Legislator Case Law & Legislation
100/2017 AI generated

100/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 100/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Οι υπό στοιχεία 4, 8, 9, 10, 11, 17, 18, 19, 23 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θ. Α. και κατέθεσαν προτάσεις. Ο υπό στοιχείο 20 αναιρεσίβλητος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

100/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2010 του Εφετείου Λαμίας.

Keywords

AI generated
overpaid insurance benefits adjustment of insurance benefits payment of benefits justified insurer position staggering of health insurance premiums entitlement to insurance benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 100 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 100/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Ρουσσιά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ρ. του Γ., 2) Δ. Τ. του Γ., 3) Α. Ε. του Γ., 4) Δ. Μ. του Ε., 5) Κ. Δ. του Η., 6) Λ. Κ. του Δ., κατοίκων ..., 7) Α. Τ. του Π., κατοίκου ..., 8) Δ. Κ. του Ι., 9) Ν. Μ. του Γ., 10) Α. Τ. του Κ., 11) Β. Α. του Ι., 12) Β. Ζ. του Δ., 13) Λ. Π. του Π., 14) Β. Κ. του Κ., κατοίκων ..., 15) Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 16) Π. Μ. του Θ., 17) Σ. Α. του Γ., 18) Ε. Ρ. του Α., κατοίκων ..., 19) Β. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., 20) Θ. Α., 21) Π. Κ., κατοίκων ..., 22) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...." και τον διακριτικό τίτλο ".....", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 23) Α. Γ. του Κ., κατοίκου ....

Οι υπό στοιχεία 4, 8, 9, 10, 11, 17, 18, 19, 23 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θ. Α. και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 20 αναιρεσίβλητος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Οι υπό στοιχεία 1, 2, 3, 5, 6, 7, 12, 13, 14, 15, 16, 21, 22 αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/9/2005 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2010 του Εφετείου Λαμίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/7/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 30/12/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων και υπό στοιχείο 20 αναιρεσίβλητος την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 568 §§ 1, 2 και 4, 576 §§ 1 - 3 ΚΠολΔ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 576 προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, εάν δηλ, δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιος διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη.

Αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους αλλά χωρίζεται η υπόθεση και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Περαιτέρω, με το άρθρο 6Α του Κώδικα νόμων, περί δικών του Δημοσίου , που προστέθηκε με το άρθρο 46 του Ν. 4305/2014, "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 158/2010 απόφασης του Εφετείου Λαμίας προσδιορίστηκε, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί με επίσπευση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου αρχικά κατά τη δικάσιμο της 11-1-2016, κατά την οποία οι 1η , 2η , 3η , 5ος , 6ος , 7ος , 12η , 13ος , 14ος , 15ος , 16η , 21η και 22η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, στη δε συνέχεια , κατόπιν αναβολής από το πινάκιο η υπόθεση προσδιορίστηκε να συζητηθεί για τη δικάσιμο της 24-10-2016.

Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από το σχετικό πινάκιο και τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι και πάλι δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο. Από τον φάκελο όμως της δικογραφίας υπάρχουν αποδεικτικά κλήτευσης των απολειπομένων ως άνω αναιρεσιβλήτων (σχ. .../12-6-2015 και .../17-6-2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας Κ.

Μ. προς τον Α. Γ. που παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος της 22ης αναιρεσίβλητης στο Εφετείο και προς τον Θέμο Αρκουμάνη, που παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος των λοιπών αναιρεσιβλήτων στο Εφετείο). Σύμφωνα, λοιπόν, με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

ΙΙ) Με την από 17-7-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 158/2010 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 67/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας , που είχε κάνει δεκτή εν μέρει την ανακοπή αυτού κατά του προσβαλλομένου ...2005 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβ/φου Λαμίας Δήμητρας Μητραντζά - Καβαλίκα. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός δηλαδή της νόμιμης τριετίας (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ), δεδομένου ότι από τον φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει αλλά ούτε και οι παραστάντες διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και ως προς την 19η των εφεσιβλήτων και ήδη 19η των αναιρεσιβλήτων, η οποία, αν και στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας είχε δικαστεί ερήμην, η προσβαλλομένη απόφαση είναι και ως προς αυτή τελεσίδικη , εφόσον πρόκειται για δίκη περί την εκτέλεση στην οποία δεν συγχωρείται ανακοπή ερημοδικίας ( άρθρο 937 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Κατόπιν αυτών, πρέπει η αίτηση να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρ. 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 31 του ν. 1545/1985, "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις των διδασκάλων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης.

Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας κατατάσσονται ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν, στην τάξη αυτή. Η διαίρεση του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 Κ.Πολ.Δ., γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής". Με το άρθρο 6 παρ. 16 του ν. 2497/1997 υπήχθησαν στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων και οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις, είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, καθώς και οι απαιτήσεις έμμισθων δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής.

Ήδη με το άρθρ. 56 του ν. 3994/2011 οι παραπάνω ρυθμίσεις ενσωματώθηκαν με μικρές διαφορές στις διατάξεις του άρθρου 975 αριθ. 3, σύμφωνα με τις οποίες οι απαιτήσεις ειδικότερα που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας κατατάσσονται στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού, με εξαίρεση τις απαιτήσεις αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας, οι οποίες κατατάσσονται στην τάξη αυτή ανεξάρτητα από τον χρόνο στον οποίο προέκυψαν, ενώ η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρ. 977 ΚΠολΔ, γίνεται και πάλι μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής.

Ως πρώτος πλειστηριασμός νοείται εκείνος που αρχικά ορίσθηκε μετά την επιβολή της κατάσχεσης, έστω και αν στη συνέχεια η διενέργεια του πλειστηριασμού ματαιώθηκε, αναβλήθηκε ή επισπεύσθηκε από άλλο δανειστή κατά τις διατάξεις του άρθρου 973 παρ. 2, 3 ,4 Κ.Πολ.Δ, με την προϋπόθεση όμως ότι ο πλειστηριασμός που τελικά διενεργήθηκε, βασίζεται σε κάθε περίπτωση στην ίδια κατασχετήρια έκθεση στην οποία βασίσθηκε και ο αρχικά ορισμένος πλειστηριασμός.

Διευρύνθηκε έτσι με τη συγκεκριμένη πρόβλεψη διπλά το προνόμιο των ως άνω εργατικών απαιτήσεων, αφού ο μεν χρόνος στον οποίο πρέπει να γεννήθηκαν οι απαιτήσεις αυτές αυξήθηκε από έξι μήνες σε δύο χρόνια, η δε αφετηρία του χρόνου γέννησης των απαιτήσεων αυτών μετατέθηκε από την ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού στην ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή και της κήρυξης της πτώχευσης κατά το προ του ν. 3994/2011 καθεστώς.

Στην προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων των εργαζομένων περιλαμβάνονται και οι παρεπόμενες απαιτήσεις τους από τόκους, οι οποίες αν μεν είναι παρεπόμενες της αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσης τους, δεν έχουν χρονικό περιορισμό, αν όμως είναι παρεπόμενες άλλων αξιώσεων από την εργασιακή σχέση, κατατάσσονται προνομιακά μόνον αν προέκυψαν την τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή εφόσον πρόκειται για πτώχευση την τελευταία διετία πριν από την κήρυξη της πτώχευσης (Ολ.

ΑΠ 22/2000, ΑΠ 1507/2014, ΑΠ 650/2011, ΑΠ 1023/2009). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 585, 933, 979 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι, αν ο λόγος ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης δανειστών, που ασκεί ο μη καταταγείς δανειστής προς τον σκοπό αποβολής άλλου καταταγέντος και αντίστοιχης κατάταξης αυτού, συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθ` ου που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής αρκεί μόνο η άρνηση αυτή, δεδομένου ότι ο καθ ου η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων.

Δηλαδή στην περίπτωση αυτή ο καθ ου η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει) την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησής του για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της. Αν ο καθ ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή.

Η αμφισβήτηση της ύπαρξης της απαίτησης του καθού η ανακοπή, επιτρέπεται ακόμα και αν αποδεικνύεται έναντι του καθού η εκτέλεση με έγγραφα, αφού η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών δεν δεσμεύει και τους αναγγελθέντες δανειστές, ή με τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει στον καταταγέντα απαίτηση σε βάρος του καθού η εκτέλεση ή αναγνωρίζει υπέρ αυτού προνόμιο, αφού οι μαχόμενοι κατά του κύρους του πίνακα δανειστές, ως τρίτοι έναντι του οφειλέτη, δεν δεσμεύονται, ούτε ωφελούνται από το δεδικασμένο μεταξύ αυτού και άλλου δανειστή (ΑΠ 1907/2011, ΑΠ 1311/2009).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ανακοπής κλπ., τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης (Ολ.

ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004). Αντίθετα, νομική αοριστία της αγωγής , ανακοπής κλπ., η οποία στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει αν το δικαστήριο για τη θεμελίωσή της στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή ή την ανακοπή κλπ.

Κανόνες ουσιαστικού δικαίου θεωρούνται και οι δικονομικοί κανόνες, εφόσον ρυθμίζουν όχι τη διαδικασία αλλά το περιεχόμενο της προσβαλλομένης επί της ουσίας απόφασης, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 975, 978 , 979 παρ. 2 (κατά το μέρος που αναφέρεται στο έννομο συμφέρον) Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 14/1995). Με την αίτησή του το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., αιτιάται (κατά το πρώτο μέρος) το Εφετείο για την απόρριψη του πρώτου λόγου της έφεσής του, με τον οποίο ισχυριζόταν αφενός ότι είναι αόριστοι οι προβληθέντες σε απόκρουση της ανακοπής του ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων περί προνομιακής κατάταξής τους στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του Κ.Πολ.Δ, αφετέρου δε ότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ως βάσιμες τις απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων, δεχόμενο ότι δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους του το ύψος αυτών (απαιτήσεων).

ΙV) Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο , με την προσβαλλομένη απόφασή του και όσον αφορά τον πρώτο λόγο έφεσης, δέχθηκε τα εξής: "Το εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον) με τον πρώτο λόγο έφεσης μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, ότι, μολονότι αυτό με την ένδικη ανακοπή του αμφισβήτησε την ύπαρξη, το μέγεθος και τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεων των είκοσι ένα πρώτων εφεσιβλήτων (ήδη 21 πρώτων αναιρεσιβλήτων) το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτους (αόριστους) τους ισχυρισμούς αυτών, για τη θεμελίωση των απαιτήσεών τους, που κατετάγησαν στον προσβαλλόμενο πίνακα, γιατί αυτοί δεν επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το είδος των απαιτήσεών τους (ποιοτικά και ποσοτικά) και τον προνομιακό χαρακτήρα αυτών, για τις οποίες έχουν καταταγεί στον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης, με άμεση κατά νόμο συνέπεια την παραδοχή της ανακοπής.

Επί πλέον, το εκκαλούν, με τον ίδιο λόγο (πρώτο) υποστηρίζει ότι, μολονότι αυτό (εκκαλούν) με την ανακοπή του αμφισβήτησε, όπως αναφέρθηκε, το ύψος των απαιτήσεων των εφεσιβλήτων, και έτσι οι τελευταίοι είχαν το βάρος απόδειξής τους, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε το ύψος τους (κατά τις αναγγελίες), χωρίς καμία αναφορά στα αποδεικτικά στοιχεία και με την ειδικότερη αιτιολογία ότι αυτό (εκκαλούν) δεν αμφισβήτησε το ύψος των απαιτήσεων και την αιτία οφειλής τους.

Ο υπό κρίση λόγος εφέσεως είναι ... νόμιμος. Όμως δεν είναι και ουσιαστικά βάσιμος και κατά τις δύο, ως άνω, αιτιάσεις του. Και τούτο γιατί, καταρχήν, από την επισκόπηση των έγγραφων προτάσεων, που κατέθεσαν οι 21 πρώτοι εφεσίβλητοι επί της έδρας, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτοί προσδιόρισαν το είδος των απαιτήσεών τους (δεδουλευμένες αποδοχές), εκθέτοντας ο καθένας από αυτούς τις επί μέρους οφειλόμενες αποδοχές (μηνιαίες αποδοχές τους, οφειλόμενα δώρα εορτών και επιδομάτων αδείας κ.λ.π.), που προέρχονταν από την παροχή εξαρτημένης εργασίας (οι 19 πρώτοι εφεσίβλητοι) ή την παροχή νομικών υπηρεσιών (οι 20ος και 21ος ) στην επιχείρηση της οφειλέτιδας ανώνυμης εταιρίας "...", με την ειδικότητα ή ιδιότητα, που αναφέρουν για τον καθένα τους, για τις οποίες αναγγέλθηκαν ως δανειστές και το συνολικό ποσό των δεδουλευμένων οφειλόμενων αποδοχών.

Ακόμη, επικαλέστηκαν τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεών τους, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς τους, προέκυψαν μέσα στη τελευταία διετία από την ημερομηνία του πρώτου πλειστηριασμού (3-11-2004) και σύμφωνα με το άρθρο 31 του ν. 1535/1985 κατατάσσονται στην τρίτη τάξη του άρθρου 975 του ΚΠολΔ. Επομένως, οι εφεσίβλητοι, κατά τα παραπάνω, ανταποκρίθηκαν στο βάρος της επίκλησης των προαναφερόμενων στοιχείων, τα οποία και ήταν αναγκαία για τη θεμελίωση των απαιτήσεων τους.

Επί πλέον, από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής προκύπτει ότι πράγματι το εκκαλούν (αναιρεσείον) δεν αμφισβήτησε ειδικά το ύψος των απαιτήσεων των εφεσιβλήτων. Αυτό, κατ’ ορθή εκτίμηση των εκτιθέμενων, αμφισβήτησε γενικά την ύπαρξη των απαιτήσεων και ειδικότερα τον προνομιακό χαρακτήρα τους.

Σε κάθε δε περίπτωση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν στήριξε την κρίση του για την ουσιαστική θεμελίωση των ως άνω απαιτήσεων από την πιο πάνω, λόγω της μη ειδικής αμφισβήτησης (άρθρ. 261 του ΑΚ), ομολογία του ανακόπτοντος, αλλά στο σύνολο των εγγράφων που οι εφεσίβλητοι (καθών η ανακοπή) προσκόμισαν στο ακροατήριο, από τα οποία (έγγραφα), όπως αυτά και πάλι νόμιμα προσκομίζονται, πράγματι αποδεικνύεται το ύψος των απαιτήσεων που αναγγέλθηκαν και δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση:

Επομένως, εφόσον οι εφεσίβλητοι ανταποκρίθηκαν στο βάρος όχι μόνο της επίκλησης των αναφερόμενων παραπάνω αναγκαίων στοιχείων, αλλά και της απόδειξης των απαιτήσεών τους, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, αφενός δεν κήρυξε απαράδεκτους, λόγω αοριστίας, τους ισχυρισμούς των εφεσιβλήτων, για τη θεμελίωση των απαιτήσεών τους, οι οποίοι κατετάγησαν στο μεταρρυθμισμένο, με την εκκαλούμενη, πίνακα κατατάξεως και αφετέρου δέχθηκε κατ’ ουσία το ύψος των απαιτήσεων αυτών ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος". V) Από την επισκόπηση των ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από 1-11-2006 εγγράφων προτάσεων των 1ης , 2ης , 3ης , 4ης , 5ου , 6ου , 7ου , 8ου , 9ου , 10ου, 11ης , 12ης , 13ου , 14ου , 15ου και 16ης των αναιρεσιβλήτων και των με την ίδια ημερομηνία εγγράφων προτάσεων ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του 20ου αναιρεσιβλήτου, προκύπτει ότι αυτοί προσδιόρισαν ειδικώς το ύψος, το είδος και τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεών τους, κατά την αμέσως προηγούμενη διετία από τον ορισμό του πρώτου πλειστηριασμού κατά την οποία προσέφεραν στην επιχείρηση της καθ’ ης η εκτέλεση ανώνυμης εταιρίας "..." τις υπηρεσίες τους με βάση αντίστοιχες συμβάσεις παροχής νομικών υπηρεσιών (ο 20ος) και εξαρτημένης εργασίας (οι λοιποί ). Επομένως, ορθά το Εφετείο απέρριψε τον συγκεκριμένο λόγο έφεσης ως αβάσιμο κρίνοντας ορισμένους και νόμιμους τους ισχυρισμούς των ως άνω αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος του) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης, απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι ο λόγος αυτός αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος του) και ως προς τους 17ο , 18ο, 19η και 21η των αναιρεσιβλήτων, καθόσον δεν προσκομίζονται οι πρωτόδικες προτάσεις τους, ώστε να ελεγχθεί από την επισκόπησή τους η βασιμότητα ή μη του αναιρετικού αυτού λόγου .

Τέλος, ο λόγος αυτός αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος του) και όσον αφορά τους 22ο και 23η των αναιρεσιβλήτων είναι απορριπτέος , ως απαράδεκτος, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, εφόσον αυτοί όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο περιεχόμενο της οριστικής απόφασης, δεν έχουν καταταγεί στον ανακοπτόμενο πίνακα και δεν διαλαμβάνεται στην αναίρεση συγκεκριμένη αιτίαση, θεξμελιωτική αναιρετικής πλημμέλειας ως προς αυτούς.

Ως προς το δεύτερο σκέλος του και όσον αφορά τους 21 πρώτους των αναιρεσιβλήτων, ο λόγος αυτός αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. (κατ’ ορθή εκτίμησή του), με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη τη βασιμότητα των προνομιακών απαιτήσεων των 21 πρώτων των αναιρεσιβλήτων , είναι επίσης απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Και αυτό διότι, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση το σύνολο των εγγράφων, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Ανεξαρτήτως βέβαια του ότι το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον με την ανακοπή του αμφισβήτησε μόνο την προνομιακή κατάταξη των 21 πρώτων των ήδη αναιρεσιβλήτων, ως προς τις απαιτήσεις τους που προέκυψαν μετά την αρχική ημερομηνία ορισμού του πλειστηριασμού (3-11-2004) και μέχρι την ημερομηνία πραγματικής διενέργειας αυτού ( 9-2-2005), ως προς τις οποίες το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας), με την 67/2007 απόφασή του τους απέβαλε από τον ανακοπτόμενο πίνακα, κάνοντας εν μέρει δεκτή την ανακοπή του αναιρεσείοντος και κατατάσσοντας στη θέση τους για τα ποσά αυτά το αναιρεσείον.

Για πρώτη δε φορά το ανακόπτον - εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ανεπιτρέπτως στο Εφετείο , με τον πρώτο λόγο έφεσης, αμφισβήτησε το ύψος και τον προνομιακό χαρακτήρα των απαιτήσεων των 21 πρώτων των αναιρεσιβλήτων που εμπίπτουν στην διετία πριν τον ορισμό του πρώτου πλειστηριασμού. Επίσης, ο λόγος αυτός (κατά το δεύτερο σκέλος του) όσον αφορά τους 22ο και 23η των αναιρεσιβλήτων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, εφόσον αυτοί δεν έχουν καταταγεί στον ανακοπτόμενο πίνακα και δεν διαλαμβάνεται στην αναίρεση συγκεκριμένη αιτίαση, θεμελιωτική αναιρετικής πλημμέλειας ως προς αυτούς.

VI) Με την αίτησή του το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., αιτιάται (κατά το δεύτερο μέρος) το Εφετείο για την απόρριψη, ως απαράδεκτου λόγω αοριστίας του δεύτερου λόγου της έφεσής του, με τον οποίο αυτό ισχυριζόταν ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως κατέταξε τους αναιρεσίβλητους προνομιακώς και συμμέτρως για ποσά μεγαλύτερα εκείνων, στα οποία θα έπρεπε να καταταγούν.

Στην υπό κρίση περίπτωση και όσον αφορά τον δεύτερο λόγο έφεσης το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "...ο υπό κρίση λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας. Και τούτο, γιατί, στην προκειμένη περίπτωση, που υπάρχουν περισσότερες απαιτήσεις αναγγελθέντων δανειστών, οι οποίες εντάσσονται στην ίδια τρίτη τάξη των γενικών προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως, άλλωστε, συνομολογεί το εκκαλούν με τον ένδικο λόγο εφέσεως, ότι έχουν οι 21 πρώτοι εφεσίβλητοι από παροχή εξαρτημένης εργασίας, ουδόλως προσδιορίζει το εκκαλούν στο εφετήριο ποια είναι τα ποσά, για τα οποία έπρεπε να καταταγεί προνομιακά ο καθένας από τους 21 πρώτους εφεσίβλητους χωριστά, κατά την αληθή έννοια της "σύμμετρης ικανοποίησης", που ορίζει το άρθρο 977 §2 του ΚΠολΔ και πως εξευρίσκονται αυτά (ποσά), με βάση τον ορθό υπολογισμό και τις ανάλογες μαθηματικές πράξεις, ώστε να δυνηθεί το Δικαστήριο τούτο να κρίνει αν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέταξε τους 21 εφεσίβλητους για τα ποσά, που αναφέρονται στην εκκαλουμένη απόφαση.

Συνεπώς, πρέπει ο λόγος αυτός της εφέσεως, κατά το παραπάνω μέρος του, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί είναι αόριστος. Ο ίδιος λόγος (δεύτερος), πρέπει να απορριφθεί και κατά το μέρος που το εκκαλούν (ανακόπτον) υποστηρίζει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέταξε την 19η εφεσίβλητη (48η καθής η ανακοπή), χωρίς η ίδια να έχει ασκήσει ανακοπή, για ποσό μεγαλύτερο (31.474,70 ευρώ) εκείνου της αρχικής, με τον προσβαλλόμενο πίνακα, κατάταξης (18.740,69 ευρώ). Και τούτο γιατί, στο σκεπτικό της εκκαλούμενης απόφασης γίνεται μεν αναφορά στη συνολική (όπως αυτή προέκυψε κατά την τελευταία, πριν τον πλειστηριασμό, διετία) ως άνω απαίτηση (31.474,7 ευρώ) της 19ης εφεσίβλητης πλην όμως η κατάταξή της δεν έγινε για όλο το παραπάνω ποσό, ενώ στην εκκαλουμένη δεν περιέχεται διάταξη, με την οποία η εφεσίβλητη αυτή να κατατάσσεται σε μεγαλύτερο, από εκείνο του πίνακα, ποσό". V

ΙΙ) Με το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλομένης, ορθά το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω λόγο έφεσης όσον αφορά τους 21 πρώτους των εφεσιβλήτων και ήδη 21 πρώτους των αναιρεσιβλήτων, ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας , εφόσον δεν προσδιορίζεται σε ποιο ποσό κατά το αναιρεσείον έπρεπε να καταταγεί ο καθένας από αυτούς προνομιακά, κατά την αληθή έννοια της "σύμμετρης ικανοποίησης", που ορίζει το άρθρο 977 §2 του ΚΠολΔ, ώστε αποβαλλομένων αυτών κατά το υπερβάλλον να καταταγεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη θέση τους.

Επιπρόσθετα και όσον αφορά την κατάταξη της 19ης των αναιρεσιβλήτων, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αλλά και της επικυρωθείσης με την αναιρεσιβαλλομένη πρωτόδικης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή κατετάγη στον ανακοπτόμενο πίνακα για ποσό μόνο 31.474,70 ευρώ, που αφορούσε προνομιακές απαιτήσεις της και όχι για όλο το επιδικασθέν σ’ αυτήν τελεσιδίκως, με την 168/2006 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, ποσό των 50.459,64 ευρώ.

Από δε τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι αυτή στον ανακοπτόμενο πίνακα δανειστών ( ο οποίος δεν προσκομίζεται) είχε καταταγεί για ποσό μικρότερο (18.740,69 ευρώ) εκείνου για το οποίο κατετάγη με την πρωτόδικη απόφαση (31.474,70 ευρώ), χωρίς την άσκηση εκ μέρους της ανακοπής, όπως υποστηρίζει το αναιρεσείον.

Ως εκ τούτου και ο λόγος αυτός αναίρεσης όσον αφορά τους 21 πρώτους των αναιρεσιβλήτων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όσον όμως αφορά τους 22ο και 23η των αναιρεσιβλήτων, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, εφόσον αυτοί δεν έχουν καταταγεί στον ανακοπτόμενο πίνακα, κατά τα ήδη αναφερθέντα ούτε διαλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλομένη συγκεκριμένη αιτίαση, θεμελιωτική αναιρετικής πλημμέλειας, ως προς αυτούς.

Κατόπιν αυτών, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων 4ης , 8ου , 9ου , 10ου , 11ης , 17ου , 18ου , 19ης , 20ου και 23ου των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη όμως κατ’ άρθρο 22 Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του Εισ.

Ν. Κ.Πολ.Δ και όπως αυτό ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 158/2010 απόφασης του Εφετείου Λαμίας

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων 4ης , 8ου , 9ου , 10ου , 11ης , 17ου , 18ου , 19ης , 20ου και 23ου των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρω.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ