Legislator Case Law & Legislation
100/2007 AI generated

100/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 100/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

100/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε στην πιο πάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο, στη σειρά της, συζητείται η υπόθεση, παρά την απουσία του, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.- Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 100 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 100/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Βυτίνας Αρκαδίας, που εδρεύει στην Βυτίνα Αρκαδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΑΡΤΟΥ -ΜΕΛ Α.Ε" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Μανωλόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2004 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-5-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 26-10-2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού ...., με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη 5082Β΄/28-12-2005 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τριπόλεως ...., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του δικογράφου της από 28-11-2005 κλήσης της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα, προς συζήτηση της κρινόμενης, από 5-5-2004, αίτησης αναίρεσης αυτού, μαζί με την κάτω από την κλήση αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της απόφασης συνεδρίαση, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον αναιρεσείοντα.

Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε στην πιο πάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο, στη σειρά της, συζητείται η υπόθεση, παρά την απουσία του, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.- Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346του ΚΠολΔ. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη.

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα που αυτός είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει :

α) αντίγραφο της .... απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, β) το ....έγγραφο του Οργανισμού Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων προς τον αναιρεσείοντα και γ) αντίγραφο της ...έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τρίπολης ..... Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ΄ είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και εξετίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά, το δεύτερο από τα οποία μάλιστα και ειδικά μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος , κατά το πρώτο μέρος του, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης. Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την επίσης με το πρώτο μέρος του, προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς την απόκτηση κυριότητας στο διεκδικούμενο με την αγωγή της αναιρεσίβλητης ακίνητο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εγγράφων αυτών.

Εξάλλου, απορριπτέος ως απαράδεκτος, είναι ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του, αφού, υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ και μάλιστα παράβασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1033 του ΑΚ, ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ)εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων, ισχυριζόμενος ότι "εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας εκ μέρους της αντιδίκου, αφού έπρεπε να προσκομίσει και να επικαλεσθεί η αντίδικος όλα τα καταστατικά της....ώστε να αποδειχθεί, εάν, έστω και στους υπάρχοντες τίτλους, φέρεται ως κυρία του επίδικου ακινήτου".

Υπό την εκτίμηση δε ότι με το μέρος αυτό του ίδιου λόγου προβάλλεται πράγματι εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της μνημονευόμενης στο αναιρετήριο ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1033 του ΑΚ, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το σφάλμα που αποδίδεται ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της διάταξης αυτής και ειδικότερα δεν εκτίθεται ποίο νόημα, διαφορετικό από εκείνο το οποίο αυτή έχει, προσέδωσε στην εν λόγω διάταξη το Εφετείο, ή ποίο στοιχείο, αναγκαίο για την εφαρμογή της έλλειπε και παρά ταύτα το Εφετείο προέβη στην εφαρμογή της, παραλείπεται δε εντελώς η παράθεση των πραγματικών παραδοχών του Εφετείου, παρότι η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν και από την παράλειψη αυτή, σε συνδυασμό με τη γενική, χωρίς άλλη διατύπωση σφάλματος, αιτίαση για παραβίαση του άρθρου 1033 του ΑΚ, δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποία είναι η συγκεκριμένη πλημμέλεια που αποδίδει ο αναιρεσείων στην προσβαλλόμενη απόφαση και τι ακριβώς ζητεί αυτός να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο, για να κριθεί εάν παραβιάσθηκε ή όχι η διάταξη αυτή.- Επειδή, οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, ιδρύονται όταν το δικαστήριο παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Δε ιδρύονται συνεπώς, όταν προβάλλεται ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι διατάξεις των άρθρων 450 και 451 του ΚΠολΔ, οι σχετικές με την επίδειξη εγγράφων στα πλαίσια εκκρεμούς δίκης. Επομένως, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1033 του ΑΚ, με το να απορρίψει αίτημα του για επίδειξη εγγράφων που μπορούν να χρησιμεύσουν στην απόδειξη των προς απόκρουση της αγωγής της αναιρεσίβλητης ισχυρισμών του, αφού, παρά την επίκληση της ανωτέρω, μη εφαρμοστέας σε σχέση με την αίτηση επίδειξης εγγράφων, ουσιαστικού δικαίου διάταξης, ο αναιρεσείων πράγματι προβάλλει αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή των δικονομικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 450 και 451 του ΑΚ, που εφαρμόζονται όταν υποβληθεί αίτηση επίδειξης εγγράφων στα πλαίσια εκκρεμούς δίκης, ως προς την εφαρμογή των οποίων, άλλωστε, ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει στο αναιρετήριο ποίο ειδικότερο σφάλμα αποδίδει στο δικαστήριο της ουσίας ή σε τι συνίσταται το ελάττωμα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης.- Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 395 του ΚΠολΔ, όταν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται η απόδειξη και με δικαστικά τεκμήρια.

Ως δικαστικά δε τεκμήρια, τα οποία συγκαταλέγονται στα αναφερόμενα στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ. αποδεικτικά μέσα, μπορούν να ληφθούν υπόψη και έγγραφα που περιέχουν δηλώσεις και βεβαιώσεις τρίτων, εκτός εάν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, συντάχθηκαν πριν ή κατά τη διάρκεια της δίκης με το σκοπό να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα σε αυτήν, διότι στην περίπτωση αυτή θα καταστρατηγούνταν οι διατάξεις που ρυθμίζουν το αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων, αλλά και των ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου.

Υπό την έννοια αυτή, ως δικαστικά τεκμήρια μπορούν να χρησιμεύσουν και έγγραφα που εκδόθηκαν από αναρμόδια για την έκδοσή τους αρχή και συνεπώς πιστοποιητικά του Δημάρχου, σε σχέση με ζητήματα για τα οποία αρμοδιότητα έχει, κατά τα άρθρα 106 και 113 του Π.Δ 410/1995 "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας", το Δημοτικό Συμβούλιο ή η Δημαρχιακή Επιτροπή, ή με τα οποία βεβαιώνονται γεγονότα, τα οποία δεν εμπίπτουν σε εκείνα για την πιστοποίηση των οποίων αυτός έχει αρμοδιότητα, κατά το άρθρο 114 του Π.Δ. 410/1995, όπως συμβαίνει και με τα πιστοποιητικά που αναφέρονται σε ζητήματα κυριότητας ακινήτων, τα οποία δεν έχουν ισχύ δημόσιου εγγράφου, αλλά αποτελούν απλές βεβαιώσεις του δημάρχου ως ιδιώτη και το δικαστήριο μπορεί συνεπώς να τα λάβει υπόψη του ως δικαστικά τεκμήρια και να τα εκτιμήσει ελεύθερα, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 του ΚΠολΔ, εκτός εάν κρίνει ότι αυτά χορηγήθηκαν επίτηδες, για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.

Αν δεν συντρέχει η εξαίρεση αυτή, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο πιστοποιητικών του Δημάρχου δε συνιστά παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 106, 113 και 114 του Π.Δ. 410/1995, αφού το δικαστήριο προέβη στην εκτίμηση επιτρεπόμενου αποδεικτικού μέσου και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές για την επίλυση ουσιαστικού ζητήματος.

Επομένως , είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, με το να θεμελιώσει την κρίση του για κυριότητα της αναιρεσίβλητης στο διεκδικούμενο από αυτήν ακίνητο στο 1139/1999 έγγραφο του Δημάρχου του (του αναιρεσείοντος), αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε ελεύθερα, δηλαδή ως δικαστικό τεκμήριο, το έγγραφο αυτό, το οποίο δε δέχτηκε ότι συντάχθηκε επίτηδες για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη και με το οποίο αναρμοδίως ο Δήμαρχος του αναιρεσείοντος Δήμου πιστοποιούσε την κυριότητα της αναιρεσίβλητης στο διεκδικούμενο από αυτήν ακίνητο, δε θεμελίωσε δε την κρίση του για απόκτηση του εν λόγω δικαιώματος σε αυτό, είτε ως συστατικό είτε ως δεσμευτικό αποδεικτικό του δικαιώματός αυτού έγγραφο, και συνεπώς δεν επέλυσε ζήτημα με βάση ενέργεια του Δημάρχου για την οποία αυτός δεν ήταν αρμόδιος, αλλ' η αρμοδιότητα ανήκε στο Δημοτικό Συμβούλιο ή τη Δημαρχιακή Επιτροπή.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Μαϊου 2004 αίτηση του Δήμου Βυτίνας Αρκαδίας για αναίρεση της 66/2004 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ