100/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 100 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 100/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μ...
Legislator headnote
AI generatedKeywords
AI generatedRelated Decisions
Full text
Απόφαση 100 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 100/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ-ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ ΑΕΓΕΚ-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΑΤΕΒΕ" (πρώην "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΑΤΕΒΕ", πρώην "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ-ΓΕ ΚΑΤ ΑΤΕ ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΤΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΑΤΕΒΕ", η οποία έχει έδρα της το Δήμο ..., και εκπροσωπείται νομίμως από τη διαχειρίστρια και μέλος αυτής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", εδρεύουσα ως άνω, νομίμως εκπροσωπουμένη. Των μελών αυτής ήτοι: α) ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ", που έχει την έδρα της στο Δήμο ... και εκπροσωπείται νομίμως, β) ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΕΔΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ-ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον δ.τ. ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ, η οποία βρίσκεται υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία Γ.Ε.Κ.Α.Τ. Α.Τ.Ε. λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, που έχει την έδρα της στην ..., και εκπροσωπείται νομίμως, γ) ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία: "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΣΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", και τον δ.τ. ΑΕΓΕΚ που έχει την έδρα της στο ..., και εκπροσωπείται νομίμως, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον δ.τ. ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ Α.Τ.Ε", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της 2ης από την 1η και δ) ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ Α.Τ.Ε.Β.Ε. που έχει την έδρα της στην ...και εκπροσωπείται νομίμως. Όλες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Ζέππου.
Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΔΗΜΩΝ ΠΕΙΡΑΙΑ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ για την ίδρυση κοινού Νεκροταφείου", το οποίο εδρεύει στο κτίριο της Διοίκησης του Νεκροταφείου, στη θέση Λακώματα Σχιστού Σκαραμαγκά, εντός της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Περάματος και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Κοτέα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1493/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24-11-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 27-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται και ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 32/1996). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 966 Α.Κ., πράγματα εκτός συναλλαγής είναι, μεταξύ άλλων, και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών. Σ' αυτά περιλαμβάνονται και τα κοιμητήρια (νεκροταφεία), τα οποία ανήκουν κατά κυριότητα στους ιδρύσαντες αυτά δήμους και κοινότητες, που έχουν τη διοίκηση και διαχείρισή τους, αποτελούν δε δημόσια περιουσία και δεν είναι δεκτικά κατασχέσεως (άρθρο 2 § 2 Α.Ν. 582/1968 "περί δημοτικών και κοινοτικών κοιμητηρίων" -Ολ.Α.Π. 17-18/2002). Σε ιδιαίτερο χώρο του νεκροταφείου μπορεί να παραχωρηθεί με διοικητική σύμβαση από τον διοικούντα αυτό δήμο, κοινότητα ή σύνδεσμο δήμων προς τρίτο, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, χωριστό αυτοτελές δικαίωμα, προκειμένου να τον χρησιμοποιεί ή να τον εκμεταλλεύεται, κατά τους καθοριζόμενους από τον κανονισμό λειτουργίας του νεκροταφείου όρους, εφ' όσον με την παραχώρηση αυτή εξυπηρετείται και σε κάθε περίπτωση δεν αναιρείται η κοινή χρήση (άρθρο 970 Α.Κ.). Τέτοια παραχώρηση αποτελεί και αυτή προς τρίτο πρόσωπο για το σκοπό λειτουργίας κυλικείου, που θα εξυπηρετεί αποκλειστικά τους προσερχόμενους στις τελετουργικές εκδηλώσεις του κοιμητηρίου [άρθρο 13 εδάφ. α' της Υ.Α. Α5/1210 της 19.4/10.5.1978 (Εσωτερικών και Κοινωνικών Υπηρεσιών) "περί όρων για την ίδρυση κοιμητηρίων"]. Ο χώρος αυτός, καθώς και το (συστατικό) επ' αυτού οικοδόμημα, δεν αποβάλλει το χαρακτήρα του ως πράγματος εκτός συναλλαγής, αφού περιλαμβάνεται εντός των εδαφικών ορίων του κοιμητηρίου, η δε ίδρυση και λειτουργία του είναι συνυφασμένη με την αντίστοιχη λειτουργία τούτου. Επομένως, εξακολουθεί να αποτελεί δημόσια περιουσία του Δήμου και είναι ακατάσχετη, γι' αυτό δε κατά της αξιώσεως του Δήμου ή του Συνδέσμου Δήμων προς απόδοση του δεν επιτρέπεται συμψηφισμός (άρθρο 451 Α.Κ.), ούτε μπορεί να προβληθεί εναντίον της αξιώσεως αυτής το δικαίωμα επισχέσεως από τον νεμόμενο ή κατέχοντα χωρίς δικαίωμα για κάποια συναφή ανταπαίτησή του (άρθρο 327 Α.Κ.). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: Στην αποκλειστική κυριότητα του ενάγοντος "Συνδέσμου Δήμων Πειραιά και Δυτικής Αττικής για την ίδρυση κοινού Νεκροταφείου", ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που συστήθηκε με σκοπό, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του, την ίδρυση και λειτουργία κοινού δημοτικού κοιμητηρίου των δήμων που το απαρτίζουν, περιήλθε με παράγωγο τρόπο, λόγω δωρεάς από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, δυνάμει των υπ' αριθμ. .../1992 και .../1998 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ανδρέα Χρονόπουλου (το δεύτερο είναι διορθωτικό και επαναληπτικό του πρώτου), μεταγραφέντων στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς (τόμος ... και αριθμός 101 το πρώτο, τόμος ... και αριθμός 152 το δεύτερο), εδαφική έκταση 330 στρεμμάτων ευρισκόμενη στην περιοχή "..." ... του Δήμου ... . Τούτο, άλλωστε, συνομολογείται υπό των εναγομένων. Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι με διοικητική σύμβαση, που συνήψε μετά της πρώτης των εναγομένων κοινοπραξίας, μέλη της οποίας αποτελούν οι λοιπές τέσσερις τούτων, αυτή ανέλαβε τη μελέτη, κατασκευή και χρηματοδότηση του παραπάνω κοινού κοιμητηρίου στην προαναφερθείσα έκταση αντί εργολαβικού ανταλλάγματος, που καθορίσθηκε στην παραχώρηση και εκμετάλλευση της χρήσεως ορισμένων χώρων και εγκαταστάσεων του κοιμητηρίου, μεταξύ των οποίων και του μοναδικού κυλικείου, ευρισκόμενου εντός του χώρου του κοιμητηρίου προοριζόμενου αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση των προσερχόμενων στις τελετουργικές εκδηλώσεις του κοιμητηρίου προσώπων, επί χρονικό διάστημα έξι ετών από την έναρξη της πλήρους λειτουργίας του. Με τον Κανονισμό Λειτουργίας και Δικαιωμάτων Χρήσεως του Νεκροταφείου, έτους 1997, ως χρόνος ενάρξεως της πλήρους λειτουργίας του καθορίσθηκε ο χρόνος της πρώτης ταφής, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 28.2.1998, οπότε και οι εναγόμενες απέκτησαν τη χρήση και εκμετάλλευση του κυλικείου, εγκατασταθείσες σ' αυτό. Το χρονικό αυτό σημείο ενάρξεως δεν αναιρείται ούτε διαφοροποιείται από τον συμβατικό όρο (άρθρο 15 αριθμ. 5 της από 26.7.1994 συμβάσεως παραχωρήσεως), σύμφωνα με τον οποίο οι συγκροτούντες τον ενάγοντα σύνδεσμο δήμοι ανέλαβαν την υποχρέωση όπως, από της ενάρξεως λειτουργίας του κοινού νεκροταφείου, διακόψουν τη λειτουργία των υπαρχόντων νεκροταφείων τους (Αναστάσεως, Νεαπόλεως και Περάματος), διότι, κατά τη συμφωνία των μερών, η εν λόγω υποχρέωση δεν χαρακτηρίσθηκε ως στοιχείο προσδιοριστικό του χρόνου ενάρξεως λειτουργίας του κοινού νεκροταφείου ή του χρόνου παραχωρήσεως των εργολαβικών ανταλλαγμάτων. Ενισχυτικό της απόψεως αυτής είναι και το γεγονός ότι, για την περίπτωση παραβιάσεως της υποχρεώσεως των παραπάνω δήμων (μελών του ενάγοντος) για διακοπή της λειτουργίας των δημοτικών νεκροταφείων, συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα σε βάρος του ενάγοντος Συνδέσμου, ποσού 500.000.000 δραχμών για κάθε νεκροταφείο, που θα εξακολουθούσε να λειτουργεί παρά τους όρους της συμφωνίας, δηλαδή συνολικού ποσού για τα τρία νεκροταφεία 1 500.000.000 δραχμών (άρθρο 7 της παραπάνω συμβάσεως). Επιπρόσθετα σημειώνεται ότι από της παραπάνω ημερομηνίας (28.2.1998) οι εναγόμενες έχουν εγκατασταθεί στο επίδικο κυλικείο και το εκμεταλλεύονται, αποκομίζοντας σημαντικά οικονομικά οφέλη, αν ληφθεί υπ' όψη ότι μηνιαία πραγματοποιούνται κατά μέσο όρο τριακόσιες ταφές. Η διαπίστωση της ενάρξεως λειτουργίας του παραπάνω κοινού νεκροταφείου την 28η Φεβρουαρίου 1998 και της ταυτόχρονης εγκαταστάσεως των εναγομένων στο κυλικείο του και εκμεταλλεύσεως τούτου παρ' αυτών δεν αναιρείται από το γεγονός ότι μετά την εν λόγω ημερομηνία εξακολούθησαν να πραγματοποιούνται ορισμένες, εντελώς περιορισμένες κατ' αριθμό, ταφές στα επί μέρους δημοτικά νεκροταφεία και ειδικότερα σε οικογενειακούς τάφους προσώπων είτε απ' ευθείας δικαιούχων είτε με το σύστημα της "φιλοξενίας". Υπ' αυτά τα δεδομένα ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι δεν έχει συντελεσθεί η έναρξη του συμβατικού χρόνου παραχωρήσεως της χρήσεως του επίδικου κυλικείου, είναι αντίθετος προς τις διαγραφόμενες στα άρθρα 200 και 288 Α.Κ. αρχές της καλόπιστης ερμηνείας και εκτελέσεως των συμβάσεων. Τέλος δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο ενάγων, με τις από 13.10.2003 εξώδικες προσκλήσεις του, κάλεσε τις εναγόμενες να του αποδώσουν το επίδικο κυλικείο στη λήξη του χρονικού ορίου της παραχωρήσεως του (29.2.2004) και τους εκπροσώπους τους να προσέλθουν την 1η Μαρτίου 2004 στο γραφείο του προέδρου του προς υπογραφή του σχετικού πρωτοκόλλου (υπ' αριθμ. 14553 & 14554/29.10.2003 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ...), χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα, αφού οι εναγόμενες παρέμειναν και μετά την παραπάνω καταληκτική ημερομηνία στη νομή και κατοχή του κυλικείου, αντιποιούμενες τη νομή του ενάγοντος και προσβάλλοντας την κυριότητα του ώστε η ένδικη αγωγή είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, ενώ απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσία είναι οι ισχυρισμοί των εναγομένων περί κατοχής του επιδίκου δυνάμει δικαιώματος (άρθρο 1095 Α.Κ.), αλλά και περί ενιαυσίας παραγραφής (άρθρο 992 Α.Κ.), αφού από τότε που έπρεπε να αποδώσουν το παραχωρηθέν σ' αυτές κυλικείο (29.2.2004), κατέχοντας έκτοτε αυτό παράνομα και χωρίς δικαίωμα, μέχρι της 28ης Φεβρουαρίου 2005, που ασκήθηκε η ένδικη αγωγή δεν παρήλθε έτος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που δέχθηκε την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος κατ' αυτών και αναγνώρισε την κυριότητα και νομή του τελευταίου στο επίδικο εδαφικό τμήμα μετά του επ' αυτού κυλικείου και υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες να το αποδώσουν σ' αυτό. Με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το επίδικο αποτελεί πράγμα εκτός συναλλαγής και στη συνέχεια να απορρίψει την ένστασή τους για επίσχεση του επιδίκου μέχρι της καταβολής από τον αναιρεσίβλητο των σ'αυτή αναφερομένων οφειλών του προς αυτές, παραβίασε τις διατάξεις που αναφέρονται στην παραπάνω νομική σκέψη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο χώρος στον οποίο βρίσκεται το κυλικείο, καθώς και το οικοδόμημα αυτό, περιλαμβανόμενος εντός των εδαφικών ορίων του κοιμητηρίου, η λειτουργία του οποίου (κυλικείου) είναι συνυφασμένη με την αντίστοιχη λειτουργία του τελευταίου, δεν έχει αποβάλλει το χαρακτήρα του ως πράγματος εκτός συναλλαγής και άρα ως περιουσία του Δήμου είναι ακατάσχετη και, συνεπώς, δεν χωρεί εναντίον της αξ\ωσης αυτής το σχετικό δικαίωμα επίσχεσης. Εξάλλου, με την παραπάνω κρίση του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι δεν χωρεί η ένσταση της επισχέσεως κατά της ένδικης αξίωσης, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο αφενός μεν της συνδρομής των όρων των διατάξεων των άρθρων 327 και 966 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και αφετέρου της διάταξης του άρθρου 325 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε διότι δεν συνέτρεχαν οι όροι αυτής. Η επικαλούμενη δε από τις αναιρεσειουσες αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλλόμενης απόφασης, ότι δηλαδή, ενώ αυτή δέχεται ότι η παραχώρηση του κυλικείου στην πρώτη αναιρεσείουσα δεν αναιρεί την ιδιότητα του χώρου ως κοινόχρηστου, στη συνέχεια δέχεται ότι η παραμονή αυτών στο κυλικείο συνιστά αντιποίηση της νομής, δεν αφορά ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού δεν πρόκειται για αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Επομένως οι, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης και δη ο μεν τρίτος, κατά το δεύτερο τμήμα του, είναι αβάσιμος, ο δε τέταρτος είναι απαράδεκτος.
ΙΙ. Ο κατά το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το πολιτικό δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση, που κατά νόμο, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ.2 εδ.γ' ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ.1 και 2 του Συντάγματος "στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου" (παρ.1). "Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει" (παρ.2). Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 95 παρ.1 του Συντάγματος προκύπτει, ότι διοικητικές διαφορές ουσίες είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον ο νόμος, στην περίπτωση αυτή, οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (Ολ ΑΠ 20/1998). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1094 και 1095 Α.Κ., συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 987 και 998 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι ο κύριος και νομέας πράγματος (κινητού ή ακινήτου) σε περίπτωση που έχει παραχωρήσει τη χρήση (κατοχή) σε τρίτο για ορισμένο χρονικό διάστημα με σύμβαση ως εξόφληση εργολαβικού ανταλλάγματος, δικαιούται, μετά τη λήξη του χρόνου παραχώρησης, να ασκήσει προς απόδοση του πράγματος τόσο τη διεκδικητική αγωγή ή την αγωγή προστασίας σε περίπτωση αποβολής από τη νομή, όσο και την αγωγή από την ενοχική σύμβαση της παραχώρησης (εργολαβικό) (Ολ.ΑΠ 805/1973). Με τον πρώτο, από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι, ενόψει του ότι η προκειμένη διαφορά ως διοικητική διαφορά υπάγεται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, το Εφετείο, με το να απορρίψει τη σχετική ένστασή τους, υπερέβη τη δικαιοδοσία του και έτσι υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού η προκειμένη διαφορά αφορά διεκδικητική ακινήτου αγωγή και παράλληλα αναγνωριστική της νομής του ίδιου ακινήτου αγωγή και, επομένως, υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
ΙΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεως του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε ολιγότερα των αξιουμένων από το νόμο. Η περαιτέρω ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής που αφορά την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, ελέγχεται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Με το δεύτερο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, συνιστάμενη στο ότι παρά το νόμο το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης των αναιρεσειουσών, κατά τον οποίο θα έπρεπε ν' απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως αόριστη, επειδή δεν προσδιορίζεται σ'αυτή το κυλικείο κατά θέση (εντός του κοιμητηρίου), όρια, έκταση και όγκο (εφόσον πρόκειται περί κτίσματος). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το κυλικείο επαρκώς προσδιορίζεται σε τρόπον ώστε να μη δημιουργείται καμμία αμφιβολία για την ταυτότητά του, ενόψει και του ότι είναι το μοναδικό κυλικείο στο κοιμητήριο ... του Δήμου ... .
IV. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, που εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκαν, ευθέως ή εκ πλαγίου, οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών. Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας. Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ως αφετηρία της εξαετούς διάρκειας εκμετάλλευσης του κυλικείου την 28.2.1998 (χρονολογία που τέθηκε στον Κανονισμό λειτουργίας και δικαιωμάτων χρήσεως του νεκροταφείου) και όχι το χρόνο διακοπής της λειτουργίας των νεκροταφείων Αναστάσεως, Νεαπόλεως και Περάματος, παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων και, επομένως, δεν ήταν ανάγκη να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.11.2008 αίτηση της Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΕ-ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ Α.Ε.Γ.Ε.Κ. - ΕΛΛΗΝΙΚΗ Α.Τ.Ε.Β.Ε" κ.ά., για αναίρεση της 80/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ