100/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 κ' 4 και 576 παρ. 1 κ' 2 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπάγγελτα, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο απολειπόμενος αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρά, παρά την απουσία του, στη συζήτηση της υπόθεσης.
Legislator headnote
AI generated100/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 κ' 4 και 576 παρ. 1 κ' 2 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπάγγελτα, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο απολειπόμενος αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρά, παρά την απουσία του, στη συζήτηση της υπόθεσης.
Full text
Απόφαση 100 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 100/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος Θ. - Ν. Χ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Της αναιρεσίβλητης Α. συζ. Γ. Σ., το γένος Π. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναρίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2005 αγωγή της αναιρεσίβλητης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2008 του παραπάνω Δικαστηρίου και 130/2010 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-1-2011 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, παραστάθηκε η αναιρεσίβλητη όπως αναφέρεται παραπάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λάμπρος Καρέλος ανέγνωσε την από 22-10-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 κ' 4 και 576 παρ. 1 κ' 2 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπάγγελτα, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο απολειπόμενος αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρά, παρά την απουσία του, στη συζήτηση της υπόθεσης.
Εν προκειμένω, από την …27α/11-9-2018 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Καλαμάτας Ε. Δ., προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, καθόσον ακριβές αντίγραφο της εν λόγω αίτησής του, με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτησή της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, που επισπεύδει τη συζήτησή της, στον Π. Μ., που, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του, υπογράφει την αίτηση αυτή (άρθρο 143 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πλην, όμως, ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν παρέστη κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο. Επομένως, η συζήτηση θα προχωρήσει, παρά την απουσία του, σαν να ήταν και αυτός παρών.
2. Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και απορριφθεί στην ουσία ή αν γίνει δεκτή και στην ουσία και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού, στην πρώτη περίπτωση, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σ' αυτή, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, εξαφανίζεται (ΑΠ 1206/2013, 658/2012). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παραβίαση της εν λόγω διάταξης, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν έχει κατατεθεί στη Γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 355/2016, 664/2015).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 130/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, το Εφετείο δέχθηκε με την απόφασή του αυτή τυπικά και απέρριψε στην ουσία έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 98/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης, η οποία, κατά τα ανωτέρω, με την απόρριψη της έφεσης που ασκήθηκε εναντίον της, ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη αφενός μεν για το λόγο τούτο, αφετέρου δε διότι δεν προκύπτει κατάθεσή της και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
3. Όπως προαναφέρθηκε, η υπό κρίση αίτηση στρέφεται και κατά της 130/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 98/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία είχε γίνει δεκτή διεκδικητική αγωγή ακινήτων της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της παραπάνω δευτεροβάθμιας απόφασης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό αυτής και, στη συνέχεια, το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
4. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 κ' 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητά για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν αυτή δεν έχει ασκηθεί νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπάγγελτα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή τα στοιχεία κάθε δικογράφου και να αναφέρει τους λόγους αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.
Πρέπει δε να περιέχει έστω και έναν ορισμένο λόγο αναίρεσης, από τους εκείνους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ή, αν πρόκειται για απόφαση του Ειρηνοδικείου ή του Πρωτοδικείου που δίκασε κατ' έφεση, στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Ο λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, όταν εκτίθενται με σαφήνεια τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχός της.
Συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή στο δικόγραφο της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο δεν είναι δυνατή (ΟλΑΠ 20/2005, 27/1998, 32/1996). Επίσης, η συμπλήρωση αυτή δεν επιτρέπεται ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, που υπάρχει στη δικογραφία, διότι, πλην άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.
Η θέση αυτή είναι απόλυτα σύμφωνη και με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, γιατί διασφαλίζει την αρχή της δίκαιης δίκης, που το άρθρο αυτό αξιώνει, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του δικαιώματος πρόσβασης καθενός στα δικαστήρια, που κατοχυρώνει και το Σύνταγμα (άρθρα 8 παρ. 1, 20 παρ. 1) και το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής, η οποία θα επιτρέπει, λόγω του ορισμένου του περιεχομένου της, την παροχή από το δικαστήριο της αιτούμενης έννομης προστασίας και γι' αυτό τα όσα απαιτεί ο νόμος, ώστε να θεωρηθεί ορισμένο το δικόγραφο της προσφυγής, μορφή της οποίας είναι και η αναίρεση, δεν δυσχεραίνουν, αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού έτσι συγκεκριμενοποιείται το είδος της προστασίας αυτής (ΟλΑΠ 20/2005).
Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Η αοριστία του αναιρετηρίου έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως νομικά αβάσιμης, αν η αοριστία αφορά στην περιγραφή του λόγου αναίρεσης και ως απαράδεκτης σε κάθε άλλη περίπτωση (ΑΠ 857/2017, 1340/2015).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, απέρριψε μ' αυτή έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 98/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία είχε γίνει δεκτή διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, καθόσον δέχτηκε, ότι αποδείχτηκε, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, ότι η αναιρεσίβλητη είχε καταστεί συγκυρία, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, των δυο επιδίκων ακινήτων, ενός αγροτικού, στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ...
και ενός οικοπέδου (371,83) τετ. μέτρων στην …., με παράγωγο τρόπο και, συγκεκριμένα, ως εξ αδιαθέτου, κατά το παραπάνω ποσοστό, συγκληρονόμος του θανόντος το έτος 1989, κυρίου των ανωτέρω ακινήτων κατά το χρόνο θανάτου του, θείου της Σ. Π., την κληρονομία του οποίου αποδέχτηκε με την ….26/2005 δήλωσή της στη συμβολαιογράφο Μ.
Β. - Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ….76 και με αριθ. μεταγ. ….2 στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ….. Παράλληλα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε αόριστη την ένσταση του αναιρεσείοντος για δαπάνες του στα επίδικα 50.217 ευρώ και αβάσιμη την ένστασή του γα καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, επειδή δεν αποδείχτηκε παραίτηση αυτής από το δικαίωμά της στην κληρονομία.
Την αναίρεση της παραπάνω απόφασης, ως προς τις ανωτέρω παραδοχές της, ζητά ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτησή του. Πλην, όμως, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, δεν αναφέρει στην αίτησή του αυτή, όπως, για να θεωρηθεί ορισμένη και παραδεκτή, απαιτείται, για ποιόν από τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προσβάλλει την παραπάνω απόφαση, αφού δεν υπάγει τα όσα με την αναίρεσή του αποδίδει στην εν λόγω απόφαση σε κάποιον από τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης, δεν αναφέρει, δηλαδή, τον αριθμό ή τους αριθμούς των λόγων αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για τους οποίους ψέγει, με τα όσα της αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να αναφέρει ακόμη και το άρθρο 559, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να διαγνωσθεί ποιο είναι το σφάλμα που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και για ποιον από τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ζητά την αναίρεσή της, αφού διαλαμβάνει ειδικότερα στο δικόγραφο της αναίρεσής του αυτής ότι, "αιτούμαι την αναίρεσιν και εξαφάνισιν αυτής δια τους κάτωθι βασίμους και αληθείς λόγους και δι ούς επιφυλάσσομαι να προσθέσω τοιούτους.
Διότι ουχί ορθώς και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου το ανωτέρω δικαστήριο απέρριψε την ρητώς προβληθείσα υφ' ημών ένστασιν της συνεισφοράς και εις τα δυο δικαστήρια στην κληρονομιαία περιουσία συνολικού ύψους 50.217 Ευρώ με το σκεπτικό ότι ο ισχυρισμός μας αυτός είναι εντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως εφ' όσον δεν προέβην στην ανάλυση των δαπανών του ούτε προσδιόρισε το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο προέβην στις δαπάνες αυτές ενώ ρητώς προσδιορίζεται και αναφέρεται και το ποσό και ο χρόνος συνεισφοράς της δαπάνης εις την κληρονομιαίαν περιουσίαν.
Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. προκύπτει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν την μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τας τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Ουδόλως αιτιολογεί ρητώς ως επιτάσσει ο νόμος δια ποίον λόγον η αναιρετέα απόφασις δεν ησκήθη εμπροθέσμως και ησκήθη άνευ νομίμου λόγου και αιτίας μετά τόσο χρονικό διάστημα. Ουδόλως αιτιολογείται από την προσβαλλομένη απόφαση ο τόσος μεγάλος χρόνος αποδοχής της κληρονομιαίας περιουσίας και ο τρόπος περιελεύσεως ταύτης εις αυτήν.
Επειδή η αναίρεσίς μου αυτή είναι νόμιμος...". Ενόψει του περιεχομένου της αυτού και σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η κρινόμενη αίτηση είναι αόριστη, λόγω δε της αοριστίας της αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-1-2011 αίτηση του Θ. - Ν. Χ. Κ., για αναίρεση της 130/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ