Supreme Court dismisses appeal in car accident case, upholding lower court's liability finding against driver.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment in a car accident case. The appellant argued that the lower court erred in assessing the driver's speed and the victim's ability to avoid the collision, claiming the court distorted the autopsy report. The court rejected these claims, ruling that the lower court correctly evaluated the evidence and that the driver was negligent for failing to exercise due care, thereby establishing liability.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330, 914, 932 of the Civil Code; The Supreme Court holds that liability for moral or mental damage requires fault, illegality, and causal link, and that an appeal based on the distortion of evidence is inadmissible if the lower court's finding is based on a holistic evaluation of all evidence rather than a specific document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1009 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1009/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ο. Ν. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Πακιρτζίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Δ. του Σ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Αγγελακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από με αριθμ. εκθ. καταθ. 8953/14-3-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18307/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 712/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-9-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χυτήρογλου διάβασε την από 3-4-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της με αύξ. αριθ. εκθ. καταθ. 242/2014 αιτήσεως αναιρέσεως της 712/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητα.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 και 932 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τέλος, αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη, έναντι του ζημιωθέντος, συμπεριφορά, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο, ή, από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (Ολ.ΑΠ. 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν ανέλεγκτα δεκτά τα εξής: "... Την 20.2.2011 και περί ώρα 23.10' ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΙΖΧ ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στη δεύτερη εναγόμενη, ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου στη Μενεμένη Θεσσαλονίκης προερχόμενος από οδό Δενδροποτάμου και με κατεύθυνση προς την πλατεία Επταλόφου.
Η εν λόγω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση και με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 9 μέτρων, στο ύψος δε της οδικής αρίθμησης 157 είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση με επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας των οχημάτων τα 50 χιλιόμετρα την ώρα (πρόκειται για κατοικημένη περιοχή), ενώ μερικά μέτρα πριν από το σημείο αυτό υπάρχουν σιδερένιες ράγες σταθερής τροχιάς.
Από το παραπάνω σημείο της οδού Ελ. Βενιζέλου, το οποίο φωτιζόταν από αμυδρό τεχνητό φωτισμό και στο οποίο δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα ο ενάγων από αριστερά ως προς την πορεία του αυτοκινήτου του εναγομένου με σκοπό να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο. Κατά την ενέργειά του αυτή σταμάτησε αρχικά στο μέσο της οδού προκειμένου να περάσει από μπροστά του ένα δίκυκλο μοτοποδήλατο που εκινείτο στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας με του εναγομένου, δηλαδή, προς Επτάλοφο, (βλ.
σχετικώς την από 16.5.2011 προανακριτική κατάθεση του ενάγοντος ενώπιον της Ε. Ν., Αστυφύλακα του Α' Τ.Τ. Θεσσαλονίκης), αμέσως δε μόλις τούτο συνέβη εισήλθε απότομα μέσα σ' αυτό το ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν και άλλο όχημα το χρησιμοποιούσε τη στιγμή εκείνη. Ακολούθησε κτύπημα του ενάγοντος, μέσα στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας, με το εμπρόσθιο μέρος του ΙΖΧ ...
αυτοκινήτου, του οποίου η ταχύτητα δεν υπερέβαινε τα 40 χιλιόμετρα την ώρα και παρά την προσπάθεια του εναγόμενου οδηγού του να τον αποφύγει με αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, (βλ. σχετικώς την από 16.5.2011 προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Ι. Κ. ενώπιον της ίδιας πιο πάνω αναφερόμενης ανακριτικής υπαλλήλου).
Υπό τις συνθήκες αυτές πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του ενάγοντος κρίνεται ότι καμία ευθύνη δε βαρύνει τον εναγόμενο οδηγό, ο οποίος εκινείτο με επιτρεπόμενη και κανονική για τις συγκεκριμένες συνθήκες ταχύτητα, ενόψει, όμως, της απότομης εμφάνισης μπροστά αυτού του ενάγοντος πεζού και μάλιστα πίσω από άλλο όχημα, (δίκυκλη μηχανή), κανένα χρονικό περιθώριο δεν είχε προκειμένου να ακινητοποιήσει έγκαιρα το δικό του όχημα.
Τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, υπό τα οποία έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, δεν αναιρούνται από τα όσα αντίθετα διαλαμβάνονται στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση του εργαζομένου σε παρακείμενο περίπτερο, Θ. Κ., δεδομένου ότι ο μάρτυρας αυτός ιδία αντίληψη είχε μόνο για τα όσα περιστατικά προηγήθηκαν και επακολούθησαν του ατυχήματος και όχι και για εκείνα που έλαβαν χώρα κατά την κρίσιμη στιγμή της πρόκλησής του.
Κατόπιν τούτων, κρίνεται ότι υπαίτιος του τραυματισμού του είναι ο ίδιος ο ενάγων καθόσον αυτός επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της οδού, από σημείο που δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών και χωρίς να λάβει τις αναγκαίες προφυλάξεις, όπως προβλέπεται από το άρθρο 38 παρ. 1 του ν. 2696/1993 (ΚΟΚ), εισήλθε δε απότομα στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Επτάλοφο, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος οδηγός να μη μπορέσει να τον αποφύγει με οποιαδήποτε αποφευκτική ενέργεια (ελιγμό ή πέδηση των φρένων) ...".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων δεν ήταν υπαίτιος του τραυματισμού του αναιρεσείοντα προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό μ' εκείνες των άρθρων 297, 298, 330 ίδιου Κώδικα που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών διατάξεων και ειδικότερα ως προς την ανυπαρξία στοιχείων υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου οδηγού. Ουδεμία αντίφαση δημιουργείται από την παραδοχή ότι στο ύψος της οδικής αρίθμησης 157 η οδός είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση και επομένως είχε την δυνατότητα να αντιληφθεί τον αναιρεσείοντα αφού γίνεται δεκτό ότι ο τελευταίος, εισήλθε στο ρεύμα πορείας του αναιρεσιβλήτου όλως αιφνίδια με αποτέλεσμα να μη του καταλείπεται οποιαδήποτε δυνατότητα για αποφευκτικό ελιγμό.
Επίσης, δεν είναι απαραίτητη η παράθεση περαιτέρω αιτιολογιών για τον προσδιορισμό του ύψους της ταχύτητας αφού, γίνεται δεκτό ότι αυτή ήταν περίπου 40 χλμ./ανά ώρα εξαιτίας της πρόσφατης διέλευσης του αυτοκινήτου από τις σιδηροδρομικές ράγες που ανάγκασαν τον οδηγό του αυτοκινήτου να μειώσει την ταχύτητά του στο άνω όριο, ενώ όσα περαιτέρω αναφέρονται για την στοιχειοθέτηση του εκ του αριθμού 19 άρθ. 559 λόγου αναιρέσεως πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου.
Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω προϋπόθεση για την ίδρυση του από τον αριθμό 20 του άρθ. 559 αναιρετικού λόγου είναι η ύπαρξη διαγνωστικού λόγου δηλαδή λάθους στην "ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται στην εκτίμηση από το δικάσαν δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου του εγγράφου προς συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφόρου από εκείνο το οποίο θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιαστικού ισχυρισμού, το δε δικαστήριο πρέπει να μορφώσει τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε. Ως έγγραφα η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ.
του ίδιου κώδικα ως αποδεικτικά μέσα. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άνω αριθμού διότι το δικαστήριο δεχθέν ότι ο αναιρεσίβλητος δεν κατέστη δυνατό να αποφύγει το ατύχημα με ελιγμό ή πέδηση που διενήργησε παραμόρφωσε το έγγραφο της εκθέσεως αυτοψίας που αναγράφει ότι δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπεδήσεως.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, αφενός μεν, με την άνω παραδοχή σε ουδεμία παραμόρφωση της εκθέσεως αυτοψίας προέβη, ενώ στο άνω συμπέρασμα το δικαστήριο κατέληξε από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και όχι μόνο της έκθεσης αυτοψίας.
Μετά ταύτα θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της ως αβάσιμη, διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων στο δημόσιο ταμείο και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 242/ 2014 αίτηση αναιρέσεως της 712/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητα.
Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ