Supreme Court dismisses State's appeal against lower court's acceptance of property restitution claim under Greek law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the Thessaloniki Regional Court's decision to accept a property restitution claim filed by the private applicant. The applicant sought restitution of land based on Article 6(2) of Law 2664/1998, arguing the property was part of a village estate, while the State contended the land was not included in the relevant village boundaries. The court rejected the appeal because the lower court correctly applied substantive law regarding legal continuity and found the State's procedural arguments regarding the 1928 valuation protocol to be unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; Article 6(2) of Law 2664/1998; Article 4(1)(b) of Law 3127/2003; Article 559 of the Code of Civil Procedure. An appeal against a decision accepting a property restitution claim is inadmissible if the appellant fails to demonstrate a violation of substantive law or procedural rules, and if the lower court properly considered all relevant evidence including historical documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1009 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1009/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θωμαΐδα Κουρτέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Π. και της Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χατζηδανδή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 211/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 309/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-4-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 01.04.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 309/27.11.2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο απέρριψε την από 31.10.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 211/05.10.2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 28.09.2016 αγωγή του άρθρου 6§2 του ν. 2664/1998. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ήδη αναιρεσίβλητος (Χ. Κ. του Π. και της Α.) ήγειρε κατά του αναιρεσείοντος (Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο) την από 28.09.2016 αγωγή του, με νόμιμο έρεισμα το άρθρο 6§2 του ν. 2664/1998, την οποία απηύθηνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας.
Η αγωγή συζητήθηκε στο άνω Δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 211/05.10.2018 οριστική απόφαση, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θράκης το ήδη αναιρεσείον με την από 31.10.2018 έφεσή του, με την οποία ζήτησε να γίνει αυτή (έφεση) δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να διακρατηθεί η υπόθεση, να αναδικασθεί η αγωγή και να απορριφθεί.
Η ως άνω έχουσα έφεση συζητήθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 309/27.11.2019 οριστική (τελεσίδικη) απόφαση, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Την απόφαση αυτή προσέβαλε με την από 01.04.2021 αίτησή του το αναιρεσείον, την οποία απηύθηνε στο Δικαστήριο τούτο και με την οποία ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιέχονται στο αναιρετήριο.
Οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, στις οποίες αυτό στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, είναι, κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: "Από την 13-1-1928 και ακολούθως ο Π. Κ. του Α., πατέρας του ενάγοντος, εγκαταστάθηκε σε ένα οικόπεδο εμβαδού 1029,40 τ.μ. και στα κτίσματα που βρισκόταν εντός αυτού, το οποίο χρησιμοποιούσε για την κάλυψη των αναγκών στεγάσεως του ιδίου και της οικογένειάς του.
Το ακίνητο αυτό βρίσκεται εντός της Τοπικής Κοινότητας Διαλεκτού και παραδόθηκε στον Π. Κ. του Α. με το από 13-1-1928 πρωτόκολλο εκτίμησης και παράδοσης της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων της Γενικής Διεύθυνσης Εποικισμού Μακεδονίας χωρίς όμως να τηρηθεί και να ολοκληρωθεί η διαδικασία οριστικής διανομής αυτού, ώστε να συντελεστεί η νόμιμη παραχώρησή του σε κληρούχο με την έκδοση του αντίστοιχου νόμιμου τίτλου.
Το έτος 1960 ο πατέρας του ενάγοντος μεταβίβασε και παρέδωσε στον τελευταίο ένα τμήμα εμβαδού 170 τ.μ της ανωτέρω εδαφικής έκτασης, χωρίς να τηρηθεί ο νόμιμος τύπος. Στο μεταβιβαζόμενο ως άνω εδαφικό τμήμα βρισκόταν εγκατεστημένα δύο κτίσματα και ειδικότερα μία οικία και ένα υπόστεγο. Ο ενάγων επιμελήθηκε, ώστε να επιτευχθεί την 19-1-1962 η σύνδεση του συγκεκριμένου ακινήτου με το δίκτυο ηλεκτροδότησης, ενώ κατασκεύασε νέο όροφο στην οικία καθώς και μια αποθήκη.
Το ανωτέρω ακίνητο χρησιμοποιήθηκε από τον ενάγοντα ως κατοικία αυτού και της οικογένειάς του, ενώ στον ακάλυπτο χώρο του, ο ίδιος καλλιεργούσε κηπευτικά κατά το διάστημα μέχρι την 19-03-2003, αλλά και ακολούθως. Το ακίνητο αυτό αποδεικνύεται ότι είναι το ίδιο με το εμφανιζόμενο με Κ.Α.Ε.Κ. ..., σε σχέση με το οποίο στα κτηματολογικά φύλλα η κυριότητα αποδίδεται στο εναγόμενο.
Η άνω ταυτότητά του ακινήτου προκύπτει από τα υπ' αριθμ. ...-2016 και ...-2017 έγγραφα της αρμόδιας υπηρεσίας της Π.Ε. Καβάλας, το περιεχόμενο των οποίων δεν αναιρείται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο. Επομένως δεν τεκμηριώνεται η βασιμότητα του προβαλλόμενου με τον σχετικό λόγο έφεσης ισχυρισμού σύμφωνα με τον οποίο δεν υφίσταται ταυτότητα μεταξύ του ακινήτου που κατέχει ο ενάγων και της επίδικης εδαφικής έκτασης.
Το ακίνητο αυτό περιλαμβάνεται στην έκταση υπ' αριθμ. ... εμβαδού 25.400 τ.μ. που κατά την Αρχική Διανομή του Αγροκτήματος Διαλεκτού είχε χαρακτηριστεί ως κοινόχρηστο χορτολείβαδο. Σε σχέση με την έκταση αυτή εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../1975 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Καβάλας ως χώρος επέκτασης του συνοικισμού Διαλεκτού.
Ακολούθησε η υπ' αριθμ. ...-1977 απόφαση της Επιτροπής Οριστικών Διανομών Ν. Καβάλας, με την οποία βεβαιώθηκε, ότι ρυθμίστηκαν οι οικογενειακοί κλήροι της αρχικής διανομής του αγροκτήματος Δαλεκτού, όμως δεν υφίσταται ρύθμιση των οικοπεδικών κλήρων, ενώ ο ενάγων καταχωρίστηκε στον υπ' αριθμ. ... πίνακα ως πρόσωπο που κατασκεύασε κτίσματα σημαντικής αξίας σε κοινόχρηστες εκτάσεις χωρίς να έχουν αναγνωριστεί δικαιούχοι αυτών και το ακίνητο προσδιορίζεται ως κατεχόμενο από τον ίδιο διαθέσιμο οικόπεδο.
Με την υπ' αριθμ. ...-1979 απόφαση της Επιτροπής Οριστικών Διανομών Ν. Καβάλας θεωρήθηκε κυρωμένη η Οριστική Διανομή του συνοικισμού Διαλεκτού του έτους 1977. Οι ανωτέρω καταγραφές και αποφάσεις δεν απευθύνονται προς τον ενάγοντα και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη δεν έχουν το χαρακτήρα έμπρακτων εκδηλώσεων που αναιρούν ή διαταράσσουν, τη νομή την οποία εξακολουθούσε να ασκεί ο ίδιος στο συγκεκριμένο ακίνητο.
Συνακόλουθα, δεν αποδεικνύεται ότι το εναγόμενο μέχρι την 19-03-2003 έχει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο επιχειρήσει να προστατεύσει τη νομή αυτού στο ακίνητο, ούτε ότι γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι αυτός νέμεται ένα δημόσιο κτήμα. Υπό τους όρους όμως αυτούς από το έτος 1960 μέχρι και την 19-03-2003 αποδεικνύεται, ότι ο ενάγων ασκούσε τη νομή του ακινήτου χωρίς οποιαδήποτε διατάραξη.
Επιπλέον, όπως εκτέθηκε στο σχετικό τμήμα της προηγούμενης νομικής σκέψης η κατάτμηση του ακινήτου δεν αποκλείει την άσκηση νομής από τον εναγόμενο στο προαναφερόμενο διαιρετό τμήμα αυτού, προεχόντως διότι κατά την παράδοση αυτού στον ίδιο δεν είχε ολοκληρωθεί η οριστική διανομή των κλήρων.
Εξάλλου ο πατέρας του ενάγοντος από το έτος 1928 και ακολούθως ο ενάγων από το έτος 1960 αποδεικνύεται ότι παρέμεναν εγκατεστημένοι στο συγκεκριμένο ακίνητο, το οποίο χρησιμοποιούσαν ως κύριοι, χωρίς η νομή αυτών να διαταραχθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Υπό του όρους όμως αυτούς κατά το έτος 1960 που το ακίνητο παραδόθηκε στον ενάγοντα, ο τελευταίος ήταν βέβαιος, ότι αυτό του μεταβιβάζεται από το πατέρα του, ο οποίος ήταν ο κύριος της ευρύτερης εδαφικής έκτασης που το περιλαμβάνει. Η βεβαιότητα αυτή του ενάγοντος δεν συνέτρεχε οποιασδήποτε λόγος να κλονισθεί, δεδομένου ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε πληροφόρηση, η οποία θα του επέτρεπε να αμφιβάλλει σε σχέση με το πρόσωπο του κυρίου του ακινήτου που του παραδόθηκε. Επιπλέον ο οικισμός του Διαλεκτού εντός του οποίου βρίσκεται το ακίνητο, υφίσταται πριν από το έτος 1923 και ονομαζόταν Μπεκλεμές μέχρι το έτος 1919, ενώ το έτος 2001 ο πληθυσμός του ανερχόταν σε 128 πρόσωπα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι συντρέχουν οι ειδικοί όροι του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, ώστε ο ενάγων να αναγνωριστεί κύριος του παραπάνω ακινήτου λόγω έκτακτης χρησικτησίας και να διορθωθεί αντιστοίχως η αρχική εγγραφή που περιέχεται στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Χρυσούπολης Καβάλας.".
Με το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των ν. 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από την §11 του άρθρου 154 του ν. 4389/2016 (Φ.Ε.Κ. Α' 94/27.05.2016), ορίζονται τα εξής: "§1 Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:
α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Η διάταξη της περίπτωσης β' εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., η διάταξη εφαρμόζεται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή.
Στον χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ.. §2 Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμού αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα και άλση.".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1042 του Α.Κ. "Ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη ... όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα.". Ο νομέας θεωρείται κακής πίστεως μόνον αν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Από τις εν λόγω διατάξεις θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας, κατά πλάσμα του νόμου, είναι το Ελληνικό Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ' (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων "Περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν, από τις 12.09.1915 έως και τις 16.05.1926 και του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ.", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.Α.Κ. και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των Δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, αφού, μετά τη χρονολογία αυτή, δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου.
Έτσι, κατ' εφαρμογήν των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως, μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή, έως τις 19.03.2003, επί δέκα έτη, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά τις 23.02.1945, εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής, ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως, ή επί τριάντα έτη για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. (ή για μεγαλύτερο, εάν επ' αυτού υφίσταται κτίσμα κατά την 31.12.2002, που καλύπτει ποσοστό 30% τουλάχιστον του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δομήσεως), εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής, ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή, εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ.
Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Ελληνικού Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη, που φθάνουν χρονικά έως την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή, έως τις 19.03.2003 και υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην §1 περίπτ.
α' και β' του ιδίου νόμου και όχι, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Ελληνικού Δημοσίου, το νέμεται αδιατάρακτα επί τριάντα έτη οποτεδήποτε (πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Ελληνικού Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του).
Τούτο προκύπτει τόσο από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων που χρησιμοποιούν τη φράση "νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα ετών" και όχι "νεμήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος αυτού", όσο και από τον γενικότερο δικαιοπολιτικό σκοπό τους, ο οποίος συνίσταται στην κατ' εξαίρεση και υπό προϋποθέσεις νομιμοποίηση των αυθαιρέτως κατεχομένων δημοσίων κτημάτων που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως, ενόψει της συντάξεως του Εθνικού Κτηματολογίου, αλλά και στην προστασία των δημοσίων κτημάτων, η οποία δεν συντελείται με την ολική κατάργηση του κανόνα του απαραγράπτου των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου επί των ακινήτων του που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως, για τον μετά τις 11.09.1915 χρόνο, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που γινόταν δεκτή η τελευταία εκδοχή.
Άλλωστε, στον ίδιο νόμο δεν περιέχεται, όσον αφορά το άρθρο 4, η γενική καταργητική ρήτρα, που κατά κανόνα τίθεται στους νόμους, ότι κάθε διάταξη που είναι αντίθετη με στον νόμο ή ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν καταργείται. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 του ΑΚ, η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα.
Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σε αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του (Α.Π. 943, 942/2012).
Θετικά, εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβάλλοντος στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξεως του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβάλλων δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διαταράξεως. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 του ΚΠολΔ).
Η διατάραξη της νομής, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 984 του Α.Κ., αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη, κατά το άρθρο 989 του Α.Κ. Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά τον νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.
Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο δύναται να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο (Ολ.Α.Π. 11/2015). Τέτοιος νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι κάθε πράξη με την οποία το Ελληνικό Δημόσιο γνωστοποιεί στον νεμόμενο το δημόσιο κτήμα ότι εκείνο είναι, κατά νόμο, ο αληθής νομέας.
Τέτοιες πράξεις είναι (ενδεικτικά) η κοινοποίηση πράξεως της αρμοδίας αρχής περί καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσεως του δημοσίου κτήματος, αφού, δια της κοινοποιήσεως αυτής, το Ελληνικό Δημόσιο γνωστοποιεί στον νεμόμενο το δημόσιο κτήμα ότι εκείνο είναι, κατά νόμο, ο αληθής νομέας και καθορίζει εις βάρος του νεμομένου αυτό την οφειλόμενη αποζημίωση για την υπό του ιδίου αυθαίρετη και άνευ συναινέσεως χρήση του κτήματος, η προβολή των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου με την επίδοση εμπράγματης αγωγής, η έκδοση και κοινοποίηση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, η υποβολή μηνύσεως για κατάληψη δημοσίου κτήματος, η επίδοση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, η άσκηση διακατοχικών πράξεων στο ακίνητο από όργανα του Ελληνικού Δημοσίου, η απόρριψη από την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων αιτήσεως του νομέα για την αναγνώριση της κυριότητάς του, η γνώση από τον χρησιδεσπόζοντα ότι στο πλαίσιο της κτηματογραφήσεως υποβλήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο δήλωση ιδιοκτησίας, προκριμένου ορισμένη έκταση να καταχωρηθεί ως δημόσια, η ένσταση κατά της αποφάσεως της πρωτοβάθμιας επιτροπής ενστάσεως, η καταγραφή ακινήτου ως ανταλλαξίμου κτήματος του Ελληνικού Δημοσίου που περιήλθε σε γνώση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα (Α.Π. 776/2021, Α.Π. 712/2020, Α.Π. 807/2019, Α.Π. 366/2017, Α.Π. 225/2017, Α.Π. 190/2017, Α.Π. 721/2015, Α.Π. 159/2014).
Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, οι παράγραφοι 1 και 2 του ως άνω άρθρου 4 του ν. 3127/2003 αντικαταστάθηκαν με την §11 του άρθρου 154 του ν. 4389/2016 (Φ.Ε.Κ. Α' 94/27.05.2016), χωρίς όμως ουσιώδεις τροποποιήσεις και διαφοροποιήσεις καθόσον αφορά τα οριζόμενα και στις δύο ως άνω παραγράφους, με εξαίρεση τα όσα στη συνέχεια ορίζονται στην §2, κατά την οποία "Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμούς αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα και άλση", ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 240 του νόμου αυτού, η ισχύς του εν λόγω νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, χωρίς να υπάρχει ειδικότερη ρύθμιση αναφορικά με την παράγραφο 11 του άρθρου 154.
Τέλος, το, κατά το άρθρο 4 του ν. 3127/2003, βάρος αποδείξεως της κακής πίστεως του νομέως ή του δικαιοπαρόχου του κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής εκάτερου τούτων φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού με τη φράση "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία ευρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α' και β' της §1 του άρθρου 4 ιδίου νόμου, καθίσταται σαφές ότι το βάρος αποδείξεως της καλής πίστεώς του δεν το έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχός του, αλλά, αντιθέτως, το Ελληνικό Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστεως του (επικαλουμένου κυριότητα) νομέα ή του δικαιοπαρόχου του (Ολ.Α.Π. 11/2015, Α.Π. 121/2022, Α.Π. 22/2021, Α.Π. 807/2019, Α.Π. 23/2019, Α.Π. 187/2017).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 24/2015).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, για να είναι αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π. 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν, κατά τα λοιπά, δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Ωσαύτως, με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 849/2007).
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περίπτ. γ' του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237§1 εδάφ. α', 453 και 524§1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 1731/2008). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).
Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσεως (άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.) απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκε ο κανόνας αυτός ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο 'Αρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Α.Π. 651/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετικά πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της προσαπτομένης πλημμελείας συνισταμένης ότι το εκδώσαν την άνω απόφαση δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου εσφαλμένως έκρινε ότι συνέτρεξαν στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 και, επομένως, η έφεση αυτού (αναιρεσείοντος) κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που έκρινε αντιθέτως (ότι, δηλαδή, συνέτρεξαν οι άνω προϋποθέσεις), έπρεπε να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτώς προβλήθηκε πλην όμως είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4§1 στοιχ. β' του ν. 3127/2003 και ειδικότερα ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εντός οικισμού προϋπάρχοντος του έτους 1923, ο (οικισμός) οποίος έχει λιγότερους των 2.000 κατοίκων, ότι ο αναιρεσίβλητος έλαβε το επίδικο στη νομή του το έτος 1960 και έως τις 19.03.2003 άσκησε επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις νομής, ότι δεν είχε κακή πίστη, τόσο κατά την κτήση της νομής του, όσο και κατά την άσκησή της, καθώς και ότι το αναιρεσείον δεν διατάραξε τη νομή του καθ' όλο το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, περιορισθέν σε πράξεις ενταγμένες σε εσωτερικές του διαδικασίες, μη αντιληπτές από τρίτους.
Συνεπώς, έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4§1 στοιχ. β' του ν. 3127/2003, στις οποίες στηριζόταν η ένδικη αγωγή ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στη νομική σκέψη και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον μέμφεται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διότι, με την προσβαλλομένη απόφασή του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. εφόσον όλως αντιφατικώς δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε τμήμα του Αγροκτήματος Διαλεκτού ενώ αυτό βρισκόταν, το έτος 1928, εντός του Συνοικισμού Διαλεκτού.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας και, τούτο, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος φέρεται να έχει παραβιασθεί εκ πλαγίου. Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον διατείνεται ότι το εκδώσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του Κ.Πολ.Δ. και, τούτο, διότι δεν έλαβε υπόψη του το από 13.01.1928 Πρωτόκολλο Εκτιμήσεως και Παραδόσεως Οικήματος της Γενικής Διευθύνσεως Εποικισμού Μακεδονίας της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων και, σε κάθε περίπτωση, δεν ανέγνωσε αυτό σε συνδυασμό με άλλα, νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα, έγγραφα, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένο συμπέρασμα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, προδήλως, αβάσιμος και, τούτο, διότι από το προπαρατεθέν κείμενο των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο όχι μόνον έλαβε υπόψη το ως άνω έγγραφο, αλλά ασχολήθηκε συγκεκριμένα με το περιεχόμενό της. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσιβλήτου), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.
Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 01.04.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 309/27.11.2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης