηση του ΛΕΠΕΤΕ από την ίδια εντάσσονται στο πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων της με αυτή, Ότι η χορηγούμενη από τον ΛΕΠΕΤΕ μηνιαία επικούρηση στους ασφαλισμένους του μετά τη σύνταξή τους συνιστά μισθολογική παροχή και ειδικότερα παροχή με μετεργασιακό χαρακτήρα εκ μέρους της αναιρεσίβλητης προς τους εργαζομένους της, η οποία συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων μεταξύ της εργοδότριας τράπεζας και των εργαζομένων της.

Ότι η αρχική αυτή συμφωνία του έτους 1949 ενσωματωνόταν στην πράξη στις ατομικές συμβάσεις εργασίας που συνήπτε η τράπεζα έκτοτε. Ότι η σχετική αξίωση των εργαζόμενων γεννάται μετά τη συνταξιοδότησή τους και βασίζεται στο αντίστοιχο δικαίωμα προσδοκίας περιουσιακής φύσεως που θεμελιώνεται στην εν λόγω συμφωνία.

Ότι ο καταστατικός σκοπός του ΛΕΠΕΤΕ επιτυγχανόταν πλήρως και αδιαλείπτως επί 68 συναπτά έτη, καθότι η αναιρεσίβλητη ως εργοδότρια εκπλήρωνε τις απορρέουσες από τις ανωτέρω συμφωνίες (συλλογική και ατομικές) με τους εργαζομένους της υποχρεώσεις και κατά το διάστημα των εν λόγω δεκαετιών η αναιρεσίβλητη κάλυπτε τις εκάστοτε οικονομικές ανάγκες του Λογαριασμού καταβάλλοντας τις προβλεπόμενες εισφορές της, ενώ παράλληλα από το έτος 2007 οπότε εμφανίσθηκαν το πρώτον ελλείμματα σε αυτόν από υπαιτιότητά της εξαιτίας των επιβαρύνσεων του ΛΕΠΕΤΕ από τα αλλεπάλληλα προγράμματα τα οποία η αναιρεσίβλητη εφήρμοσε στη χρονική περίοδο των ετών 2000 έως 2016 για την εθελούσια έξοδο του προσωπικού της και από την υπαγωγή των υπαλλήλων της που προσλαμβάνονται μετά την 1.1.2005 στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, κάλυπτε με χρηματικές της καταβολές και τα ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ.

Στη συνέχεια αιτιώνται, ότι ενόψει των ισχυρισμών τους αυτών, το Εφετείο με τις περί του αντιθέτου κρίσεις του, σύμφωνα με τις οποίες δεν γεννάται αξίωση των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης τράπεζας για τη συνέχιση καταβολής των επικουρήσεών τους, ούτε θεμελιώνεται ευθύνη αυτής για την κάλυψη των ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ, παραβίασε ευθέως το νόμο καθώς και τους ερμηνευτικούς κανόνες (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) των επιδίκων δικαιοπραξιών (συμφωνία σύστασης του ΛΕΠΕΤΕ, ατομικές συμβάσεις εργασίας και Κανονισμός του ΛΕΠΕΤΕ" και έτσι υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Επιπλέον με τον ίδιο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ανωτέρω αγωγικούς τους ισχυρισμούς περί της θεμελίωσης επιχειρησιακής συνήθειας για την κάλυψη από την εργοδότριά τους -αναιρεσίβλητη των ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ και απόδοσης στους αναιρεσείοντες -δικαιούχους πλήρους επικούρησης και β) την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι δεν προκύπτει από το περιεχόμενό της ο λόγος απόρριψης του ως άνω ισχυρισμού τους περί θεμελίωσης της ένδικης επιχειρησιακής συνήθειας.

Ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος στο σύνολό του καθότι: α) Κατά το πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος αυτού είναι αόριστος, διότι δεν καθορίζονται ενάριθμα οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν από το Εφετείο με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, άλλως με την εσφαλμένη μη εφαρμογή τους.

β) Κατά το δεύτερο, επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος αυτού ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι επίσης αόριστος, διότι και στον συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο δεν αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων κατά την κατάρτιση της συμφωνίας σύστασης του ΛΕΠΕΤΕ, των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα και του Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες.

γ) Το τρίτο σκέλος αυτού, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, καθώς δεν έλαβε υπόψη του τους διαλαμβανόμενους στην ένδικη αγωγή ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, τους οποίες επανέλαβαν και με τις δευτεροβάθμιες προτάσεις τους και οι οποίοι αναφέρονταν στη θεμελίωση επιχειρησιακής συνήθειας για την κάλυψη από την εργοδότριά τους -αναιρεσίβλητη των ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ και της απόδοσης σε αυτούς ως δικαιούχους την πλήρους επικούρησης, είναι αβάσιμο, διότι με τις εκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο απάντησε και απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και δ) Το τέταρτο σκέλος του ίδιου ως άνω τρίτου αναιρετικού λόγου, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με την απόρριψη του ισχυρισμού τους περί θεμελίωσης της ένδικης επιχειρησιακής συνήθειας είναι απαράδεκτο, καθότι ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη αιτιολογίας αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι οι ακόλουθες παραδοχές (αιτιολογίες της) : α) Ότι ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί φορέα επικουρικής ιδιωτικής ασφάλισης και μετά την έκδοση του ν. 3371/2005 επήλθε υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή των νεοπροσλαμβανόμενων υπαλλήλων από 1.1.2005 και εντεύθεν καθώς και των συνταξιούχων στην επικουρική ασφάλιση του δημοσίου δικαίου ασφαλιστικού φορέα ΕΤΕΑΜ, ακόμη και πριν από τη διάλυση του ως άνω ιδιωτικής φύσεως φορέα ιδιωτικής ασφάλισης, β) ότι οι διατάξεις του ν. 3371/2005 (άρθρα 57 - 64 ) είναι αναγκαστικού δικαίου και υπερισχύουν των όρων των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και γ) ότι δεν γεννάται συνεπώς αξίωση των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ να ζητήσουν ευθέως από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) εργοδότριά τους τις παροχές επικούρησης, ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη της να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή της αφορά την καταβολή της εισφοράς της και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών τους είναι αντιφατικές και προδήλως ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ήτοι στο ζήτημα εάν θεμελιώνεται μετεργασιακό δικαίωμα των αναιρεσειόντων και εάν υφίσταται εγγυητική ευθύνη της αναιρεσίβλητης για την κάλυψη των ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ).

Έχοντας το ως άνω περιεχόμενο ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι όπως ήδη εκτέθηκε, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και, συνεπώς, προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη αιτιολογίας αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι οι εκτεθείσες και στον τέταρτο λόγο αναίρεσης κρίσεις του Εφετείου είναι προδήλως ανεπαρκείς και αντιφατικές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθότι εάν οι κρίσεις αυτές δεν υπήρχαν, θα απορριπτόταν η έφεση της εναγομένης και θα γινόταν δεκτή η - αντίθετη - έφεση των εναγόντων.

Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν και στους ως άνω τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης είναι απαράδεκτο, διότι ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση, που το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή κατά το μέρος της που είχε κριθεί νομικά και ουσιαστικά βάσιμη πρωτοδίκως.

Περαιτέρω, με το τρίτο (και τελευταίο) σκέλος του πέμπτου λόγου οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει υποπέσει στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθότι δεν έλαβε υπόψη της και δεν εξέτασε τον αγωγικό τους ισχυρισμό περί του ότι μετά την τροποποίηση του Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ, η εναγομένη ανέλαβε την εγγυητική ευθύνη κάλυψης των ελλειμμάτων του.

Το ως άνω τρίτο σκέλος του πέμπτου αναιρετικού λόγου αυτός είναι αβάσιμο, διότι από το ήδη εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ως άνω διαλαμβανόμενο στην ένδικη αγωγή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε. Τέλος, με το δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του πέμπτου αναιρετικού λόγου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι μετά την έκδοση του ν. 3371/2005 επήλθε υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή των συνταξιούχων, πρώην εργαζομένων της αναιρεσίβλητης, στους οποίους υπάγονται και οι αναιρεσείοντες, στην επικουρική ασφάλιση του δημοσίου δικαίου ασφαλιστικού φορέα ΕΤΕΑΜ ακόμη και πριν τη διάλυση του ιδιωτικής φύσεως φορέα επικουρικής ασφάλισης ΛΕΠΕΤΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 58 του ως άνω νόμου, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 57 - 64 του νόμου αυτού (δηλαδή του ν. 3371/2005).

Το ως άνω δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης είναι βάσιμο. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεχόμενο ότι "μετά την έκδοση του ν. 3371/2005 επήλθε υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή από 1.1.2005 των νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων καθώς και των συνταξιούχων, πρώην μισθωτών της αναιρεσίβλητης, στην επικουρική ασφάλιση του δημοσίου δικαίου ασφαλιστικού φορέα με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών" (ΕΤΕΑΜ), ακόμη και πριν τη διάλυση του ως άνω ιδιωτικής φύσεως φορέα ιδιωτικής ασφάλισης (ΛΕΠΕΤΕ)" εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 58 παρ. 1 περ.

α' του ν. 3371/2005, καθότι με τη διάταξη αυτή ορίζεται ότι υπάγονται υποχρεωτικά και αυτοδίκαια στην ασφάλιση του ασφαλιστικού Φορέα Ε.Τ.Ε.Α.Μ μόνο οι προσλαμβανόμενοι μισθωτοί από 1.1.2005 στα πιστωτικά ιδρύματα, ενώ οι συνταξιούχοι των ταμείων επικουρικής ασφάλισης προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων υπάγονται σε αυτά μόνο μετά τη διάλυσή του με τη διαδικασία που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 2 του ιδίου νόμου, δεδομένου δε ότι ως προς τον ΛΕΠΕΤΕ δεν κινήθηκαν διαδικασίες διάλυσής του, δεν μπορούσε να υποβληθεί αίτημα από την αναιρεσίβλητη ή από τους εργαζόμενους και συνταξιούχους αυτής για ένταξή τους στο ιδρυθέν με το άρθρο 60 του ιδίου νόμου "Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων" (ΕΤΑΜ).

Για το λόγο αυτό, άλλωστε, με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 4618/2019, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 63 του ν. 4680/2020, υπήχθησαν για πρώτη φορά στην ασφάλιση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του ΛΕΠΕΤΕ. Η ως άνω, όμως, προκύπτουσα πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης δεν επιδρά στο ορθό διατακτικό αυτής, με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η βάση της ένδικης αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει στον στους ενάγοντες τις καθοριζόμενες από τον Κανονισμό του ΛΕΠΕΤΕ μηνιαίες επικουρήσεις, δυνάμει συμβατικής ευθύνης και βάσει της διαμορφωθείσας στην επιχείρησή της μακροχρόνιας πρακτικής, και η οποία (αγωγική βάση) είχε κριθεί νομικά και ουσιαστικά βάσιμη πρωτοδίκως.

Ειδικότερα, από τις καταστατικές διατάξεις του ΛΕΠΕΤΕ, που αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν υφίσταται υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει ευθέως στους ενάγοντες- ασφαλισμένους του ΛΕΠΕΤΕ τη μηνιαία παροχή επικούρησης ή να καλύπτει τα ταμειακά ελλείμματα του ως άνω Λογαριασμού, προκειμένου να καταβάλλεται η μηνιαία παροχή επικούρησης στο διηνεκές και ως εκ τούτου δεν δημιουργήθηκε γενικός όρος εργασίας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης περί ανάληψης υποχρέωσης αυτής να καλύπτει τα ελλείμματα του Λογαριασμού η να καταβάλλει στους μισθωτούς της μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας τους λόγω συνταξοδότησης τη μηνιαία επικούρηση (επικουρική σύνταξη), που δικαιούνται από τον ΛΕΠΕΤΕ, σε περίπτωση μερικής ή ολικής αδυναμίας παροχής της από τον εν λόγω Λογαριασμό.

Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και αν στο Καταστατικό του ΛΕΠΕΤΕ υπήρχε πρόβλεψη κάλυψης των ελλειμμάτων του εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ως εργοδότριας του ασφαλισμένου στον ως άνω φορέα επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού της, με βάση την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 52 παρ. 2 εδαφ. γ του ν. 2084/1992, που, όπως προεκτέθηκε, ορίζει "Αν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα σύμφωνα με τις καταστατικές η άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992", η αναιρεσίβλητη ως εργοδότρια θα κάλυπτε τα οργανικά ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του Καταστατικού του ή με άλλη ειδική πρόβλεψη μόνο μέχρι του ποσού που δεν θα υπερέβαινε το ποσόν που τυχόν κατέβαλε για την ως άνω αιτία (δηλαδή την κάλυψη των οργανικών ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ) το έτος 1992, οι δε αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται με το δικόγραφο της αγωγής τους ότι η αναιρεσίβλητη προέβη σε κάλυψη ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ το έτος 1992, αλλά αντίθετα ισχυρίζονται ότι η αναιρεσίβλητη κάλυπτε τα ελλείμματα αυτά κατά τη δεκαετία των ετών 2007- 2017.

Επομένως, εφόσον η πλημμέλεια της ευθείας παράβασης του άρθρου 58 παρ. 1 περ. α του ν. 3371/2005 δεν επιδρά κατά νόμο στο ορθό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η προεκτεθείσα βάση της ένδικης αγωγής και ελλείπει στην προκειμένη περίπτωση το έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων από την ως άνω εσφαλμένη αιτιολογία προς αποτροπή δεδικασμένου, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, το δεύτερο σκέλος του πέμπτου αναιρετικού λόγου να απορριφθεί.

Με τον έκτο και τον έβδομο λόγους αναίρεσης, που ερευνώνται ενιαία, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθότι δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 του ν. 3371/2005, σύμφωνα με την οποία "Σε περίπτωση προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου, τα πιστωτικά ιδρύματα βαρύνονται εξ ολοκλήρου με το κόστος της δαπάνης αυτής", καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 914 και 281 ΑΚ, άλλως ότι υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενοι ότι δεν έλαβε υπόψη της τον διαλαμβανόμενο στην ένδικη αγωγή ισχυρισμό τους ότι μέχρι και το Νοέμβριο του έτους 2017 η αναιρεσίβλητη, στο πλαίσιο των υποχρεώσεών της που προκύπτουν από τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 του ν. 3371/2005, κατέβαλλε στον ΛΕΠΕΤΕ τα ποσά που αντιστοιχούσαν στη δαπάνη που επάγεται γι' αυτόν η μετά το έτος 2000 και μέχρι το έτος 2016 πρόωρη αποχώρηση χιλιάδων εργαζομένων της κατ' εφαρμογή των αλλεπάλληλων προγραμμάτων της για εθελούσια έξοδο του προσωπικού της, με συνέπεια η από τον Δεκέμβριο του 2017 άρνηση της αναιρεσίβλητης να καταβάλλει την ανερχόμενη σε 6.000.000 ευρώ περίπου συγκεκριμένη δαπάνη αντίκειται ευθέως στη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 του ν. 3371/2005, συνιστά αδικοπραξία και σε κάθε περίπτωση αντιβαίνει ευθέως τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ.

Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των κρίσιμων για την έρευνα των ως άνω αναιρετικών λόγων, κεφαλαίων της ένδικης αγωγής προκύπτουν τα εξής: Από τα αναφερόμενα στις σελίδες 19 -21 και 23-24 της αγωγής δεν προκύπτει το κόστος δαπάνης του ΛΕΠΕΤΕ από τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου προσωπικού, με τα οποία επιβαρύνεται η αναιρεσίβλητη τράπεζα σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 1 του ν. 3371/2005.

Ειδικότερα στην αγωγή αναγράφεται μόνον ο αριθμός των αποχωρησάντων με βάση το εκάστοτε πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου του προσωπικού της που εφήρμοσε η αναιρεσίβλητη στα έτη 2000, 2001, 2002, 2004, 2006 έως 2008, 2013 και 2016, ο οποίος, συνολικά αθροιζόμενος, δεικνύει ότι 7.700 μισθωτοί της αναιρεσίβλητης αποχώρησαν από την εργασία τους στα ως άνω έτη με βάση τα προγράμματα αυτά, μετά δε την αφαίρεση από το σύνολο των αποχωρησάντων εκείνων των μισθωτών που κατά την αγωγή αποχώρησαν στα έτη 2000, 2001, 2002, 2004 και 2006 προκύπτει ότι 2.990 μισθωτοί της αναιρεσίβλητης είχαν αποχωρήσει πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, η οποία κατά το άρθρο 76 του ίδιου νόμου ορίζεται από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Α 176/14.7.2005) Επιπλέον στην αγωγή δεν διευκρινίζεται σε τι συνίσταται το "πρόωρο" της αποχώρησης μέσω των προγραμμάτων αυτών των μισθωτών της αναιρεσίβλητης, αν δηλαδή οι ενταχθέντες στα ως άνω προγράμματα μισθωτοί της είχαν ή δεν είχαν θεμελιώσει ήδη δικαίωμα λήψης επικουρικής σύνταξης από το ΛΕΠΕΤΕ, καθώς και πόσο νωρίτερα αυτοί αποχώρησαν σε σχέση με την ηλικία (και ποιά) που έπρεπε να αποχωρήσουν ώστε να δικαιούνται την κατά το άρθρο 9 του Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ μηνιαία επικούρηση.

Δηλαδή, από τα παρατιθέμενα αυτά στοιχεία της αγωγής, δεν προκύπτει η ακριβής δαπάνη με την οποία από τις 15.7.2005 και εφεξής επιβαρύνεται ο ΛΕΠΕΤΕ από την αποχώρηση των μισθωτών της αναιρεσίβλητης κατ' εφαρμογή των μετά τις 14.7.2005 προγραμμάτων της για την εθελούσια έξοδο του προσωπικού, την οποία κατά τους αναιρεσείοντες υποχρεούται να καλύπτει η αναιρεσίβλητη.

Ως εκ τούτου οι διαλαμβανόμενοι στις 19 -21 και 23-24 σελίδες της αγωγής ισχυρισμοί είναι αόριστοι. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δεν απάντησε επ' αυτών, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 69 παρ. 1 του ν. 3371/2005, 914 και 281 ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους. Επίσης παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα προταθέντα, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε στην οικεία νομική σκέψη, δεν συνιστούν "πράγματα" οι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας αγωγικοί ισχυρισμοί, καθότι οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης.

Επομένως, οι ως άνω, από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, έκτος και έβδομος αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν. Από τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει όχι μόνο την εξουσία αλλά και την υποχρέωση να εξετάσει την υπόθεση μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους.

Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους προσθέτους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει ο εφεσίβλητος, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπάγγελτα το Εφετείο, στην περίπτωση κατά την οποία με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 732/2022, ΑΠ 916/2020, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 727/2017).

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει, επίσης, ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια". "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης (ΑΠ 732/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι ουδόλως ερεύνησε τους διαλαμβανόμενους στην ένδικη αγωγή ισχυρισμούς τους ότι νόμιμο έρεισμα της ευθύνης της αναιρεσίβλητης και των υπόψη υποχρεώσεών της μπορεί να αποτελέσουν αυτοτελώς η καθεμία ή κατά συνδυασμό η απαγόρευση κατάχρησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), η κατά νόμο καλόπιστη εκπλήρωση των ενοχών (άρθρο 288 ΑΚ), η υποχρέωση σε λογοδοσία όποιου έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης (άρθρο 303 ΑΚ), οι διατάξεις του Α.Κ περί εντολής (713 επ.

ΑΚ), περί συμβάσεως υπέρ τρίτου (άρθρα 410 επ. ΑΚ) και οι διατάξεις των άρθρων και 822 επ. ΑΚ περί παρακαταθήκης, τυχόν δε ζημιογόνος για τον ΛΕΠΕΤΕ πράξη της αναιρεσίβλητης τράπεζας, η οποία εκφεύγει των πλαισίων της καλώς νοούμενης διαχείρισής του, είναι δυνατόν να θεμελιώσει, πέραν της προαναφερόμενης ενδοσυμβατικής της ευθύνης και αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης έναντι των πληττομένων ασφαλισμένων του Λογαριασμού κατά τα άρθρα 914 επ.

ΑΚ.

Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της με αριθμό 516/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της από 15.4.2019 και με αριθμό κατάθεσης … έφεσης των εναγόντων -εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτουν τα εξής: Η από 29.3.2018 αγωγή των εναγόντων -αναιρεσειόντων κρίθηκε:

α) απορριπτέα λόγω αοριστίας ως προς τις νομικές της βάσεις, με τις οποίες επιχειρείται να θεμελιωθεί η ένδικη υποχρέωση της εναγομένης -αναιρεσίβλητης στις διατάξεις περί εντολής (άρθρα 713 επ.ΑΚ), περί συμβάσεως υπέρ τρίτου (άρθρα 410 επ. ΑΚ), περί παρακαταθήκης (άρθρα 822 επ. ΑΚ), περί μεσσεγγύησης (άρθρα 831 επ.

ΑΚ) και περί μεσεγγύησης (άρθρα 831 επ. ΑΚ) και περί λογοδοσίας (άρθρο 303 ΑΚ) και β) νομικά βάσιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 281, 288, 341, 345, 346, 361, 648 επ. ΑΚ, 68, 70, 176 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ, 1 παρ. 1-3 ν. 1082/1980, 1 α. 1-3, 3 παρ. 1, 6 και 10 παρ. 1 της υπ' αριθμ.19040/1981 ΚΥΑ, 2 παρ. 1 του ν. 539/1945, 3 παρ. 16 ν. 4504/1966 κατά την νομική βάση της, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να εξακολουθήσει να καταβάλλει στους ενάγοντες τις καθοριζόμενες από τον Κανονισμό του ΛΕΠΕΤΕ μηνιαίες επικουρήσεις δυνάμει συμβατικής ευθύνης και βάσει της διαμορφωθείσας στην επιχείρησή της μακροχρόνιας πρακτικής (επιχειρησιακής συνήθειας) [βλ. 17η σελίδα της 516/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών].

Περαιτέρω στην από 15.4.2019 και με αριθμό κατάθεσης 36192/2705/2019 έφεση των εναγόντων -εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης δεν διαλαμβάνεται ειδικός λόγος έφεσης, με τον οποίο να προσβάλλεται το ως άνω απορριπτικό κεφάλαιο της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η κρίση του δηλαδή περί αοριστίας των αγωγικών βάσεων που επιχειρούντο να θεμελιωθούν αυτοτελώς ή κατά συνδυασμό στα άρθρα 713 επ., 410 επ. 822 επ, 831επ.

και 303 και 914 ΑΚ. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, δεν μεταβιβάσθηκαν στο Εφετείο οι συγκεκριμένες, απορριφθείσες πρωτοδίκως ως αόριστες, βάσεις της ένδικης αγωγής και ως εκ τούτου, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν ερεύνησε τη νομική βασιμότητα των ως άνω βάσεων της αγωγής δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.

Τέλος, το Εφετείο απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την πρωτοδίκως γενομένη δεκτή ως νόμιμη αγωγική βάση, απάντησε επ' αυτής, χωρίς να παραβιάσει τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, οι οποίες δεν είναι εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, καθότι, όπως ήδη έχει αναφερθεί, ο ΛΕΠΕΤΕ είναι φορέας ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης, διέπεται από τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναπτύσσονται στην μετά την εξέταση του πρώτου λόγου αναίρεσης παρατεθείσα νομική σκέψη, με συνέπεια να μην είναι υπόχρεη η αναιρεσίβλητη για την καταβολή στους ασφαλισμένους του μετά τη συνταξιοδότησή τους της χορηγούμενης από τον ΛΕΠΕΤΕ μηνιαίας επικούρησης (επικουρικής σύνταξης).

Στα άρθρα 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 και 2 εδαφ. α' και β' του ν. 1902/1990 ορίζονται τα εξής: " Στο παρόν άρθρο υπάγονται οι ασφαλισμένοι, για κύρια ή επικουρική σύνταξη, στα Ειδικά Ταμεία Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. του Τ.Σ.Π. - Η.Σ.Α.Π. και στη Διεύθυνση Ασφαλίσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. Ως επικουρικά ταμεία για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται τα επικουρικά ταμεία ή κλάδοι ή λογαριασμοί, που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές, υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφ` όσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων (άρθρο 10 παρ. 1) [...].

Από 1.1.1996 το ασφάλιστρο που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι στα ταμεία κύριας ασφάλισης μισθωτών του άρθρου 10 δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 7,5%. Αν κατά την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου αυτό είναι μικρότερο, αυξάνεται προοδευτικά το λιγότερο κατά μία εκατοστιαία μονάδα ανά έτος, προκειμένου να φθάσει σε 7,5%. 2.

Τυχόν καταβολή από τον εργοδότη εισφοράς ασφαλισμένου με οποιαδήποτε μορφή και οποιονδήποτε τρόπο (καταβολή υπό του ιδίου αντί αυξήσεως μισθού, επιδότηση ασφαλισμένου κ.λπ.) μειώνεται προοδευτικά κατά το ποσοστό που αυξάνεται η καταβαλλόμενη από τον ασφαλισμένο εισφορά. Ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί και αποδίδει από τις αποδοχές των ασφαλισμένων το ασφάλιστρο της παρ 1 αυτού του άρθρου, καθώς επίσης και να καλύπτει τα τυχόν προκύπτοντα σε κάθε οικονομική χρήση ή κατά τη διάρκεια χρήσης ελλείμματα του αντίστοιχου φορέα (άρθρο 11 παρ. 1 και 2 εδαφ.

α' και β')". Από τον συνδυασμό των ως άνω άρθρων του ν. 1902/1990 σαφώς συνάγεται ότι η κατά το άρθρο 11 παρ. 2 εδαφ. β του νόμου αυτού υποχρέωση του εργοδότη (και εν προκειμένω της αναιρεσίβλητης τράπεζας) να καλύπτει τα τυχόν προκύπτοντα σε κάθε οικονομική χρήση ή κατά τη διάρκεια της χρήσης ελλείμματα του αντίστοιχου φορέα ασφάλισης, ορίζεται για τα ταμεία κύριας ασφάλισης των μισθωτών του άρθρου 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου (και εν προκειμένω των Ειδικών Ταμείων Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών) και δεν ορίζεται για τους φορείς επικουρικής ασφάλισης των συγκεκριμένων μισθωτών.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον ένατο από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν ερεύνησε την παράλληλη με τις λοιπές νομική βάση της ένδικης αγωγής, που θεμελιώνεται στα άρθρα 10 παρ. 1 και 11 παρ. 2 εδαφ. β του ν. 1902/1990 και που διαλαμβάνεται στις σελίδες 41-42 του αγωγικού δικαιογράφου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 και 2 εδαφ. β' του ν. 1902/1990, που αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα υποχρεούται να καλύπτει τα τυχόν προκύπτοντα σε κάθε οικονομική κρίση ή κατά τη διάρκεια της χρήσης ελλείμματα μόνον των Ειδικών Ταμείων Συντάξεως Προσωπικού των Τραπεζών, που συνιστούν φορείς κύριας ασφάλισης των μισθωτών της, ενώ από τις ίδιες διατάξεις δεν της επιβάλλεται η υποχρέωση να καλύπτει τα ταμειακά ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ, ο οποίος, όπως επανειλημμένα λέχθηκε, αποτελεί ιδιωτικής φύσεως φορέα επικουρικής ασφάλισης.

Επομένως η βάση της ένδικης αγωγής, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 11 παρ. 2 εδάφ. β' του ν. 1902/1990 είναι νομικά αβάσιμη και το Εφετείο, το οποίο δεν την ερεύνησε, δεν έχει υποπέσει στις από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες.

Με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ 53/1974 και έχει την αυτή κατ' άρθρο 28 §1 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάζεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλά γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 3/2016, ΟλΑΠ 2/2011, ΟλΑΠ 6/2007).

Με το δέκατο (και τελευταίο) από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε τους διαλαμβανόμενους στην ένδικη αγωγή τους (σελ. 44- 49 αυτής) ισχυρισμούς σύμφωνα με τους οποίους η εκδηλωθείσα το Δεκέμβριο του 2017 άρνηση της αναιρεσίβλητης να καλύψει τα ταμειακά ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ, τα οποία κατ' αυτούς η ίδια προκάλεσε, παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, το οποίο προστατεύει και το ένδικο δικαίωμά τους προσδοκίας περιουσιακής φύσεως και παράλληλα, για τους ίδιους λόγους, προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Ο ω άνω λόγος είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι: α) δεν γεννάται αξίωση των ασφαλισμένων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." να ζητήσουν ευθέως από την εναγομένη, εργοδότριά τους, τις παροχές επικούρησης (επικουρικές συντάξεις τους), ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του Λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση τον Κανονισμό του ΛΕΠΕΤΕ ευθύνη της εναγομένης να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του Λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή της αφορά την καταβολή της εισφοράς της και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των επικουρικών παροχών τους και β) η ειδικότερη αιτίαση των εναγόντων, ότι η σχετική ως άνω συλλογική συμφωνία εναγομένης - προσωπικού για τη σύσταση του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." είχε συγχρόνως ως αποτέλεσμα την ένταξη των σχετικών όρων της στις ατομικές εργασιακές σχέσεις του προσωπικού και διαμορφώθηκε αντίστοιχος γενικός όρος εργασίας και ότι η εναγομένη υποχρεούται, να καλύπτει τα ελλείμματα ρευστότητας που τυχόν παρουσιάζονται στα αποθεματικά του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.", ώστε πράγματι να εξασφαλίζεται η εις το διηνεκές χορήγηση της προβλεπόμενης στον Κανονισμό του παροχής-επικούρησης, είναι αβάσιμη, διότι ο θεσπισθείς με την από 18.11.1949 σύμβαση των Ταμείων Αλληλοβοήθειας των Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας και των Εισπρακτόρων και Κλητήρων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ως άνω όρος, ως εκ της προέλευσης και του κανονιστικού χαρακτήρα του, συνιστά κανόνα του εξ αντικειμένου δικαίου και δεν γεννάται με βάση τον όρο αυτό αξίωση των ασφαλισμένων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." να ζητήσουν ευθέως από τον εργοδότριά τους τις επικουρικές παροχές τους, ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη της εργοδότριας να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή της αφορά την καταβολή της εισφοράς της και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών επικούρησής τους, απάντησε στον αγωγικό ισχυρισμό που διαλαμβάνεται στον δέκατο (και τελευταίο) αναιρετικό λόγο και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ και το άρθρο 281 ΑΚ, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες στο ίδιο λόγο της αναίρεσής τους.

Και τούτο διότι οι αναιρεσείοντες στην ένδικη αγωγή τους δεν επικαλούνται διατάξεις άρθρων του Ειδικού Κανονισμού Επικούρησης (ΛΕΠΕΤΕ) που να θεμελιώνουν συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καλύπτει, πέραν των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών (9%) επί των ακαθαρίστων αποδοχών του υπαγόμενου στον ως άνω λογαριασμό προσωπικού της, τις οποίες καταβάλλει, τα ελλείμματα του ΛΕΠΕΤΕ προκειμένου να καταβάλλονται οι μηνιαίες παροχές επικούρησης στους ασφαλισμένους σ'αυτό συνταξιούχους, πρώην μισθωτούς της (αναιρεσίβλητης).

Αντίθετα, α) στο άρθρο 2 παρ. 2 του Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ ορίζεται ότι η Διαχειριστική του Επιτροπή μεριμνά για την επωφελέστερη τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων του Λογαριασμού, μεριμνά και ελέγχει την κανονική είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού και αποφασίζει κυριαρχικά περί του ποσού της εκάστοτε καταβλητέας στους δικαιούχους επικούρησης, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του Ειδικού Λογαριασμού, η δε απόφασή της αυτή ισχύει καθολικώς για όλους τους δικαιούχους και β) στο άρθρο 5 του Κανονισμού ορίζεται ότι οι πόροι του Λογαριασμού δεν προέρχονται μόνο από τις εισφορές της αναιρεσίβλητης τράπεζας και των μισθωτών αυτής, αλλά και από εισφορές από άλλες αιτίες κλπ, χωρίς μέσα σ'αυτές να αναφέρεται ως πόρος η υποχρέωση καταβολής επιπρόσθετης εισφοράς της αναιρεσίβλητης για κάλυψη των τυχόν προκυπτόντων ελλειμμάτων του αποθεματικού του ΛΕΠΕΤΕ, ώστε να είναι δυνατή η καταβολή του ποσού της μηνιαίας επικούρησης στους ασφαλισμένους πρώην υπαλλήλους της και ήδη συνταξιούχους αυτής.

Όπως, δε, προεκτέθηκε στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί φορέα ιδιωτικής επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης και η ως άνω μηνιαία παροχή επικούρησης δεν έχει αμιγώς δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, αλλά φέρει το χαρακτήρα επικουρικής σύνταξης, δηλαδή ασφαλιστικής παροχής, για την καταβολή της οποίας δεν είναι υπόχρεη η αναιρεσίβλητη ως εργοδότρια, αλλά ο αυτόνομος συνταξιοδοτικός λογαριασμός ΛΕΠΕΤΕ, στον οποίο η αναιρεσίβλητη ευθύνεται μόνο για την καταβολή της συμφωνηθείσας εργοδοτικής εισφοράς.

Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα προεκτέθηκαν και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η από 9.3.2022 και με αριθμό κατάθεσης ... αίτηση των προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων για αναίρεση της με αριθμό 3971/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί. Τέλος λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων που αναφέρονται στο σκεπτικό, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης (άρθρο 179 εδ.α ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 179 διαμορφώθηκε, με την προσθήκη εδαφίου β, με το άρθρο 8 του ν. 4842/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 9.3.2022 και με αριθμό κατάθεσης ... αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3971/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που ασκείται από τον ήδη αποβιώσαντα κατά την άσκησή της τεσσαρακοστό έβδομο αναιρεσείοντα, Γ. Σ..

Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τους δέκατη (10η), εικοστή ένατη (29η), τεσσαρακοστή τρίτη (43η), πεντηκοστή ένατη (59η) και ενενηκοστή έβδομη (97η) αναιρεσείουσες.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 9.3 2022 και με αριθμό κατάθεσης ... αίτηση αναίρεσης ως προς τις ως άνω δέκατη (10η), εικοστή ένατη (29η), τεσσαρακοστή τρίτη (43η), πεντηκοστή ένατη (59η) και ενενηκοστή έβδομη (97η) αναιρεσείουσες.

Απορρίπτει την από 9.3.2022 και με αριθμό κατάθεσης ... αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3971/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών των λοιπών προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων.

Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των ως άνω προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ