Legislator Case Law & Legislation
1009/2014 AI generated

1009/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1009/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1009/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): συζύγου Α. Τ. του ληξιαρχείου του δήμου Λαγκαδά και 2)το υπ'αριθμ.πρωτ.17179/30.8.2010 ότι η ως άνω αποβιώσασα στις 30-7-2009 άφησε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της το σύζυγο της Α. Τ. και τα δύο τέκνα τους Ά. Τ. και Ν. Τ. (τρείς πρώτους καλούντες) που δηλώνουν παραδεκτά (άρθρα 286 περ.α', 287 και 290 ΚΠολΔ ότι συνεχίζουν την αναιρετική δίκη, υπεισερχόμενη στη θέση της πρώτης αρχικής αναιρεσείουσας, 3)την υπ'αρ.105/1/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Α.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1009 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1009/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. χήρας Α. Χ., το γένος Β. Ρ., η οποία απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους 5ο, 6ο και 7η των καλούντων, οι οποίοι παραιτήθηκαν ως προς αυτή, όπως αναφέρεται στην από 23/11/2011 κλήση. Των καλούντων: 1) α)Α. Τ. του Ν., )Ν. Τ. του Α., )Ά. Τ. του Α., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Π. συζ. Α. Τ., το γένος Α. Γ., 2) )Σ. συζ. Α. Γ., το γένος Φ. Π., )Α. Γ. του Α., )Ε. Γ. του Α. και )Χ. Γ. του Α., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων τoυ Α. Γ. του Α., 3)Ι. Χ. του Ε., 4)Ά. Χ. του Ε., 5)Ε. Χ. του Α., 6)Β. Χ. του Α., 7)Μ. συζ. Σ. Λ., το γένος Α. Χ. και 8)Σ. συζ. Ν. Μ., το γένος Γ. Π., όλων κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Λαγκαδά", νόμιμα εκπροσωπούμενου που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του α)Θεόδωρο Μαυρίδη και β)Χαρίκλεια Μιχαλοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/11/2001 αγωγή των αρχικών αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαγκαδά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 276/2002 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης λόγω αρμοδιότητας, 31708/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 448/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 18/2/2009 αίτησή τους, η οποία είχε μετ' αναβολή προσδιορισθεί για τη δικάσιμο της 19/10/2011, οπότε ματαιώθηκε. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 23/11/2011 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 6/9/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 23-11-2011 κλήση των κληρονόμων της πρώτης αρχικώς αναιρεσείουσας Π. συζύγου Α. Τ., των κληρονόμων του δεύτερου αρχικώς αναιρεσείοντος Α. Γ. του Α. των αρχικώς τρίτου, τέταρτου, έκτου, εβδόμου και ογδόης των αναιρεσειόντων (των τριών τελευταίων και ως κληρονόμων της μετά την άσκηση της κρινόμενης από 18.2.2009 αίτησης αναίρεσης αποβιώσασας πέμπτης αναιρεσείουσας Α.

χήρας Α. Χ.), της όγδοης και της ένατης αναιρεσείουσας φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η ως άνω αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.448/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα: 1)την υπ'αριθμ.120/Θ/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Π.

συζύγου Α. Τ. του ληξιαρχείου του δήμου Λαγκαδά και 2)το υπ'αριθμ.πρωτ.17179/30.8.2010 ότι η ως άνω αποβιώσασα στις 30-7-2009 άφησε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της το σύζυγο της Α. Τ. και τα δύο τέκνα τους Ά. Τ. και Ν. Τ. (τρείς πρώτους καλούντες) που δηλώνουν παραδεκτά (άρθρα 286 περ.α', 287 και 290 ΚΠολΔ ότι συνεχίζουν την αναιρετική δίκη, υπεισερχόμενη στη θέση της πρώτης αρχικής αναιρεσείουσας, 3)την υπ'αρ.105/1/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Α.

Γ. του Α. του ληξιαρχείου του δήμου Λαγκαδά και 4)το υπ'αριθμ.πρωτ.39019/2011 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του ιδίου ως άνω δήμου, προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος αποβιώσας αρχικός δεύτερος αναιρεσείων άφησε ως εγγυτέρους συγγενείς του τη σύζυγό του Σ. Γ. και τις τρείς θυγατέρες τους Α., Ε. και Χ. (2α, 2β, 2γ και 2δ των καλούντων) που δήλωσαν παραδεκτά ότι υπεισέρχονται στη θέση του και συνεχίζουν την προκειμένη αναιρετική δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού με την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας κλήση που επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο δήμο, 5)την υπ'αρ.150/Η/2006 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Α.

χήρας Α. Χ. (τέταρτης αναιρεσείουσας) του ληξιαρχείου του δήμου Λαγκαδά Θεσσαλονίκης και 6)το υπ'αριθμ.πρωτ.58274/2013 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του ιδίου ως άνω δήμου προκύπτει ότι η αποβιώσασα στις 20-10-2006 Α. χήρα Α. Χ. είχε πλησιέστερους συγγενείς που την κληρονόμησαν εξ αδιαθέτου: 1)τη θυγατέρα της Μ.

Χ. του Α., 2) της Β. Χ. του Α. και 3) της Ε. Χ. του Α. (πέμπτο, έκτο και έβδομη των καλούντων), που δήλωσαν με την αναφερόμενη ως άνω κοινή κλήση όλων των αναιρεσειόντων ότι παραιτούνται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς αρχικώς αναιρεσείουσα και απ'αυτούς κληρονομηθείσα μητέρα τους Α. χήρα Α.

Χ..

Συνεπώς πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 295, 297 και 299 ΚΠολΔ, να θεωρηθεί πως δεν ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης εκ μέρους της πέμπτης αρχικής αναιρεσείουσας, στη θέση της οποίας υπεισήλθαν τα προμνημονευόμενα τρία (3) τέκνα της (Μ., Β. και Ε. Χ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου των εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός εάν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ.20 του ίδιου κώδικα. Εξάλλου ο προβλεπόμενος από την τελευταία ως άνω διάταξη του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει και όχι όταν από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου θέματος.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο και το μέρος υπ'αριθμ.4 του δευτέρου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους των αναιρεσειόντων παραμόρφωσε το περιεχόμενο του επικαλεσθέντος και νομίμως προσκομισθέντος σε επίσημη μετάφραση από την Τουρκική γλώσσα εγγράφου ήτοι της με αριθ. 8438 εγγραφής• του υπ' αριθμ. 887/7 βασικού φορολογικού βιβλίου (Εσάς) του Τουρκικού έτους 1328 (Χριστιανικού 1907) του χωρίου Λαγυνών από το φυλασσόμενο στην Υπηρεσία του Ιστορικού Αρχείου Μακεδονίας τουρκικού αρχείου.

Από αυτό το έγγραφο αποδεικνύεται, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, ότι στην απώτερη δικαιοπάροχο αυτών Σ. συζ. Τ.-Χ. Γ., παραχωρήθηκε έκταση οκτώ στρεμμάτων και τριών αυλακιών στην τοποθεσία Μαλί Μπινάρ και Χαζάρ με σύνορα: Ανατολικά βοσκότοπος, Δυτικά λάκκος ή ρέμα, Βόρεια Α. Γ., Νότια βοσκότοπος και λάκκος ρέμα) καθώς επίσης παραμόρφωσε και το 424/15-4-1977 πιστοποιητικό του Προέδρου της Κοινότητας Λαγυνών, σχετικά με την ταυτότητα του επιδίκου, ήτοι έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες.

Με τέτοιο περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, το οποίο και συγκροτεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ανεξάρτητα από το ότι την παραπάνω κρίση του το δικαστήριο στήριξε όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ως άνω έγγραφα, αλλά ύστερα από συνεκτίμηση και των λοιπών αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της διαλαμβανομένης στα 276/2002 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά καταθέσεως του μάρτυρα Ν. Μ., είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος, διότι, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, έγγραφα είναι κατά τα άρθρα 339 και 432-465 ΚΠολΔ, αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη, και όχι εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι καταθέσεις μαρτύρων, οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμοσύνης, τα πρακτικού του Δικαστηρίου ως προς το τμήμα τους που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ως και οι ένορκες βεβαιώσεις.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 336, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.11 γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίας ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις 9583/1996 και 1970/1997 αποφάσεις του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Θεσσαλονίκης αντίστοιχα, και το 707/1997 πρακτικό του ΝΣΚ περί αποδοχής της ως άνω εφετειακής απόφασης καθώς και το με αριθ.

πρωτοκόλλου 618/3-2-1995 έγγραφο του Δασαρχείου Θεσσαλονίκης, έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη της κυριότητας των επί του επιδίκου ακινήτου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που η απόφαση αυτή περιέχει, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα.

Περαιτέρω, κατά μεν την παρ.1 του άρθρου 368 Κ.Πολ.Δ.: "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται, για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου: "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".

Η χρησιμοποίηση στο μεταγλωττισμένο στη δημοτική κείμενο της τελευταίας διάταξης της λέξης "ειδικές" αντί της λέξης "ιδιάζουσες", οφείλεται σε εσφαλμένη μεταγλώττιση από το κείμενο της καθαρεύουσας, στο οποίο χρησιμοποιείται η λέξη "ιδιάζουσαι". Έτσι ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ.3 εδάφ. τελευταίο του Ν.1406/1983, λόγω της νοηματικής διαφοράς που προκύπτει, το αρχικό κείμενο που είναι διατυπωμένο στην καθαρεύουσα.

Από τις αμέσως πιο πάνω παρατιθέμενες διατάξεις του Κ.Πολ,Δ. προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Επομένως αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να διατάξει πραγματογνωμοσύνη αν και τη ζήτησαν οι αναιρεσείοντες και απαιτούνταν ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης τοπογράφου μηχανικού και πολεοδόμου προκειμένου να γνωματεύσει για την ταυτότητα του διεκδικουμένου ακινήτου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο απέρριψε το αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και στην απόφαση αυτή δεν υπάρχει παραδοχή ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνου αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Κατ'ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, πλην της ως άνω παραιτουμένης από το δικόγραφο της αίτησης, στα δικαστικά έξοδα του αν αιρεσιβλήτου δήμου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ και 281 παρ.2 του ν.3463/2006), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 18.2.2009 αίτηση της Α. χήρας Α. Χ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.448/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την από 18.2.2009 αίτηση όλων των λοιπών, πλην της ανωτέρω, αναιρεσειόντων για αναίρεση της ίδιας ως άνω απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει αυτούς στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου δήμου, που ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Φεβρουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ .