1009/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/3/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13/10/2009 αίτησή του και τους από 13/1/2011 πρόσθετους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated1009/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1009 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1009/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. θυγατέρας Ι. Μ., 2) Μ. θυγατέρας Ι. Μ., 3) Π. χήρας Ι. Μ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ανδρονόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/3/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13/10/2009 αίτησή του και τους από 13/1/2011 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 22/3/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή, κατά τον τρίτο λόγο και να απορριφθεί κατά τους λοιπούς λόγους του κυρίως δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, η αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 46/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του αρθ.1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κλπ", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό όπως προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του οποίου προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.
Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή.
Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (ΟλΑΠ 1/1988, ΟλΑΠ 8/1999) δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας, άποψη που τελικά κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 ΠρΠρΠρ (ΟλΑΠ 10/2004), κατά την ίδια δε (τακτική διαδικασία) και όχι κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, διεξάγεται και η δίκη για την καταβολή της αποζημίωσης, η οποία έχει ήδη καθορισθεί, με δικαστική απόφαση (ΑΠ 1781/2008).
Περαιτέρω, ο από το αρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Επίσης ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή των εναγόντων-νυν αναιρεσιβλήτων, κατά το αίτημα αυτής, περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, για το απαλλοτριούμενο, τμήμα του ακινήτου τους, στηριζόμενο σε στοιχεία άλλα, πέραν του στοιχείου, που ορίζεται με την ως άνω διάταξη του αρθ.1 Ν. 653/1977 (απόκτηση προσώπου επί της διανοιγόμενης οδού), υπέπεσε στην πλημμέλεια, την προβλεπόμενη από το αρθ. 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, εκ του ότι παρεβίασε ευθέως τη διάταξη αυτή, αλλά και εκ πλαγίου, διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το εάν συνέτρεχαν οι όροι και προϋποθέσεις, για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζον επί της έφεσης, της ασκηθείσας από το εναγόμενο - νυν αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η (τακτική) αγωγή των εναγόντων-νυν αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν α)να αναγνωρισθεί ότι δεν είναι ωφελούμενοι ιδιοκτήτες και ότι πρέπει να ανατραπεί το τεκμήριο ωφέλειας και β)να υποχρεωθεί το Δημόσιο να του καταβάλει την έχουσα ήδη καθορισθεί, με δικαστική απόφαση, ιδιαίτερη αποζημίωση, για το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση τμήμα εδάφους και τα εντός αυτού επικείμενα κτίσματα, δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, τα εξής, αναφορικά με το υπό στοιχείο α αίτημα (ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας:
Ότι το απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου των εναγουσών, εκτάσεως 302,26 τ.μ., στη συγκεκριμένη περίπτωση όχι μόνον δεν ωφελήθηκε, αλλά αντιθέτως ζημιώθηκε από την ως άνω αναγκαστική απαλλοτρίωση και τη βελτίωση - διαπλάτυνση της οδού ..., αφού η αξία του δεν αυξήθηκε, αλλά αντιθέτως μειώθηκε από την παραπάνω διαπλάτυνση.
Και τούτο, διότι το εν λόγω εναπομείναν τμήμα του οικοπέδου των εναγουσών κατέστη πλέον μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, καθόσον βρίσκεται ολόκληρο στο εσωτερικό μιας ζώνης ασφαλείας 20 μέτρων από το όριο της απαλλοτριώσεως, ήτοι ζώνης που πρέπει να χωρίζει κάθε κτίσμα από το εξωτερικό όριο της οδού, με αποτέλεσμα να εμπίπτει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 2 περ.α.
ΠΔ 209/1998 απαγόρευση δόμησης, ενώ υπάρχει και πρόβλημα ως προς τη θέση του υφιστάμενου εντός αυτού κτίσματος. Από τη διαπλάτυνση επομένως της προαναφερθείσης οδού οι ενάγουσες δεν απόκτησαν καμία ωφέλεια, ανατρεπόμενου του τεκμηρίου του άρθρου 1 του ν. 653/77, που είναι μαχητό ήδη κατά το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001.
Κατά συνέπεια, οι ενάγουσες δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στις δαπάνες της επίδικης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και συγκεκριμένα α) δεν έχουν υποχρέωση να αυτοαποζημιωθούν για τα 213,62 τ.μ, και β) δεν υποχρεούνται να αποζημιώσουν τρίτους παρόδιους ιδιοκτήτες για τα 8,73 τ.μ. μαζί με τα επ' αυτών συστατικά που απολλοτριώθηκαν από αυτούς".
Υπό τις παραδοχές αυτές, εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και επαρκή τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται για τη θεμελίωση του αιτήματος περί αναγνώρισης της μη ύπαρξης ωφέλειας των εναγόντων-ιδιοκτητών και περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, όπως τα στοιχεία αυτά καθορίζονται διευρυμένα πλέον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, όπως ορθώς έκρινε και το Εφετείο, το οποίο ορθώς εφήρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη του Ν. 653/1977, ενώ διέλαβε, ως προς το ζήτημα αυτό πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω εφαρμοσθείσας διάταξης.
Δεν υπέπεσε, επομένως, στις από το αρθ.559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες και οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Το προαναφερθέν τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 σύμφωνα με την παραγρ.1 του αρθ.33 του Ν. 2971/2001 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου.
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης".
Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή ...". Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω άρθρου, ορίζεται ότι "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει α) Των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί.
Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δυο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν 2971/2001 με το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, θεσπίστηκε ρητά ότι το τεκμήριο είναι μαχητό και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 του ίδιου νόμου σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεση τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος) ενώ δεν εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων.
Περαιτέρω, ο από το αρθ.559 αριθμ.14β ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται εάν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο ή ακυρότητα. Με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το αρθ.559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου της αγωγής, εκ του ότι η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο της οριζομένης από το αρθ.33 παρ.3 Ν. 2971/2001 δίμηνης προθεσμίας, από τη δημοσίευση, την 14-1-2003, της απόφασης 143/2003 του Εφετείου Πατρών, περί καθορισμού οριστικής αποζημίωσης.
Πλην όμως, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα, παραδεκτώς κατ' αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα και όπως, άλλωστε συνομολογεί στο αναιρετήριο και το ίδιο το αναιρεσείον, η απαλλοτρίωση είχε ήδη συντελεσθεί πριν από την ισχύ του νόμου 2971/2001 και συγκεκριμένα είχε συντελεσθεί την 31-1-2001, με τη δημοσίευση στο ΦΕΚ της ανακοίνωσης παρακατάθεσης της αποζημίωσης και συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν έχει εφαρμογή, στην προκειμένη περίπτωση ο νόμος αυτός. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι η ένδικη απαλλοτρίωση δεν υπάγεται στη διαδικασία και στις προθεσμίες, που ορίζονται από τις διατάξεις των αρθ.33 και 37 του ως άνω νόμου οι οποίες θεωρούνται ως δικονομικού δικαίου διατάξεις (ΑΠ 1781/2008) ως έχουσα ήδη συντελεσθεί κατά την έναρξη ισχύος αυτού, δεν υπέπεσε στην από το αρθ.559 αριθμ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του αρθ.21 του Ν.Δ/τος της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 "περί Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου" προβλέπεται ότι το ποσοστό των νόμιμων και των υπερημερίας τόκων κάθε οφειλής του Δημοσίου ορίζεται σε 6% ετησίως. Η διαφοροποίηση αυτή υπέρ του Δημοσίου, ως οφειλέτη, στην περίπτωση υπερημερίας αυτού, στην καταβολή ποσοστού τόκου μικρότερου από των ιδιωτών οφειλετών, είναι επιτρεπτή και επιβάλλεται από τον σκοπό, τον οποίον αυτό υπηρετεί, αφού το Δημόσιο έχει ως έργο και ως αποστολή να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, καθώς και, αδιακρίτως τους Έλληνες πολίτες, οι οποίοι συμβάλλουν στην περιουσία αυτού, με την καταβολή φόρων. Η ειδική αυτή ρύθμιση υπέρ του Δημοσίου δεν αντίκειται στην από το αρθ.4 παρ.1 του Συντάγματος καθιερούμενη αρχή της ισότητας, ούτε στην από το αρθ.20 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ) καθιερούμενη αρχή της παροχής εννόμου προστασίας και δίκαιης δίκης, ούτε, επίσης, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει την περιουσία του πολίτη, διότι η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου είναι αναγκαία, ώστε να είναι αυτό σε θέση να εκπληρώνει απρόσκοπτα τους σκοπούς του, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, είναι η εξυπηρέτηση του γενικωτέρου κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος (Ολ.ΑΠ 3/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεχθέν ότι οι ενάγοντες-νυν αναιρεσίβλητοι δεν είναι ωφελούμενοι ιδιοκτήτες και ότι πρέπει να ανατραπεί το τεκμήριο ωφέλειας, καθώς και ότι το Δημόσιο βαρύνεται με υποχρέωση αποζημίωσης, για το απαλλοτριωθέν ακίνητό τους, επιδίκασε σ’ αυτούς, ως αποζημίωση, με βάση την έχουσα ήδη καθορισθεί, με δικαστική απόφαση, οριστική τιμή αποζημίωσης, το συνολικό ποσό των 31.718 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατ' άρθρ. 346 ΑΚ. "και όχι κατ' αρθ.21 του κ.δ. της 26-6/10-7-1944 περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου (δηλαδή με ποσοστό τόκου 6%), το οποίο (σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση) αντιβαίνει στα αρθ.4 παρ.1 και 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου". Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, υπέπεσε στην από το αρθρ.559 αριθμ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, της παραβίασης (διά της μη εφαρμογής της) της ως άνω διάταξης του αρθ.21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, η οποία, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομική σκέψη, είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση και επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος της (μόνον) που αφορά το ποσοστό του οφειλομένου από το εναγόμενο-νυν αναιρεσείον (Ελληνικό Δημόσιο) τόκου, για το επιδικασθέν ποσό, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρθ. 580 § 3 Κ.πολ.Δ) και να καταδικασθούν οι ηττηθείσες αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (αρθρ. 176,183 Κ.Πολ.Δ.,) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 46/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000).
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ