100/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated100/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, η σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 100 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 100/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ευστράτιος Μαυραγάνης.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών Thessaloniki Business School Ε.Π.Ε" και το διακριτικό τίτλο "ICBS Thessaloniki Business School", που εδρεύει στη ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Αθανάσιος Γεωργιάδης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.10.2004 αγωγή του ήδη αναιρεαείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23904/2006 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1319/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15.09.2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 23.10.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν.765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ. ΝΑΚ), συνάγεται ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας, και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.
Εξάλλου, η σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι'αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από τα στοιχεία αυτά.
Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ'αυτή εργαζόμενο, συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από τον εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ.ΑΠ 28/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: Η αναιρεσίβλητη έχει ως αντικείμενο την παροχή στους σπουδαστές προγραμμάτων προπτυχιακών και μεταπτυχιακών σπουδών στους τομείς της Διοίκησης επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Kingston της Αγγλίας.
Απασχολεί μόνιμο προσωπικό καθώς και ελεύθερους εξωτερικούς συνεργάτες, οι οποίοι αναλαμβάνουν να διδάξουν στους σπουδαστές που φοιτούν τα μαθήματα της ειδικότητάς τους. Ο αναιρεσείων που είναι καθηγητής της Αγγλικής γλώσσας ανέλαβε ως εξωτερικός συνεργάτης την 1-10-1992, να διδάξει στους σπουδαστές του εργαστηρίου στο μάθημα της αγγλικής γλώσσας, την σχετική με την ειδικότητα του προγράμματος ορολογία προκειμένου οι σπουδαστές να είναι προετοιμασμένοι, για τη συνέχιση των σπουδών τους σε αγγλόφωνα Πανεπιστήμια του εξωτερικού.
Με βάση την καταρτισθείσα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ο αναιρεσείων θα δίδασκε την ορολογία στην Αγγλική γλώσσα κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-1992 ως 15-7-1993 που διαρκούσαν τα μαθήματα της σχολής. Το μάθημα της εκμάθησης της Αγγλικής γλώσσας δεν συμπεριλαμβάνεται στο πρόγραμμα των μαθημάτων του Πανεπιστημίου Kingston σύμφωνα με το οποίο διαμορφώνεται το πρόγραμμα του εργαστηρίου ελευθέρων σπουδών της αναιρεσίβλητης, αλλά αποτελεί πρόσθετη παροχή της αναιρεσίβλητης προς τους σπουδαστές της και ως εκ τούτου το αγγλικό πανεπιστήμιο δεν ελέγχει τον τρόπο διδασκαλίας της αγγλικής γλώσσας καθώς και τη διδακτέα και εξεταστέα ύλη.
Στη συνέχεια κάθε χρόνο η αναιρεσίβλητη, ανέθετε στον αναιρεσείοντα ως εξωτερικό συνεργάτη της την διδασκαλία της προαναφερόμενης ορολογίας της Αγγλικής Γλώσσας για όλο το χρονικό διάστημα πού διαρκούσαν τα μαθήματα της σχολής, τελευταία δε φορά ο αναιρεσείων δίδαξε το χρονικό διάστημα από 1-10-2003 ως 15-7-2004, οπότε έπαψε πλέον να συνεργάζεται με την αναιρεσίβλητη.
Η αναιρεσίβλητη καθόριζε τις συνολικές ώρες διδασκαλίας της Αγγλικής γλώσσας για κάθε διδακτικό έτος στην αρχή του έτους και στη συνεχεία τις ανακατένεμε στους καθηγητές -συνεργάτες της ανάλογα με τις διαθέσιμες ώρες τους και με βάση αυτές καθορίζονταν το ωρολόγιο πρόγραμμα. Ο αναιρεσείων επέλεγε να δίδασκε το μάθημά του τις ημέρες από Δευτέρα ως την Πέμπτη και επί τέσσερεις ώρες την ημέρα προκειμένου να του παρέχεται η δυνατότητα να απασχολείται και σε άλλα φροντιστήρια ή με την παράδοση ιδιαίτερων μαθημάτων.
Δίδασκε με βάση το βιβλίο που συνέγραφε και εξέδιδε ο ίδιος με τον τίτλο " Advanced. Business Writing and Professional Communication for Non-native Speakers of English" (σε μετάφραση στην ελληνική γλώσσα "Προχωρημένη συγγραφή Επιχειρήσεων και Επαγγελματική Επικοινωνία για τους μη έχοντες την Αγγλική ως μητρική γλώσσα") το οποίο προμήθευσε έναντι αμοιβής στην αναιρεσίβλητη και εκείνη το διέθετε στους σπουδαστές δωρεάν, καθόσον αυτό αποτελούσε τη διδακτέα ύλη του μαθήματος του αναιρεσείοντα, την οποία ύλη είχε επιλέξει ο ίδιος, ο οποίος επέλεγε και την εξεταστέα ύλη σύμφωνα με τα περιεχόμενα του βιβλίου του.
Το μάθημα της ορολογίας των οικονομικών στη Αγγλική γλώσσα διακρίνονταν σε τέσσερα επίπεδα και επειδή στο τέταρτο επίπεδο οι διδάσκοντες ήταν δύο και ο αναιρεσείων ήταν ο συγγραφέας του διδασκομένου βιβλίου κάθε χρόνο του ανατίθεντο και καθήκοντα του συντονιστή αυτού του επιπέδου, χωρίς αυτό βέβαια να συνεπάγεται κάποια ιδιαίτερη εξάρτησή του από τους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης εταιρίας, αλλά απλώς αυτό γινόταν για καλύτερο συντονισμό των μαθημάτων και προς διευκόλυνση των σπουδαστών, ο δε αναιρεσείων για την επί πλέον αυτή εργασία του αμειβόταν, υψηλότερα από ότι οι υπόλοιποι διδάσκοντες όπως αναφέρει και ο ίδιος στην αγωγή του.
Τα ποσά που συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων να καταβάλλονται και πράγματι καταβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα ως ετήσια αμοιβή του, και τα οποία ήταν ανάλογα με τις ώρες διδασκαλίας που αναλάμβανε κάθε χρόνο και ανάλογα με τον αριθμό των μαθητών στους οποίους θα δίδασκε ανερχόταν: α) για το, έτος 1999, σε 4.359.000 δρχ.
ή 12.792,37 ευρώ, για το έτος 2000 σε 4.959.450 δρχ ή 14.554,51 ευρώ, για το έτος 2001 σε 5.137.200 δρχ. ή 15.076,16 ευρώ για το έτος 2002 σε 18.715,33 ευρώ, για το έτος 2003 σε 16524 ευρώ και για το έτος 2004 σε 9.400 ευρώ. Προς βεβαίωση της καταβολής των παραπάνω ποσών, η αναιρεσίβλητη εξέδιδε αποδείξεις επαγγελματικής δαπάνης, στις οποίες ρητά αναγράφει ως αιτία καταβολής των αντιστοίχων ποσών "ώρες διδασκαλίας".
Περαιτέρω ο αναιρεσείων όφειλε να εμφανίζεται στον τόπο της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης κατά την ημέρα ενημέρωσης των γονέων που ορίζονταν κάθε φορά από την ίδια και μάλιστα ανεξάρτητα αν κατά την ορισθείσα ημέρα είχε υπηρεσία ο ίδιος. Επίσης οι σπουδαστές της αναιρεσίβλητης προέβαιναν κάθε χρόνο σε αξιολόγηση του διδακτικού έργου του προσωπικού της, την οποία αξιολόγηση λάμβανε υπόψη της η αναιρεσίβλητη και προέβαινε σε σχετικές υποδείξεις προς, τους διδάσκοντες.
Επομένως εφόσον αποδείχθηκε ότι. στις παραπάνω συμβάσεις παροχής επιστημονικών υπηρεσιών που συνήψε ο εργαζόμενος - αναιρεσείων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα με την αναιρεσίβλητη επέλεξε ο ίδιος τους αναφερόμενους παραπάνω βασικούς όρους απασχολήσεως του και δεν ελεγχόταν από την αναιρεσίβλητη ως προς τον τρόπο και εν μέρει ως προς τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από τη σύμβαση και τη φύση των υπηρεσιών τόπο, ότι δηλ.
δεν υφίσταται εν προκειμένω ιδιαίτερη ποιότητα δεσμεύσεως και εξαρτήσεως του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη, η οποία να έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο - αναιρεσείοντα συνέπειες που να καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη να δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι, η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση είναι αυτή της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι αυτή της εξαρτημένης παροχής υπηρεσιών και έτσι με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος, έγινε δεκτή η αντίθετη έφεση της αναιρεσίβλητης και απορρίφθηκε ως αβάσιμη η αγωγή του αναιρεσείοντος, η οποία βασιζόταν στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και με την οποία ζητούσε επίδομα εορτών και αποδοχές και επιδόματα αδειών. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648 επ.
του Ακ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρα 38 του Εισ.ΝΑΚ).Επιπλέον το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως οι αντίθετοι, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως για τη δημιουργία του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τέτοια αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου-εναγομένη και αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφασης απορρίφθηκε η εναντίον της αγωγή.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό μέσο της ομολογίας της αναιρεσιβλήτου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία στις προτάσεις της αναφέρει "Ο συντονισμός των μαθημάτων της αγγλικής γλώσσας διενεργούνταν από το διευθυντή στο τμήμα εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας ......
και μόνο". Η παράθεση όμως αυτή δεν συνιστά ομολογία (άρθρο 352 ΚΠολΔ) αφού, με τα εκτιθέμενα, η αναιρεσίβλητη δεν προέβη σε παραδοχή πραγματικού γεγονότος επιβλαβούς γι'αυτήν, εν σχέσει με την ιστορική βάση της εναντίον της ένδικης αγωγής, με την οποία ο αναιρεσείων ζητεί την καταβολή επιδομάτων εορτών και αποδοχών και επιδομάτων αδειών.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-9-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1319/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ