Legislator Case Law & Legislation
100/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against First Instance judgment on statute of limitations for public entity debt collection.

Case Number 100/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Social Security Institution against the First Instance Court's judgment. The lower court correctly applied the five-year statute of limitations for the public entity's debt, rejecting the appellant's claim that the law was misapplied. The court found the factual findings sufficient and the legal reasoning sound regarding the expiration of the limitation period.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 17 of the New Civil Code; The statute of limitations for public entities is five years, commencing from the year in which each installment became due, and the First Instance Court's application of this rule was correct.

Keywords

AI generated
statute of limitations public entity debt civil procedure appeal five year period limitation start date

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 17 of the New Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 28 of Law 2579/1998

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 100 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 100/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικά καθ' ου η ανακοπή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Τ.Α.Α. - Τ.Α.Ν.)" (πρώην "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ"), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φανό και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Λ. του Β., κατοίκου … Ηλείας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κρεμμύδα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-02-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύργου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 210/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 353/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5/8/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[A] Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αρθμ. 353/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αρθμ. 210/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πύργου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή της αναιρεσίβλητης και ακυρώθηκε η υπ' αρθμ. …/2-3-2012 απόφαση καταλογισμού οφειλής του Διευθυντή Οικονομικού του ΤΑΝ και η υπ' αρθμ. …/2013 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Πύργου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Με το άρθρο 17 του ΕισΝΑΚ καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, διατηρήθηκαν δε μόνο οι διατάξεις που αφορούσαν το Δημόσιο καθώς και εκείνες, με τις οποίες είχε επεκταθεί σε ΝΠΔΔ η εφαρμογή τους για την παραγραφή διατάξεων που αφορούσαν το Δημόσιο. Έτσι, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, καθόσον αφορά το ΝΠΔΔ, εφηρμόζοντο για την παραγραφή, κατά κανόνα μεν, οι κοινές διατάξεις του ΑΚ, εξαιρετικώς δε, οι διατάξεις, που αφορούσαν το Δημόσιο, εφόσον επρόκειτο για Νομικό Πρόσωπο, για το οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, που αφορούσαν το Δημόσιο, ή τυχόν μεταγενέστερες του ΑΚ ειδικές διατάξεις (ΑΠ 663/2011).

Επακολούθησε το ΝΔ 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", με το άρθρο 101 του οποίου οριζόταν ότι "Δια Β.Δ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπομένης της τροποποιήσεώς των επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου". Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή εκδόθηκε το ΒΔ 776/72, με το οποίο επεκτάθηκαν στα ΝΠΔΔ οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του ως άνω ΝΔ, όπως συγχρόνως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν, ειδικώς για τα ΝΠΔΔ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων. Σημειωτέον ότι και κατά το άρθρο 101 ΝΔ 321/1969 "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", καθόσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ΝΠΔΔ, εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς, χωρίς τούτο να μεταβληθεί, με τις διατάξεις του μεταγενέστερου Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" και δη με το άρθρο 86 αυτού.

Εκδόθηκε όμως το ΝΔ 496/74, το οποίο με τα άρθρα 44 επ. αυτού, ρυθμίζει τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ ΝΠΔΔ και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1 Ιανουαρίου 1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή του, οι οποίες όμως δεν αφορούν την παραγραφή. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 44 του ΝΔ 496/1974, περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ, ορίζει ότι:

«Παν χρέος προς το ν.π. παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη» (παρ. 1 εδ. α').

«Χρέη προς το Ν.Π. α)... . β)... . γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν» (παρ.2).

Η διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου ΝΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν 578/1977, ορίζει ότι «Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977 δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα (πλην των αναφερομένων στην παρ. 1) ν.π.δ.δ [...] .Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι' ούς ταύτα εξεδόθησαν». Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι στην περίπτωση εξαιρέσεως ΝΠΔΔ από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του ΝΔ 496/1974, δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής αυτού και συνεπώς, καθόσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ' αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς. Περαιτέρω, με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού ορίζονται τα ακόλουθα:

«Άρθρο 54. Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεώς του εν ισχύι γεγεννημένων αξιώσεων.

Άρθρο 55. Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι».

Από τις άνω διαχρονικού δικαίου διατάξεις συνάγεται ότι για τις αξιώσεις που γεννήθηκαν μετά την 01-01-1977, ως προς το χρόνο της παραγραφής, εξακολουθεί να εφαρμόζεται το προηγούμενο καθεστώς, δηλαδή είτε οι γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, είτε τυχόν ειδικές διατάξεις. Κατ' εφαρμογή της παρεχόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 56 του ΝΔ 496/1974 εξουσιοδοτήσεως εκδόθηκε το ΠΔ 437/1977, το άρθρο μόνο του οποίου ορίζει ότι: «εξαιρούνται της εφαρμογής του Ν.Δ. 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξαίρεση είναι καθολική και επομένως καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής ως άνω διατάξεις του ΝΔ 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το άρθρο μόνο του ΠΔ 305/1985 (ΑΠ 663/2011, ΑΠ 1645/2010, ΑΠ 1831/2006, ΑΠ 1706/1983).

Τέλος, με το Ν 4114/1960 κυρώθηκε ο κώδικας του Ταμείου Νομικών, το οποίο εποπτευόταν αρχικώς από τον υπουργό δικαιοσύνης (άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 4114/1960) και ακολούθως με τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 7 του ΝΔ 1/1968, υπήχθη στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Συνεπώς, κατ' εφαρμογή του άρθρου μόνου του ΠΔ 437/1977, εξαιρέθηκε τούτο ολοσχερώς της εφαρμογής των διατάξεων του ΝΔ 496/1974 και επομένως και εκείνης του άρθρου 44 που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων ΝΠΔΔ, δεδομένου δε ότι στο καταστατικό του δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεών του, εφαρμογή έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του ΑΚ (ΑΠ 663/2011).

Περαιτέρω, οι αξιώσεις εκ δανείου υπόκεινται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 15 και 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεωλύτρων είναι πενταετής και αρχίζει με τη λήξη του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.

Χρεώλυτρο κατά την έννοια του πρώτου των άρθρων τούτων, είναι το αποδιδόμενο μέρος του οφειλομένου κεφαλαίου, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν αθροίσεως και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής συμβάσεως, να την καταγγείλει προώρως, αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο γίνονται απαιτητές.

Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία. Το δάνειο συνεπώς είναι τοκοχρεωλυτικό με την έννοια ότι έχει συνομολογηθεί η εξόφλησή του δια καταβολής είτε χρεωλύτρων και τόκων κεχωρισμένως είτε ενιαίων τοκοχρεωλύτρων υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων.

Μόνον, όμως, όταν η αίρεση πληρωθεί και καταγγελθεί το δάνειο, δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο και η αξίωση του δανειστή προς απόδοση του δανείου υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή, ενώ αν δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση των περιοδικών δόσεων, αφού αυτές διατηρούν την αυθυπαρξία τους, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή (ΑΠ 751/2012, ΑΠ 747/2012, ΑΠ 1455/2007, ΑΠ 637/1997).

Οι διατάξεις του άρθρου 86 παρ.3 Ν 2362/1995, κατά το οποίο χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή έννοια βεβαίωση αυτής, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση του πρώην Ταμείου Νομικών, ως προς το οποίο εφαρμόζονται οι προαναφερόμενες διατάξεις, που κατισχύουν ως ειδικές των διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 1831/2006). Αντίθετη δε εκδοχή δεν συνάγεται από το άρθρο 1Β του ως άνω νόμου, κατά το οποίο για τους σκοπούς του νόμου αυτού οι κατωτέρω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: 1. [...], 2. Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ) σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ), δεδομένου ότι κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου "Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος: περιλαμβάνει την Προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία και τις αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και τις ανεξάρτητες Αρχές".

Επίσης η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 εδ. β' του ν.2579/1998, κατά την οποία οι διατάξεις των άρθρων 11 του Κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και 22 παρ. 4 του ν.1868/1989 (ΦΕΚ Α' 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ) και ότι τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών, ως γενική, δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση για το ζήτημα της παραγραφής των απαιτήσεων του πρώην Ταμείου Νομικών.

Ήδη με το άρθρο 137 παρ. 1 του Ν.3655/2008 ορίστηκε ότι: "Κάθε απαίτηση των ΦΚΑ παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, μετά πέντε (5) έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη. Εάν η βεβαίωση του χρέους έγινε πριν αυτό καταστεί ληξιπρόθεσμο ολικά ή μερικά, η παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, κατά το οποίο αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Για τα παρακάτω χρέη προς τους ΦΚΑ ισχύει η εικοσαετής παραγραφή, που αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις που αφορούν τους ΦΚΑ και τους εντασσόμενους σε αυτούς φορείς κλάδους ή λογαριασμούς: α)... . β)... . γ).....δ) απαιτήσεις από χρηματικές αξιώσεις του φορέα που προέρχονται από συναφθείσα σύμβαση, ε) Απαιτήσεις που δημιουργούνται από συμβάσεις και διατάξεις τελευταίας βούλησης [...]". Με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 137 του Ν. 3655/2008 η ισχύς του οποίου αρχίζει στις 03-04-2008, ρυθμίστηκε, μεταξύ άλλων, η παραγραφή απαιτήσεων υπέρ των φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), υπάγονται δε σε αυτή και οι μη βεβαιωθείσες, κατά την έναρξη της ισχύος του, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του ΦΚΑ, εφόσον όμως αυτές δεν είχαν παραγραφεί υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, που προαναφέρθηκε (ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 1440/2017, ΑΠ 751/2012, ΑΠ 747/2012).

Περαιτέρω στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 84/2016).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 KΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται κατά των παραπάνω αποφάσεων και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Σημειώνεται ότι ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά.

Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες, αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές.

Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 608/2017, ΑΠ 1971/2013).

[Β] Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεώς του, αναφορικά με την ουσιαστική διερεύνηση των αναιρετικά ενδιαφερόντων τέταρτου και πέμπτου λόγων της ανακοπής της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε τα ακόλουθα:

«| Την 2α Αυγούστου 1993 η ανακόπτουσα, η οποία ήταν δικηγόρος και ασφαλισμένη στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών", συνήψε με το τελευταίο, του οποίου το καθ' ου η ανακοπή, ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων - Τομέας Ασφάλισης Νομικών (Ε.Τ.Α.Α.- Τ.Α.Ν.), κατέστη καθολικός διάδοχος δυνάμει του άρθρου 25 παρ. 3 του Ν. 3565/2008, σύμβαση δανείου ποσού 1.000.000 δραχμών, ήτοι 2.934,7 ευρώ.

Η ανωτέρω σύμβαση δανείου συνήφθη κατόπιν της με αριθμό …/29-07-1993 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του αντισυμβαλλόμενου, ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών", με την οποία αποφάσισε τη χορήγηση δανείου ύψους 1.000.000 δραχμών στους ασφαλισμένους του, σεισμοπαθείς της περιοχής … . Η διάρκεια αποπληρωμής του δανείου ορίστηκε σε τριάντα έξι (36) ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ποσού 36.150 δραχμών, ήτοι 106,9 ευρώ, η πρώτη δε εξ αυτών θα έπρεπε να καταβληθεί την 01η-09-1994 και η τελευταία την 01η -08-1997.

Σύμφωνα με τον με αριθμό 4 όρο της σύμβασης δανείου, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή και των τόκων, ο οφειλέτης θα χρεώνεται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, όχληση ή επιταγή προς πληρωμή, για τα καθυστερούμενα ποσά, από την ημέρα καθυστέρησης και μέχρι την εξόφληση με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας και, περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων το Ταμείο Νομικών δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους νόμιμους τόκους καθυστέρησης και να επιδιώξει με κάθε μέσο την είσπραξη του.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η ανακόπτουσα έλαβε ολόκληρο το ποσό του δανείου κατά την ημερομηνία σύναψης της δανειακής σύμβασης, κατέβαλε δε την πρώτη εκ των τριάντα έξι τοκοχρεωλυτικών δόσεων του δανείου, ήτοι του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 1994, έκτοτε δε δεν προέβη σε καμία άλλη καταβολή έναντι των υπολειπόμενων συνολικά τριάντα πέντε τοκοχρεωλυτικών δόσεων.

Το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών", όμως, δεν άσκησε το συμβατικό του δικαίωμα περί καταγγελίας, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο με αριθμό 4 όρο της δανειακής σύμβασης, το πρώτον δε το καθ' ου η ανακοπή, αφού υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του προαναφερόμενου ΝΠΔΔ, την 19η -04-2012 απέστειλε στην ανακόπτουσα το με αριθμό πρωτοκόλλου …/16-11-2011 έγγραφο του Διευθυντή Οικονομικού του Τ.Α.Ν., με το οποίο ζητήθηκε από αυτήν να καταβάλει το ποσό των 2.934,70 ευρώ ως ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανείου της, πλέον των αναλογούντων τόκων υπερημερίας, άλλως θα προέβαινε σε αναγκαστική εκτέλεση κατά τις διατάξεις του Κ.

Ε.Δ. Ε. Ακολούθως, με την με αριθμό …/02-03-2012 απόφαση καταλογισμού, ο Διευθυντής Οικονομικού του ΤΑΝ καταλόγισε στην ανακόπτουσα συνολική οφειλή ποσού 12.065,46 ευρώ και, ειδικότερα, για κεφάλαιο του δανείου το ποσό των 3.713,15 ευρώ και για τόκους το ποσό των 8.352,31 ευρώ, ενώ εν συνεχεία εκδόθηκε εις βάρος της ανακόπτουσας η με αριθμό …/04-01-2013 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.

Ο. Υ. Πύργου και εστάλη στην ανακόπτουσα η με αριθμό …/08-01-2013 ατομική ειδοποίηση χρεών.

Συνεπώς, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη ανωτέρω, εφόσον το τέως Ταμείο Νομικών δεν ενεργοποίησε με καταγγελία τον τέταρτο όρο της σύμβασης του τοκοχρεωλυτικού δανείου, που παρείχε σε αυτό το δικαίωμα, σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων, να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας, οι αξιώσεις των περιοδικών τοκοχρεωλυτικών δόσεων διατήρησαν την αυτοτέλεια τους, εξακολουθώντας να υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 15 του ΑΚ και, επομένως, οι αξιώσεις για τις τρεις τοκοχρεωλυτικές δόσεις, που ήταν καταβλητέες εντός του έτους 1994, οι αξιώσεις για τις δώδεκα τοκοχρεωλυτικές δόσεις, που ήταν καταβλητέες εντός του έτους 1995, οι αξιώσεις για τις δώδεκα τοκοχρεωλυτικές δόσεις, που ήταν καταβλητέες εντός του έτους 1996 και οι αξιώσεις για τις οκτώ τοκοχρεωλυτικές δόσεις, που ήταν καταβλητέες εντός του έτους 1997, παραγράφηκαν την 01η -01-2000, την 01η -01-2001, την 01η-01-2002 και την 01η-01-2003 αντίστοιχα, ήτοι προ της 03η-04-2008, ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν. 3655/2008.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη ανωτέρω, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για αξιώσεις περιοδικών τοκοχρεωλυτικών δόσεων από σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου του Ταμείου Νομικών, η παραγραφή των οποίων δεν υπαγόταν στη διάταξη του άρθρου 44 του Ν.Δ./τος 496/1974 κατ' εφαρμογή του άρθρου μόνου του Π.Δ. 437/1977 ούτε υπήρχαν ειδικές διατάξεις στο καταστατικό του Ταμείου Νομικών για την παραγραφή των αξιώσεών του, μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3655/2008, οπότε και το Ταμείο Νομικών εντάχθηκε στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α.), τύγχανε εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 250 παρ. 15 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 253 του ίδιου Κώδικα.

Εξάλλου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη ανωτέρω, για τις ανωτέρω αξιώσεις του πρώην Ταμείου Νομικών δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 86 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, που ρυθμίζει μόνο την παραγραφή των αξιώσεων του Δημοσίου, υπό την αναφερόμενη στην παρ. 4 του άρθρου 1Β του ίδιου νόμου έννοια, δηλαδή περιλαμβάνει μόνο τους αναφερόμενους σε αυτήν φορείς, ενώ δεν εισάγει ειδική ρύθμιση για την παραγραφή των αξιώσεων των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, που περιλαμβάνονται στην Γενική Κυβέρνηση ούτε, εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 2362/1995 ορίσθηκε ότι η ειδική παραγραφή των αξιώσεων του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 86 παρ. 3 του ίδιου νόμου εφαρμόζεται και για τις αξιώσεις των ΝΠΔΔ ή των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης.

Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκανε δεκτή την ένσταση παραγραφής, που προέβαλε η εφεσίβλητη με την ανακοπή της και ακύρωσε την καταλογιστική απόφαση για το σύνολο των οφειλόμενων υπόλοιπων δόσεων του δανείου, πλέον των τόκων υπερημερίας σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 274 ΑΚ, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ορθά εφάρμοσε τον νόμο.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με την οποία το εκκαλούν παραπονείται ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν τύγχαναν εφαρμογής οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του ΑΚ, αλλά οι ειδικότερες του άρθρου 86 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσαν στην παραγραφή οι αξιώσεις του κατά του ανακόπτοντος, πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με ρητό όρο της σύμβασης δανείου, σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων το Ταμείο Νομικών, δικαιούτο να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας. Με βάση τον ανωτέρω όρο, για την ενεργοποίηση του δικαιώματος αυτού, ήταν αναγκαία η προηγούμενη λύση της σύμβασης του δανείου με καταγγελία και, συνεπώς, λόγω της μη ενεργοποίησης του όρου αυτού με την καταγγελία της δανειακής σύμβασης, όπως προαναφέρθηκε, οι αξιώσεις από τις περιοδικές τοκοχρεωλυτικές δόσεις διατήρησαν την αυτοτέλειά τους, εξακολουθώντας να υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ.

Από τον προαναφερόμενο δε με αριθμό 4 όρο της σύμβασης, με τον οποίο συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής, οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή και των τόκων, ο οφειλέτης θα χρεώνεται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, όχληση ή επιταγή προς πληρωμή για τα καθυστερούμενα ποσά, από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας, δεν προκύπτει ότι περιέχεται σε αυτόν και όρος περί αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης δανείου για την περίπτωση καθυστέρησης των τοκοχρεωλυτικών δόσεων του δανείου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν.

Συνεπώς, και ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με την οποία το εκκαλούν παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς τον προαναφερόμενο όρο της σύμβασης δανείου, πρέπει να απορριφθεί |».

Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας και δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος για τις περιοδικές τοκοχρεωλυτικές δόσεις του δανείου της αναιρεσίβλητης υπάγονται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 15 του ΑΚ, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη αυτή του άρθρου 250 περ.15 ΑΚ, για την παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων, που έπρεπε να εφαρμοσθεί στην προκείμενη υπόθεση και την οποία ορθώς εφάρμοσε, αλλά ούτε και τις επικαλούμενες από το αναιρεσείον διατάξεις των άρθρων 86 παρ.1,3 Ν. 2362/1995 και 1Β του Ν. 3871/2010, οι οποίες δεν έπρεπε να εφαρμοσθούν και ορθώς, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης, δεν τις εφάρμοσε.

Επομένως, το ως άνω δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρθμ.1 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα του αποδίδει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, ο οποίος, κατ'ακολουθίαν, είναι αβάσιμος. Επίσης, στην προσβαλλομένη απόφαση, υπό τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της, εκτίθενται επαρκώς, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε εν προκειμένω το δικαστήριο και με βάση τα οποία αυτό κατέληξε στο παραπάνω σαφές πόρισμά του και συγκεκριμένα ότι, λόγω ελλείψεως καταγγελίας του ενδίκου τοκοχρεωλυτικού δανείου εκ μέρους του αναιρεσείοντος δανειστή, η παραγραφή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων που διατήρησαν εντεύθεν την αυθυπαρξία τους είναι πενταετής, με χρόνο ενάρξεως αυτής από τη λήξη του έτους εντός του οποίου η κάθε μία κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και εκτίθενται επίσης με σαφήνεια ο συμφωνημένος χρόνος καταβολής κάθε τοκοχρεωλυτικής δόσεως, ο υπ'αρθμ.4 όρος της δανειακής συμβάσεως, σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση καθυστερήσεως πληρωμής δύο ή περισσοτέρων δόσεων το Ταμείο Νομικών δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους νόμιμους τόκους καθυστερήσεως και να επιδιώξει με κάθε μέσο την είσπραξή του, η μη καταβολή των δόσεων, πλην της πρώτης από τις 36, καθώς και ο χρόνος ενάρξεως και λήξεως της ως άνω (πενταετούς) παραγραφής της κάθε μίας δόσεως.

Επίσης το δικαστήριο δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτούνται από τις προεκτεθείσες διατάξεις, για τη θεμελίωση του ένδικου δικαιώματος του αναιρεσείοντος. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται από το αναιρεσείον στον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, άλλως από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, κρίνονται αβάσιμα και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. Σημειώνεται ότι για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη δίκη το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν.3693/1957 που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος ΕΦΚΑ δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 589/2015, ΑΠ 294/2014, ΑΠ 1362/2013). Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, διότι το αναιρεσείον, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 εδ. β' του Ν. 2579/1998, απαλλάσσεται από την καταβολή του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 05-08-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αρθμ.353/2018 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ