Legislator Case Law & Legislation
100/2015 AI generated

100/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 100/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 29/1998).

Legislator headnote

AI generated

100/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): της παρ. 3 του άρθ. 576 ΚΠολΔ προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε με την περί αναβολής απόφαση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 100 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 100/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Τ. (T.) Κ. (...) του S., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καυκόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ε.Β.Ε. με την επωνυμία "SOCOTAB HELLAS EBE", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "PERSONAL INSURANCE ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, ενώ η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Πατεράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από με αριθμ. καταθ. 36752/2-8-2007 και 38700/28-8-2007 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν με την με αριθμ. καταθ. 55731/6-12-2007 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34908/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 870/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-2-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή διάβασε την από 28-4-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 5-2-2012 αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπάγγελτα ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση και στη νέα δικάσιμο που θα προσδιορισθεί με την προαναφερθείσα νέα κλήση, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση απλής ομοδικίας μεταξύ των περισσοτέρων αναιρεσειόντων, ή αναιρεσιβλήτων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι απόντες, οπότε η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της ένδικης αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται νόμιμα ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, όπως το β' εδ.

της παρ. 3 του άρθ. 576 ΚΠολΔ προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε με την περί αναβολής απόφαση.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εκτός από την εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 242 παρ. 2 τελ. εδάφιο ΚΠολΔ (συμφωνία των διαδίκων να δικασθούν χωρίς να παραστούν κατά την εκφώνηση), οπότε στην μετ' αναβολή δικάσιμο καλούνται υποχρεωτικά όσοι διάδικοι δεν ήταν παρόντες κατά την αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεως.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, η αναβολή της συζητήσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή, και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο με νομίμως διορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο, και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά τη δικάσιμο κατά την οποία χώρησε η αναβολή.

Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο κατά την οποία χώρησε και η αναβολή, δεν είχε κλητευθεί νόμιμα να παρασταθεί και δεν παραστάθηκε καθόλου ο μεταγενέστερα μη εμφανιζόμενος διάδικος, η από το πινάκιο αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 1981/ 2014, 2157/2007, 664/2006), αλλά απαιτείται νέα κλήτευσή του με αυτοτελές δικόγραφο νέας κλήσεως για τη συζήτηση που γίνεται μετ' αναβολή με επίδοση της πράξης προσδιορισμού δικασίμου και κλήση για εμφάνιση από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης κατ' άρθρ. 568 ΚΠολΔ.

Την έλλειψη νέας νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης, όταν απαιτείται κατά τα προαναφερθέντα στη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν αναπληρώνει η εξώδικη κλήση ή η γνωστοποίηση της νέας δικασίμου με την επίδοση στον απολειπόμενο διάδικο βεβαιώσεως της γραμματέως της έδρας για την αναβλητική δικάσιμο. Αντίθετα, στην προαναφερθείσα περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 242 παρ. 2 τελευταίο εδάφιο ΚΠολΔ, όταν αναβάλλεται η εκδίκαση της υποθέσεως ενώ είχε προηγηθεί συμφωνία των διαδίκων να δικασθούν χωρίς να παραστούν κατά την εκφώνηση, αρκεί η επίδοση για την μετ' αναβολή δικάσιμο στο διάδικο που δεν ήταν παρών κατά την εκφώνηση της αναβλητικής απόφασης βεβαιώσεως του γραμματέα της έδρας για την αναβολή συζητήσεως της υποθέσεως, αφού στην περίπτωση αυτή με τη συμφωνία των διαδίκων καλύπτεται οποιαδήποτε έλλειψη νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία υπήρξε συμφωνία των διαδίκων να δικασθούν χωρίς να παραστούν κατά την εκφώνηση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο κατά τη σειρά της κατά τη δικάσιμο που αναφέρθηκε κατά την αρχή της παρούσας δεν εμφανίσθηκαν ο πρώτος και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, Π. Τ. και η εταιρεία με την επωνυμία "SOCOTAB HELLAS EBE", ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 τελ.

εδ. ΚΠολΔ. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι αρχική δικάσιμος της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε αρμοδίως η 9 Μαΐου 2014 οπότε η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας στις 24-10-2014. Από τις υπ' αριθ. 8688/19-3-2014 και 8667/18-3-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., που προσκομίζονται στη δικογραφία από τον αναιρεσείοντα, προκύπτει ότι αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την πράξη κατάθεσης και προσδιορισμού δικασίμου της 9-5-2014 και κλήση του επισπεύδοντος αναιρεσείοντος επιδόθηκαν αντίστοιχα στον πρώτο και τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων την 19-3-2014 και 18-3-2014, εκπρόθεσμα όμως, εφόσον από το χρόνο της επιδόσεως μέχρι της συζητήσεως της υποθέσεως δεν μεσολάβησε η προθεσμία των ενενήντα ημερών, που είχε ορισθεί από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, αλλά και ορίζεται και από τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 568 ΚΠολΔ, αλλά μεσολάβησε προθεσμία πενήντα δύο ημερών.

Επομένως, η εκ του πινακίου της δικασίμου της 9 Μαΐου 2014 δοθείσα αναβολή για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο της 24 Οκτωβρίου 2014, δεν ισχύει ως κλήτευση των απολειπομένων και στις δύο δικασίμους της 9-5-2014 και 24-10-2014 πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που δεν είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά τη δικάσιμο εκείνη της 9 Μαΐου 2014.

Εξ άλλου, η έλλειψη της προαναφερθείσας κλητεύσεως για τη δικάσιμο της 9 Μαΐου 2014 που θα στήριζε εάν ήταν νόμιμη και εμπρόθεσμη και την παραδεκτή συζήτηση της υποθέσεως κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο της 24 Οκτωβρίου 2014, δεν αναπληρώνεται από τις προσκομιζόμενες στη δικογραφία από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος υπ' αριθ. 1100/4-7-2014 και 1127/8-6-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κιλκίς, ..., με τις οποίες επιδόθηκαν στους απολειπομένους αναιρεσιβλήτους κεκυρωμένα αντίγραφα βεβαιώσεως αναβολής του γραμματέα της έδρας του δικαστηρίου τούτου για τη δοθείσα αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεως κατά τη δικάσιμο της 9 Μαΐου 2014, με κλήση για τη μετ' αναβολή συζήτηση.

Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως καθόσον αφορά τον πρώτο και τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων μη υποκειμένης δε περιπτώσεως αναγκαίας ομοδικίας στην ένδικη υπόθεση πρέπει η υπόθεση να χωριστεί και η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης να χωρίσει νόμιμα ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία που εκπροσωπείται και παρίσταται νόμιμα κατά την παρούσα συζήτηση.

1. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 29/1998).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου !93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 870/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 31.8.2003 και περί ώρα 3.15 π.μ. ο πρώτος εναγόμενος της Α' αγωγής Π. Τ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης στην Α' αγωγή, η οποία τον προέστησε στην οδήγηση αυτού και το οποίο κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων στην πλαγιαστικώς εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία εκινείτο επί της οδού Λαγκαδά της πόλεως Θεσσαλονίκης, προερχόμενος από την περιφερειακή οδό της Θεσσαλονίκης από την πλευρά της Λαχαναγοράς με κατεύθυνση την πόλη του Κιλκίς, όπου η κατοικία του.

Ο παραπάνω οδηγός μόλις έφθασε στην αερογέφυρα της Σταυρούπολης ακινητοποίησε το όχημά του προ του ερυθρού φωτός σηματοδότη, που υπάρχει στον κόμβο της Περιφερειακής οδού με την οδό Λαγκαδά στο ύψος της ως άνω αερογέφυρας και στη συνέχεια με την αφή του πράσινου φωτός έστριψε αριστερά και κινήθηκε στην ακραία δεξιά λωρίδα της οδού Λαγκαδά, παραπλεύρως της αερογέφυρας και κάτω από αυτή, αφού η ως άνω λωρίδα βρίσκεται σε υψομετρική διαφορά χαμηλότερα από τις δύο λωρίδες της αερογέφυρας με πρόθεση να κατευθυνθεί προς την έξοδο της πόλης.

Η οδός Λαγκαδά είναι διπλής κατεύθυνσης. Στο σημείο της αερογέφυρας της Σταυρούπολης, σχηματίζει ανισόπεδο κόμβο καθώς διαθέτει ένα ρεύμα κυκλοφορίας προς κέντρο πόλεως και ένα ρεύμα κυκλοφορίας προς έξοδο της πόλεως επί της αερογέφυρας, αποτελούμενα το καθένα από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, και επιπλέον παράπλευρες της αερογέφυρας οδούς σε χαμηλότερο επίπεδο, όπως προελέχθη, αποτελούμενες από δύο λωρίδες κυκλοφορίας η κάθε μία, εκατέρωθεν των αντιθέτων ρευμάτων κυκλοφορίας της, εκ των οποίων αυτή που βρίσκεται στα δεξιά του ρεύματος πορείας προς έξοδο πόλης της αερογέφυρας εξυπηρετεί τα οχήματα που εξέρχονται της πόλης ερχόμενα από την Περιφερειακή οδό, ενώ αυτή που βρίσκεται στα δεξιά του ρεύματος πορείας προς είσοδο της πόλης, εξυπηρετεί τα οχήματα που κατευθύνονται προς την πόλη με πρόθεση να εισέλθουν στην Περιφερειακή οδό.

Μετά το τέλος της αερογέφυρας, σε σχέση με την πορεία του ανωτέρω ... ΙΧΕ αυτοκινήτου προς έξοδο της πόλης, όλες οι προαναφερόμενες (συνολικά οκτώ) λωρίδες κυκλοφορίας βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο και σχηματίζουν ενιαίο οδόστρωμα συνολικού πλάτους 28 μέτρων, ενώ διάβαση πεζών δεν υπάρχει σε κοντινή απόσταση.

Μετά την αερογέφυρα δεν υπάρχει τεχνητός φωτισμός και έτσι όσο απομακρύνεται κανείς από αυτήν προς την έξοδο της πόλης οι συνθήκες φωτισμού της οδού καθίστανται όλο και περισσότερο ανεπαρκείς. Όλα τα παραπάνω αποδεικνύονται πλήρως από την από 31-8-2003 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας που τη συνοδεύει, καθώς και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος.

Κατά τον προαναφερόμενο χρόνο το οδόστρωμα της οδού Λαγκαδά ήταν ξηρό, επικρατούσε καλοκαιρία και η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ήταν αραιή. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο εναγόμενος Π. Τ. ερχόμενος, όπως αναφέρθηκε, από την Περιφερειακή οδό της Θεσσαλονίκης, κινούνταν επί της οδού Λαγκαδά παραπλεύρως της αερογέφυρας της Σταυρούπολης με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλης, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 57 χλμ/ώρα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 50 χλμ/ώρα στην οδό (βλ.

την έκθεση αυτοψίας και το από 19-9-2003 δελτίο ιχνών τροχοπέδησης οδικού τροχαίου ατυχήματος). Κατά την ίδια ώρα ο κυρίως ενάγων Τ. Κ., μαζί με τους άλλους δύο άνδρες, τους Ζ. Κ. και Μ. Σ., ξεκινώντας πεζοί από το ύψος του πρατηρίου υγρών καυσίμων της "SHELL", το οποίο βρίσκεται στο ρεύμα εισόδου της Πόλης με κατεύθυνση προς Περιφερειακή οδό (δηλαδή αριστερά και προς το τέλος της αερογέφυρας σε σχέση με την πορεία του ανωτέρω ...

αυτοκινήτου) επιχειρούσαν να διασχίσουν κάθετα το οδόστρωμα της οδού Λαγκαδά, προκειμένου να φθάσουν στην απέναντι πλευρά αυτής. Όταν το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος έφθασε στο σημείο που τελειώνει η αερογέφυρα και το επίπεδο αυτής βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την παράπλευρη οδό (στο σημείο όπου τελειώνει η υπάρχουσα μεταλλική διαχωριστική μπάρα, η ποία διαχωρίζει το οδόστρωμα της αερογέφυρας από αυτό της παράλληλης λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Λαγκαδά όπου εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος) αυτός αντιλήφθηκε τους δύο πεζούς να κινούνται κάθετα από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων, τους οποίους δεν ήταν δυνατόν να αντιληφθεί ενωρίτερα, λόγω της υψομετρικής διαφοράς των δύο επιπέδων, δηλαδή της αερογέφυρας και της παράλληλης λωρίδας της οδού Λαγκαδά, όπου εκινείτο ο ίδιος και η οποία, όπως προελέχθη βρίσκεται χαμηλότερα.

Οι παραπάνω πεζοί, ήταν οι Ζ. Κ. και Μ. Σ., οι οποίοι μαζί με τον ενάγοντα είχαν ξεκινήσει να διασχίζουν το οδόστρωμα της άνω οδού καθέτως από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος του πρώτου εναγομένου. Αυτός, στη θέα των δύο παραπάνω πεζών άρχισε να τροχοπεδεί, οι δε πεζοί αντιλαμβανόμενοι το επερχόμενο όχημα ακινητοποιήθηκαν στο προαναφερόμενο σημείο.

Αμέσως μετά ο πρώτος εναγόμενος οδηγός αντιλήφθηκε και τον τρίτο πεζό, ενάγοντα, ο οποίος ευρίσκετο πίσω από τους προηγούμενους πεζούς και σε απόσταση περίπου 10 μέτρων από αυτούς να εισέρχεται χωρίς έλεγχο στο οδόστρωμα της λωρίδας κυκλοφορίας του οχήματός του. Η εν λόγω λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Λαγκαδά έχει πλάτος 7 μέτρων, όπως και οι προηγούμενες τρεις και ο πρώτος εναγόμενος, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας κινούνταν στο αριστερό τμήμα αυτής σε σχέση με την πορεία του.

Στη θέα του τρίτου πεζού, που εμφανίστηκε πίσω από τους προαναφερόμενους, ακινητοποιημένους, δύο πεζούς, ο πρώτος εναγόμενος συνέχισε την τροχοπέδηση, που ήδη είχε ξεκινήσει όταν είδε τους δύο προηγούμενους, προβαίνοντας μάλιστα και σε ελαφρύ ελιγμό προς τα δεξιά, ώστε να δώσει τα τοπικά και χρονικά περιθώρια στον άνω (τρίτο) πεζό να διακόψει την είσοδό του στο οδόστρωμα της λωρίδας κυκλοφορίας του, τούτο δε εν όψει και της πολύ μικρής απόστασης που χώριζε το όχημα του άνω εναγομένου από αυτόν.

Ο τελευταίος όμως αυτός πεζός (ενάγων) συνέχισε παρά ταύτα την κάθετη πορεία του από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος του πρώτου εναγομένου και κινήθηκε μπροστά από αυτό, με αποτέλεσμα να παρασυρθεί από το όχημα του πρώτου εναγομένου με το εμπρόσθιο και δεξιό τμήμα του, ενώ είχε διασχίσει το μισό περίπου πλάτος της παραπάνω λωρίδας κυκλοφορίας.

Αμέσως μετά το ατύχημα ο οδηγός, πρώτος εναγόμενος, όπως κατέθεσε προανακριτικά, διαπίστωσε ότι ο πεζός κρατούσε στο χέρι του ένα κουτί μπύρας και από το δείγμα αίματος αυτού που εξετάσθηκε διαπιστώθηκε ότι η περιεκτικότητα του αίματός του σε οινόπνευμα ήταν 1,08 ο/οο σύμφωνα με την 3022/10/1460-δ' έκθεση εξέτασης αίματος της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Β.

Ελλάδος. Το σημείο παράσυρσης του πεζού - ενάγοντος απέχει 15 περίπου μέτρα από το τέλος της αερογέφυρας, όπου το οδόστρωμα της οδού αρχίζει να βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο και από όπου ξεκίνησε την τροχοπέδηση ο πρώτος εναγόμενος οδηγός, αντιλαμβανόμενος πρώτα τους δύο πρώτους πεζούς, φίλους του ενάγοντος, όπως αποδείχθηκε.

Από το προαναφερόμενο σημείο διαπιστώθηκε ότι ξεκίνησαν τα ίχνη τροχοπέδησης στο οδόστρωμα, όπως φαίνεται στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας και τα οποία συνέχισαν με φορά ελαφρώς πλάγια προς τα δεξιά και σε απόσταση άλλων εννέα μέτρων, μετά το σημείο παράσυρσης του πεζού. Από το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης (24 μέτρων συνολικά) διαπιστώθηκε ότι η ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο πρώτος εναγόμενος ανερχόταν σε 57 χιλιόμετρα ωριαίως, οποία είναι ελαφρώς μεγαλύτερη του ανώτατου επιτρεπομένου στο άνω σημείο ορίου των 50 χιλιομέτρων.

Η πολύ μικρή αυτή υπέρβαση του ορίου ταχύτητας δεν συνδέεται παρά ταύτα αιτιωδώς με το ατύχημα, το οποίο εν πάσει περιπτώσει δεν θα αποφεύγονταν λόγω της πολύ μικρής απόστασης από την οποία έγινε αντιληπτός από τον πρώτο εναγόμενο ο άνω πεζός, οποία απόσταση ανέρχονταν σε 10 μέτρα ως προελέχθη και η οποία δεν ήταν αρκετή ώστε να ακινητοποιηθεί το όχημά του ακόμα και αν η ταχύτητά του ανήρχετο σε 50 χιλιόμετρα ωριαίως.

Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν προκύπτει ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του ήταν ο ίδιος ο πεζός, ο οποίος ενώ ήταν νύχτα (3,15 π.μ.) και ευρίσκετο σε κατάσταση μέθης προσπάθησε να διασχίσει εκτός διαβάσεων πεζών την προαναφερόμενη οδό, πολύ μεγάλου πλάτους (28 μ.) η οποία δεν φέρει στο προαναφερόμενο σημείο της τεχνητό φωτισμό.

Ειδικότερα μάλιστα, φθάνοντας στο ύψος αυτής όπου τελειώνει η υπάρχουσα αερογέφυρα όφειλε να ελέγξει την παράπλευρη αυτής οδό (τέταρτη λωρίδα κυκλοφορίας) από αριστερά του, ώστε να διαπιστώσει την ύπαρξη του επερχόμενου οχήματος, το οποίο ευχερώς θα αντιλαμβανόταν από τα φώτα του και είχε όλα τα χρονικά και τοπικά περιθώρια να διακόψει την κίνησή του, ώστε να περάσει το κινούμενο όχημα του άνω εναγόμενου, όπως ακριβώς έκαναν οι προηγούμενοι δύο πεζοί φίλοι του, οι οποίοι μάλιστα μετά το συμβάν δήλωσαν στον εναγόμενο οδηγό, όπως προκύπτει από την προανακριτική του κατάθεση, ότι προσπάθησαν με τις φωνές τους να το πείσουν να διακόψει την κάθετη πορεία του μπροστά από το επερχόμενο όχημα, αλλά δεν το κατόρθωσαν.

Αντίθετα ο ενάγων πεζός, χωρίς έλεγχο, λόγω και της κατάστασης μέθης στην οποία ευρίσκετο, εισήλθε ανέλεγκτα στην λωρίδα κυκλοφορίας του οχήματος του πρώτου εναγόμενου και στην τροχιά αυτού, ενώ το τελευταίο ευρίσκετο σε πολύ μικρή απόσταση (δέκα μέτρων περίπου) από δεξιά του μάλιστα ενώ ήταν νύχτα, δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός, δεν κυκλοφορούν συνήθως πεζοί στο προαναφερόμενο σημείο και ο οδηγός που κινείται παραπλεύρως της αερογέφυρας δεν έχει οπτικό πεδίο ελεύθερο προς τα αριστερά του, λόγω του διαφορετικού ύψους του επιπέδου αυτής προς τα επάνω, από την παράπλευρη λωρίδα (όπου κινούνταν ο πρώτος εναγόμενος) και των υπαρχόντων σιδερένιων φρακτών μεταξύ αυτής (παράπλευρης λωρίδας) και της αερογέφυρας, παραβιάσας το άρθρο 38 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ.

Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω ήταν να αιφνιδιαστεί ο οδηγός πρώτος εναγόμενος, ο οποίος έπραξε όπως θα έπραττε κάθε μέτρια συνετός οδηγός που θα ευρίσκετο σε παρόμοιες με αυτόν συνθήκες. Πράγματι αυτός, στη θέα των δύο πρώτων πεζών φίλων του ενάγοντος και αμέσως μετά στη θέα του τελευταίου άρχισε και συνέχισε την τροχοπέδηση του οχήματός του, προέβη δε και σε ελαφρύ ελιγμό προς τα δεξιά ώστε να δώσει την ευκαιρία στον πεζό να διακόψει την πορεία του, πράγμα που ο τελευταίος δεν έκανε λόγω της κατάστασης μέθης στην οποία ευρίσκετο.

Ο παραπάνω οδηγός δεν ήταν δυνατόν να προβεί σε ελιγμό προς αριστερά, λόγω των μικρών χρονικών και τοπικών περιθωρίων που είχε κι επειδή είχε διαπιστώσει ότι από αριστερά του κινούνταν αφενός ο πεζός, υπήρχε δε εξ ετέρου κίνδυνος να συγκρουσθεί με τυχόν επερχόμενα επάνω από την αερογέφυρα οχήματα, τα οποία κατείχαν την προς έξοδο της πόλης αυτής λωρίδα κυκλοφορίας, των οποίων την ύπαρξη δεν ήταν δυνατόν να διαπιστώσει εγκαίρως λόγω της υψομετρικής διαφοράς των δύο ως άνω λωρίδων κυκλοφορίας.

Με την υπ' αριθμόν 22728/20.11.2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ο πρώτος εναγόμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια του ενάγοντος πεζού, η παραπάνω όμως απόφαση δεν ασκεί επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου αυτού, σύμφωνα με την οποία αποκλειστικά υπαίτιος του τραυματισμού του υπήρξε ο ενάγων πεζός.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τις υπ' αριθμόν καταθέσεως 36752/2007 και 38700/2007 αγωγές (ευθεία και πλαγιαστική) και στη συνέχεια την υπ' αριθμ. καταθέσεως 55731/ 2007 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και εμμέσως παρεμπίπτουσα αγωγή ως άνευ αντικειμένου, δεχόμενο, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία ότι αποκλειστικά υπαίτιος του τραυματισμού του είναι ο ενάγων πεζός.

Επομένως σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε".

Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν οι αγωγές που είχε ασκήσει (κύρια και παρεμπίπτουσα) κατά των αναιρεσιβλήτων ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298 300, 330 και 914 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος ενάγοντος στον ένδικο τραυματισμό του και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς και του τραυματισμού του αναιρεσείοντος ενάγοντος που δεν διακόπηκε από την μεσολαβήσασα παράβαση εκ μέρους του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 του ΚΟΚ σε σχέση με την κίνηση του οχήματός του με ταχύτητα 57 χιλιομέτρων την ώρα αντί του ανωτάτου ορίου των 50 χιλιομέτρων, αλλά και της διάταξης του άρθρου 16 παρ. 4 του ΚΟΚ σε σχέση με την κίνηση του οχήματος κατά το δυνατόν στο μέσον μιας λωρίδας, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος και της αιτιώδους συνάφειας αποκλειστικά αυτής με τον προκληθέντα τραυματισμό του, αλλά και της έλλειψης οποιασδήποτε αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προαναφερθείσας οδηγικής συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού και της παράσυρσης του αναιρεσείοντος πεζού.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ανυπαρξία υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού στο ζημιογόνο αποτέλεσμα. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα, εφόσον άλλωστε η υπαγωγή όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών και του ΚΟΚ που εφαρμόσθηκαν δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Εξ άλλου, οι ίδιοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος συνετέλεσε αιτιωδώς οποιαδήποτε υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με το ότι:

α) δεν προσδιορίζεται στην απόφαση η απόσταση που διήνυσε ο αναιρεσείων πεζός επί του οδοστρώματος από την έναρξη της τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσίβλητου μέχρι την παράσυρση του πεζού, β) υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ της απόστασης που διήνυσε ο πεζός και το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσίβλητου μέχρι την παράσυρση, γ) δεν αιτιολογείται επαρκώς η ανέλεγκτη είσοδος στο οδόστρωμα του αναιρεσείοντος πεζού στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 38 § 4 του ΚΟΚ είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες αναλυτικά ουσιαστικές παραδοχές της, που δεν βρίσκονται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 22728/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός κρίθηκε συνυπαίτιος του ένδικου ατυχήματος και του επιβλήθηκε αμετάκλητα ποινή φυλακίσεως 6 μηνών για τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος.

Το αποδεικτικό δε αυτό στοιχείο είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και την προαναφερθείσα απόφαση, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για την ύπαρξη υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού στο ένδικο ατύχημα, με την ειδική σκέψη ότι η κρίση αυτή δεν αναιρείται από την προαναφερθείσα ποινική καταδικαστική απόφαση που λήφθηκε υπόψη στο σύνολό της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το πιο πάνω έγγραφο στο σύνολό τους για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.

Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "PERSONAL INSURANCE ΑΕΓΑ" να μη διαταχθεί όμως η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ' άρθρο 495 παρ. 4 εδ. 4 ΚΠολΔ, εφόσον με την παρούσα απόφαση δεν κρίνεται τελειωτικά η βασιμότητα της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της τρίτης αναιρεσίβλητης που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις (άρθρο 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 5-2-2012 αίτησης αναίρεσης, για αναίρεση της υπ' αριθ. 870/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, κατά διαχωρισμό ως προς την ευθύνη της τρίτης αναιρεσίβλητης Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "PERSONAL INSURANCE ΑΕΓΑ", ως προς την οποία νομίμως χωρεί η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "PERSONAL INSURANCE Α.Ε.Γ.Α". Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της τρίτης αναιρεσίβλητης εκ δύο χιλιάδων εφτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ