Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding new evidence and lack of ambiguity in lower court's fact-finding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the heirs of the deceased plaintiff against a final judgment from the Athens Court of Appeal. The appellants argued that the lower court failed to consider specific technical reports and building permits issued in 1964 and 1966, claiming these documents proved the legal existence of a servitude. The court rejected this, ruling that the appeal was inadmissible because the cited 1964 report was not properly referenced in prior proceedings and the 1966 permit was not legally cited, while the remaining evidence was already considered by the lower court without creating any reasonable doubt.
Legislator headnote
AI generatedArticles 287 §1, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 561 §2 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds rely on evidence not properly introduced in prior proceedings or if the lower court's evaluation of existing evidence does not leave room for reasonable doubt.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1009 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1009/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1. Ζ, η οποία απεβίωσε στις 24-6-2007 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της : 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη, 4. Χ4, 5. Χ5, 6. Χ6, 7. Χ7, 8. Χ8, 9. Χ9 και 10. Χ10, ως νόμιμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της ήδη θανούσας αρχικής διαδίκου Φ. Η 1η (Χ1) παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βρεττό ενώ οι 2ος, 3η, 4ος, 5η, 6η, 7η, 8η, 9ος και 10η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου-καλούντος: Ψ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αναγνωστάκη .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου-καλούντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5758/1997, 6422/2001 μη οριστικές, 3492/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5351/2004 μη οριστική, 8631/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-2-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 7-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της 1ης παραστάσας αναιρεσείουσας (Χ1) ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ειδικότερα, στις 24-6-2007 επήλθε στη ... ο θάνατος της πρώτης αναιρεσείουσας Ζ. Ο αναιρεσίβλητος, με την από 10-6-2008 κλήση του προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αντιδίκους του, ως πρόσωπα δικαιούμενα με επανάληψη της δίκης (άρθρο 287§1 Κ.Πολ.Δ.), γνωστοποίησε νόμιμα σ' αυτούς το θάνατο της πιο πάνω αναιρεσείουσας και ότι οι εγγύτεροι αυτής συγγενείς και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της είναι οι Χ1, Χ2 και Χ3 και ήδη τρεις πρώτοι από τους καθ'ων, τέκνα της, παράλληλα δε, δήλωσε ότι επιθυμεί την επανάληψη της δίκης που διακόπηκε.
Η εν λόγω κλήση συντάχθηκε μετά την πάροδο της τασσόμενης από το νόμο (άρθρα 291, 292 Κ.Πολ.Δ. και 1847§1 εδάφ. α' ΑΚ) τετράμηνης προθεσμίας προς αποποίηση της κληρονομίας της θανούσας αναιρεσείουσας από μέρους των κληρονόμων της, επέχει δε θέση πρόσκλησης των τελευταίων προς επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια.
Με τα δεδομένα αυτά, νόμιμα ο καλών αναιρεσίβλητος επισπεύδει την επανάληψη της δίκης με πρόσκληση των καθολικών διαδόχων της θανούσας, η οποία νόμιμα, από τον παραπάνω λόγο, επαναλαμβάνεται αναγκαστικά στο πρόσωπο των εν λόγω καλουμένων, νομιμοποιουμένων για τη συνέχιση της δίκης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 19-11-2008), μετά, δηλαδή, την παρέλευση τριάντα και πλέον ημερών από την κοινοποίηση σ' αυτούς της πιο πάνω κλήσης (πρόσκληση).
Από τις 7116/4-7-2008, 5197/9-7-2008, 7112/4-7-2008, 8599/8-7-2008, 7113/4-7-2008, 7102/30-6-2008, 7114/4-7-2008, 7118/8-7-2008 και 7115/4-7-2008, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης των αρμόδιων δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Αθηνών, Μυτιλήνης και Χαλκίδας ..., ..., ... και ..., αντίστοιχα, προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της από 10-6-2008 κλήσης του -αναιρεσιβλήτου-, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτή (της 19-11-2008), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο έως και δέκατη από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 §2 Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576§2 Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η υπόθεση παρά την απουσία των πιο πάνω αναιρεσειόντων. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281, 1118, 1119, 1120, 1124, 1125, και 1136 ΑΚ προκύπτει, ότι η πραγματική δουλεία, όπως είναι η δουλεία διόδου, αποσβήνεται αν η άσκησή της καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς.
Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος, γιατί το τελευταίο απέκτησε αυτάρκεια ή, κατ'άλλη έκφραση, όταν η άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη. Έτσι, αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο από άλλη οδό παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, γιατί η τελευταία δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος, αφού αυτό έχει αποκτήσει αυτάρκεια.
Πρέπει, δηλαδή, η αυτάρκεια του δεσπόζοντος να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας, γιατί αν περιλαμβάνει μέρος εκείνου, η δουλεία, κατ'εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου των δουλειών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1122, 1130, 1131 και 1138 ΑΚ, διατηρείται ακέραιη. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ προκύπτει, ότι το δικαίωμα άσκησης της πραγματικής δουλείας, από τον εκάστοτε κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου, εφόσον το τελευταίο έχει καταστεί αύταρκες σε μεγάλο βαθμό, σε συνδυασμό με την συνδρομή και άλλων περιστατικών, θεωρείται ότι γίνεται καταχρηστικά, για το λόγο δε αυτό απαγορεύεται η άσκησή του, όταν από την όλη συμπεριφορά του δικαιούχου και από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, γίνεται φανερό ότι η συνέχιση άσκησης της πραγματικής δουλείας υπερβαίνει προφανώς πλέον τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Στην περίπτωση αυτή, ο κύριος του δουλεύοντος ακινήτου μπορεί να επιδιώξει δικαστικά την αναγνώριση της καταχρηστικής άσκησης της δουλείας από τον κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου και να ζητήσει την απαγόρευση άσκησης της δουλείας στο μέλλον, αφού από το άρθρο 281 ΑΚ δεν γίνεται διάκριση ως προς το δικονομικό τρόπο προβολής από το θιγόμενο της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος από τον αντίδικο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι και κοινοί απώτατοι δικαιοπάροχοι των ήδη διαδίκων ..., ..., ..., ... και ... ως εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του κείμενου στη θέση "..." ή "..." της περιφέρειας της (τότε) κοινότητας ... εκτός σχεδίου πόλεως μείζονος αγροτεμαχίου, με ανατολικό όριο την τότε παλαιά οδό ..., κατάτμησαν, περί τα τέλη του έτους 1958, τούτο σε πλείονα αυτοτελή (εκτός σχεδίου) αγροτεμάχια, εμφαινόμενα στο συνημμένο στο υπ' αριθμό ...
συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών Ιωάννη Κουγκούλου από 20-11-1958 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ..., μεταξύ δ' αυτών (προκυψάντων αγροτεμαχίων) ήταν και τα συνεχόμενα, εξ ανατολών προς δυσμάς, με αριθμούς 14,13.12 και 11. Εξάλλου προς εξυπηρέτηση του συνόλου των δημιουργηθέντων (νέων) αγροτεμαχίων και των μελλόντων αγοραστών τους οι ως άνω συγκύριοι άφησαν στον ίδιο χρόνο (1958), επί της αρχικής μείζονος ιδιοκτησίας τους και περιμετρικώς αυτής εδαφικές λωρίδες - ιδιωτικές οδούς, μεταξύ των οποίων η και εμφαινόμενη στο παραπάνω σχεδιάγραμμα εκείνη (ιδιωτική οδός), πλάτους 4 μέτρων, που ήταν κάθετη στην κείμενη προς ανατολάς τότε παλαιά οδό ... (με την παράπλευρη αυτής οδό), από την οποία και άρχιζε, με απόληξη, σε συνεχόμενη αδιάκοπη ευθεία, στην προς δυσμάς επίσης αφεθείσα ιδιωτική οδό (παράλληλη της οδού ...), που μετά την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως (κατά το Μάρτιο 1959) αποτελεί την εγκεκριμένη οδό ... (Δήμου ...).
Επί της πρώτης ως άνω ιδιωτικής οδού-διόδου των 4μ. πλάτους, που και μετά την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως παρέμεινε (και παραμένει) μη εγκεκριμένη, είχαν (και έχουν) αποκλειστικώς πρόσωπο 13,40 μ. ως και βόρειο όριο τα ως άνω με αριθμούς 12 και 13 αγροτεμάχια επιφάνειας 153 και 114 τμ αντιστοίχως (μετέπειτα και από το Μάρτιο 1959 οικόπεδα), ενώ το μεν υπ' αριθμό 11, που προ της εγκρίσεως του ρυμοτομικού σχεδίου ήταν γωνιακό (επιφάνειας 154 τμ), είχε πρόσωπο τόσο βορείως στην ίδια αυτή (ιδιωτική οδό), όσο και δυτικώς επί της άλλης (προς δυσμάς) ιδιωτικής οδού - μετέπειτα οδού ..., το δε υπ' αριθμό 14 ως γωνιακό είχε (και έχει) πρόσωπο τόσο βορείως επί της αυτής ιδιωτικής οδού, όσο και ανατολικώς επί της οδού ... (και της παράπλευρης οδού της).
Η εν λόγω ιδιωτική οδός, που είχε βόρειο όριο την ιδιοκτησία Α. και ..., αφέθηκε από τους ως άνω συγκυρίους ειδικώς προς εξυπηρέτηση, καθόλο το μήκος της (των 55,20μ.) και πλάτος της (των 4μ). των τεσσάρων αυτών αγροτεμαχίων-οικοπέδων και ιδίως των "εσωτερικών" με αριθμούς 12 και 13, ώστε με σύγχρησή της -διέλευση σε αμφότερες τις κατευθύνσεις της (τόσο δυτικώς προς την οδό ..., όσο και ανατολικώς προς την οδό ...) να έχουν διέξοδο και πρόσβαση στις εγκεκριμένες αυτές οδούς (...
και ...). Εξάλλου, μετά τη ρυμοτόμηση και την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως (κατά το Μάρτιο 1959) το υπ' αριθμό 11 αγροτεμάχιο, ως οικόπεδο πλέον, μετατοπίσθηκε προς βορρά (σε επαφή με την ιδιοκτησία ...) και κατέλαβε τμήμα (μήκους 12,60μ και πλάτους 4μ) της, (μη εγκριθείσας) αμέσως ως άνω ιδιωτικής οδού (προς την πλευρά της συμβολής της με την οδό ...), και έτσι έπαυσε να είναι γωνιακό, μειωθείσας και της επιφάνειάς του σε 138,04 τ.μ., όπως εμφαίνεται στην τελική του μορφή και όρια υπό στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο από 7-11-1960 τοπογραφικό διάγραμμα του πολ.
μηχανικού ..., συνημμένο στο κατωτέρω υπ' αριθμό ... συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών Ιωάννη Κουγκούλου. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου υπ' αριθμό .... συμβολαίου του ίδιου συμ/φου (Ιωάννη Κουγκούλου). οι ως άνω συγκύριοι (... κλπ) μεταβίβασαν κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, το ως άνω υπ' αριθμό 12 αγροτεμάχιο-οικόπεδο στην αρχική εφεσίβλητη-εναγόμενη.
που κατά το έτος 1964 ανήγειρε επ' αυτού οικία, χρησιμοποιούμενη έκτοτε ως οικογενειακή της στέγη. Εξάλλου, δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου υπ'αριθμό ... πωλητηρίου συμβολαίου του αυτού συμ/φου, οι ίδιοι αυτοί συγκύριοι μεταβίβασαν το ως άνω υπ'αριθμό 11 οικόπεδο στην ..., αυτή δε στην και άμεσο δικαιοπάροχο του ενάγοντος ... (υπαριθμό ...
νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών Θωμά Ιωαννίδη). Επί τούτου και κατά κάλυψη και του βόρειου τμήματός του (από το οποίο διερχόταν, ως προελέχθη, η ως άνω αφεθείσα ιδιωτική οδός κατά την κατεύθυνσή της προς την οδό ...) η τελευταία (...) κατά το έτος 1966-1968 ανήγειρε (με το σύστημα της αντιπαροχής) τριόροφη οικοδομή, που υπήχθη νομίμως στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας (υπ'αριθμό 26139/1966 νόμιμα μεταγραμμένη συστατική πράξη του συμ/φου Αθηνών Θωμά Ιωαννίδη), μεταξύ δε των συσταθεισών οριζοντίων ιδιοκτησιών της ήταν και η με στοιχείο Ι-1 (διαμέρισμα) του ισογείου, επιφάνειας 43,50τμ.
Η οριζόντια αυτή ιδιοκτησία, που κάλυπτε (και καλύπτει) σε όλη την επιφάνειά του το ως άνω καταληφθέν από το οικόπεδο τούτο (υπ'αριθμό 11) τμήμα της ιδιωτικής οδού, μήκους 12,60 μ. και πλάτους 4μ., ήταν (και είναι) στην πραγματική (οικοδομική) της κατάσταση ημιτελής (σκελετός), με μήκος 12,60μ, πλάτος 4μ και ύψος 4μ, αποτελούμενη μόνο από τα υποστηλώματά της και την επ' αυτών πλάκα (δάπεδο του πρώτου ορόφου), χωρίς άλλη κατασκευή, διαμπερής, εν είδει στοάς, ώστε να είναι δυνατή η μέσω αυτής ελεύθερη πρόσβαση και προσπέλαση προς και από την οδό ... (και) της προς ανατολάς κείμενης ιδιοκτησίας της εναγομένης (μέσω και της εμπροσθέν της διερχόμενης ως άνω ιδιωτικής οδού).
Στην και διατηρούμενη μέχρι τούδε κατάστασή της αυτή η εν λόγω οριζόντια ιδιοκτησία περιήλθε κατά κυριότητα, κατόπιν διενεργηθείσας σε βάρος της προκτήτορος ... αναγκαστικής εκτέλεσης, στον ενάγοντα κατά το 1968, δυνάμει της νόμιμα μεταγραφείσας υπ'αριθμό 979/1968 περιλήψεως κατακυρωτικής έκθεσης του συμ/φου Αθηνών Παναγιώτη Ζυγούρη, από δε τη "στοά" της εξυπηρετείτο ανελλιπώς για την επικοινωνία και πρόσβαση από και προς την οδό ... (και) η ως άνω ιδιοκτησία της αρχικής εναγομένης (γίνεται μνεία ότι απόπειρα τόσο της ....
κατά το 1966. όσο και του ενάγοντος κατά το 1975, να αποκλείσουν την δίοδο αυτή -"στοά" αποκρούσθηκε από την αρχική εναγόμενη, με την άσκηση αιτήσεώς της ασφαλιστικών μέτρων προστασίας της οιονεί νομής δουλείας διόδου της που έγιναν δεκτές τελεσιδίκως, εκδοθεισών των υπ'αριθμούς 7762/1967 και 11203/1976 αποφάσεων του Πολ.Πρωτ.
Αθηνών). Σημειώνεται ότι το μεν υπ'αριθμό 13 ως άνω οικόπεδο ανήκει ήδη από το έτος 1959 (από αγορά από τους παραπάνω συγκυρίους ... κλπ) στην μη διάδικο ..., η οποία και ιδιοκατοικεί στην επ' αυτού ανεγερθείσα οικοδομή, το δε (γωνιακό) υπ'αριθμό 14 ανήκει από το έτος 1991 (από αγορά από αρχικούς ως άνω συγκυρίους και τους καθολικούς διαδόχους τους) στην ανώνυμη εταιρεία "ΡΑΔΙΟ ΑΘΗΝΑΙ", η οποία και εκμεταλλεύεται τα επ' αυτού εμπορικά καταστήματα.
Τα εν λόγω ακίνητα, στην ενεστώσα κατάστασή τους, ανήκοντα στο - περιβαλλόμενο γύρωθεν από τις εγκεκριμένες οδούς ... (δυτικώς), ... (βορείως), ... (νοτίως), ... (νοτιοανατολικώς) και ανατολικώς με την ήδη πλήρως διανοιγμένη και διαμορφωμένη παράπλευρο -παράδρομο της ... (Δήμου ...) αποτυπώνονται και εμφαίνονται στο συνημμένο στην δικαστική πραγματογνωμοσύνη από Σεπτεμβρίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα (σχέδιο 1) του παραπάνω πραγματογνώμονα ως εξής:
η υπ'αριθμό 11 ιδιοκτησία υπό στοιχεία ΑΒΓΖΔΑ, το δε διαμέρισμα -"στοά" του ενάγοντος υπό στοιχεία ΒΒ1Β2Β3, η (προς ανατολάς) παρακείμενη (εν μέρει όμορη) με αριθμό 12 ιδιοκτησία της αρχικής εναγομένης υπό στοιχεία ΖΗΚΛΖ, η όμορη αυτής υπ'αριθμό 13 ιδιοκτησία ... υπό στοιχεία ΗΘΙΚΗ και η όμορη αυτής υπ'αριθμό 14-1 ιδιοκτησία του "ΡΑΔΙΟ ΑΘΗΝΑΙ" υπό στοιχεία ΘΟΞΝΜΘ.
Εξάλλου, η κείμενη έμπροσθεν (στο πρόσωπο) των υπ'αριθμ. 12 και 13 ιδιοκτησιών, ως και στο βόρειο πρόσωπο της υπ'αριθμό 14-1, εδαφική λωρίδα -ιδιωτική δίοδος - οδός, πλάτους 4μ., η οποία, αφεθείσα συνόμως, κατά τα προαναφερθέντα, από τους αρχικούς συγκυρίους -δικαιοπαρόχους και των διαδίκων, διατήρησε και διατηρεί, εγκύρως και δεσμευτικώς για τους τρίτους, το νόμιμο χαρακτήρα της ως τέτοιας κατά τη βούληση των τελευταίων (δηλαδή της ιδιωτικής οδού προς εξυπηρέτηση και της ιδιοκτησίας της εναγόμενης, με ισχυρό δικαίωμα συγχρήσεως, κατά τον προορισμό της, καθόλη την έκτασή της), αρχίζει δυτικώς από την οριζόντια ιδιοκτησία -"στοά" του ενάγοντος και εκτεινόμενη σε ευθεία ανατολικώς καταλήγει στην (και κάθετό της) παράπλευρη οδό (παράδρομο) της Λ. ....
στην οποία (παράπλευρη οδό) και έχει βεβαίως έξοδο. Η τελευταία (παράπλευρη οδός) διανοίχθηκε, κατ' εφαρμογή και υλοποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής, κατά τα έτη 1987-1988 και διαμορφώθηκε πλήρως στην οριστική μορφή της κατά το έτος 1990, μέσω δ' αυτής εξασφαλίζεται η ανεμπόδιστη επικοινωνία και πρόσβαση προς και από τη (δημόσια οδό) Λ. ...
και όλο το περιβάλλον ΟΤ (οδός ..., ... κλπ). Με το μη εκκαλούμενο κεφάλαιο της κατά τα λοιπά προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έγινε δεκτό ότι επί του ακινήτου του ενάγοντος (διαμερίσματος-"στοάς) το ακίνητο της αρχικής εναγόμενης είχε δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου, που το μεν εγκύρως συστάθηκε (πραγματική δουλεία) ήδη από του έτους 1959 σιωπηρώς από τους ως άνω αμέσους δικαιοπαρόχους της συγκυρίους, το δε αποκτήθηκε (από την εναγόμενη) με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης υπερ20ετούς οιονεί νομής δουλείας διόδου, με διάνοια δικαιούχου, με περιεχόμενο (πραγματικής δουλείας) την υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου της (αρχικής εναγόμενης) διέλευση μέσω του δουλεύοντος ακινήτου του ενάγοντος, από και προς την οδό ... .....
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν περαιτέρω τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η ως άνω (μη εγκριθείσα) ιδιωτική οδός είναι κατά το τμήμα της από το (δεσπόζον) ακίνητο της αρχικής εναγόμενης και μέχρις την συμβολή της με την ήδη διαμορφωμένη (ασφαλτοστρωμένη και με όλα τα δίκτυα των κοινωφελών οργανισμών) παράπλευρη οδό της Λ. ...
επιστρωμένη με gross-beton. Εξάλλου, το εν λόγω τμήμα της, μήκους περί τα 28μ. είναι χωρίς οποιοδήποτε εμπόδιο, ελευθέρως βατό σε πεζούς, όπως και ανέτως διελεύσιμο με αυτοκίνητο.
Συνεπώς η (δεσπόζουσα) ιδιοκτησία της αρχικής εναγόμενης έχει δυνατότητα και την πλήρη ευχέρεια πλέον να εξυπηρετείται, για την πρόσβασή της προς και από (είσοδος και έξοδος) τον (προς ανατολάς κείμενο) παράδρομο της Λ. ..., μέσω του τμήματος της ιδιωτικής αυτής οδού. χωρίς να υφίσταται κανένα πραγματικό - υλικό εμπόδιο ή νομικό κώλυμα ή αντιτάξιμο δικαίωμα τρίτου, αφού αυτή (ιδιοκτησία εναγόμενης) είναι νομίμως συνδικαιούχος (ομού με την όμορη με αριθμό 13 ιδιοκτησία ως και την υπ'αριθμό 14-1 γωνιακή τέτοια, που όμως έχει ήδη ευθεία πρόσβαση στον παράδρομο της Λ. ...) διαρκούς χρήσεως της ιδιωτικής αυτής οδού, σύμφωνα με τον αμετάβλητο χαρακτήρα και τον αναλλοίωτο, κατά τα αμέσως προαναφερθέντα, προορισμό της, που καθορίστηκε νομίμως και εγκύρως από τους ως άνω συγκυρίους του μείζονος αγροτεμαχίου (σημειώνεται ότι οι προς βορράν αυτής -ιδιωτικής οδού - κείμενες ιδιοκτησίας ...
δεν έχουν κανένα επ' αυτής, εμπράγματο ή ενοχικό, δικαίωμα χρήσεως). Με τη διαμορφωμένη επομένως αυτή κατάσταση το δεσπόζον ακίνητο δεν έχει ανάγκη της επίμαχης, μη παρέχουσας πλέον καμμία ωφέλεια η χρησιμότητα, δουλείας διόδου, αφού έχει καταστεί αυτάρκες, εξυπηρετούμενο, κατά τρόπο οριστικό, πλήρη, διαρκή, στο ίδιο μέτρο και ισοδυνάμως (πραγματικώς ή και νομικώς) από την και εξασφαλίζουσα το ίδιο περιεχόμενο χρήσεως ως και την αυτή λειτουργικότητα του (δεσπόζοντος) παράπλευρη ως άνω οδό της Λ. ..., λαμβανομένου υπόψη και του ότι ευχερώς μπορεί να μεταφερθεί και η παροχή του (δεσπόζοντος) της ΕΥΔΑΠ (διερχόμενη τώρα από το δουλεύον) και εν γένει οποιαδήποτε άλλη κοινωφελούς οργανισμού σ' αυτήν (παράπλευρη οδό).
Για τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του δεσπόζοντος ακινήτου από την παράπλευρη αυτή οδό. κατά τρόπο πλήρη και στο ίδιο μέτρο με εκείνο του δουλεύοντος, είναι σαφές και ανενδοίαστο το συμπέρασμα του διορισθέντος από το Δικαστήριο πραγματογνώμονα (βλ. σχετικώς σελ. 12, 13 πραγματογνωμοσύνης "...το δεσπόζον ακίνητο δεν έχει ανάγκη χρησιμοποιήσεως της επίδικης δουλείας κατά τρόπο απόλυτο, οριστικό και διαρκή, λόγω της διανοίξεως της νέας οδού...
η διάνοιξη του παραδρόμου κατέστησε την επίδικο δίοδο παντελώς περιττή..."). Υπό τα πραγματικά αυτά δεδομένα και βάσει των προεκτεθεισών νομικών σκέψεων, η επίμαχη πραγματική δουλεία, καταστάσα εντελώς περιττή, έχει αποσβεσθεί, σε κάθε δε περίπτωση (αν ήθελε δηλαδή γίνει δεκτό ότι το δεσπόζον κατέστη εν μέρει αυτάρκες) η συνέχιση της άσκησής της παρίσταται καταχρηστική, υπερβαίνουσα τα ακραία αξιολογικά όρια της ΑΚ 281, αν ληφθεί υπόψη η περιορισμένη ωφέλεια του δεσπόζοντος και η προκύπτουσα σημαντικότατη ζημία του ενάγοντος, αφού το δουλεύον ακίνητό του (αξίας ως αποπερατωμένο περί τις 70.000 ευρώ) θα παραμένει, ως ημιτελές-"στοά", εντελώς άχρηστο, χωρίς καμμία αξία, σύμφωνα με τους καθ' υποφορά με την αγωγή βάσιμους ισχυρισμούς του (ενάγοντος).
Σημειώνεται ότι το πολεοδομικώς νόμιμο ή παράνομο του τελευταίου (δουλεύοντος ακινήτου) ή της όλης οικοδομής δεν αποτελεί κρίσιμο και αξιολογητέο στοιχείο στην υπόψη διαφορά, όπως αβασίμως αντιθέτως προβάλουν οι εφεσίβλητοι.
Συνεπώς, η χωρίς δικαίωμα πλέον συνέχιση της διελεύσεως (από την αρχική εναγομένη) μέσα από το ακίνητο του ενάγοντα διαταράσσει και προσβάλλει παρανόμως την κυριότητά του". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι οι αντικειμενικώς σωρευόμενες στο ίδιο δικόγραφο αγωγές (αρνητική αναγνωριστική αγωγή και αρνητική αγωγή) έπρεπε να γίνουν δεκτές ως και κατ'ουσίαν βάσιμες, ακολούθως δε, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση και, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ενστάσεις της εναγομένης περί του ότι η επίμαχη δουλεία εξακολουθεί να είναι ενεργός και ισχυρή και έτσι η προσβολή της κυριότητας του ενάγοντα δεν είναι παράνομη, δέχθηκε τις ένδικες αγωγές ως ουσιαστικά βάσιμες, αναγνώρισε ότι η υπέρ του ακινήτου της εναγομένης πραγματική, σε βάρος του ακινήτου του αντιδίκου της, δουλεία διόδου έχει αποσβεστεί, υποχρέωσε δε τους ήδη αναιρεσείοντες, καθολικούς διαδόχους της εναγομένης, που υπεισήλθαν στη δικονομική της θέση εξαιτίας του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης θανάτου της, να παραλείπουν τη με οποιονδήποτε τρόπο διέλευσή τους μέσα από την οριζόντια ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου, με απειλή σε βάρος του καθενός απ'αυτούς, για την περίπτωση κάθε παραβίασης της πιο πάνω διάταξης προσωπικής κράτησης δέκα (10) ημερών και χρηματικής υπέρ του αντιδίκου τους ποινής διακοσίων (200) ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ότι η άσκηση της επίμαχης πραγματικής δουλείας διόδου στο δουλεύον ακίνητο έχει ήδη καταστεί περιττή για το δεσπόζον ακίνητο, αφού το τελευταίο έχει αποκτήσει πλήρη αυτάρκεια, "εξυπηρετούμενο, κατά τρόπο οριστικό, πλήρη και διαρκή, στο ίδιο μέτρο και ισοδυνάμως από την παράπλευρη της λεωφόρου ...
οδό", και, συνακόλουθα, η εν λόγω δουλεία αποσβέστηκε, σε κάθε δε περίπτωση και εφόσον κριθεί ότι το δεσπόζον ακίνητο απέκτησε μερική και μόνο αυτάρκεια, η συνέχιση της άσκησης της δουλείας παρίσταται καταχρηστική. Με τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με ανεπαρκείς, ασαφείς και μη συνάδουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί με επάλληλη αιτιολογία ότι "σε κάθε περίπτωση (αν ήθελε δηλαδή να γίνει δεκτό ότι το δεσπόζον κατέστη εν μέρει αυτάρκες) η συνέχιση της άσκησης της επίμαχης πραγματικής δουλείας παρίσταται καταχρηστική, υπερβαίνουσα τα ακραία αξιολογικά όρια της ΑΚ 281, αν ληφθεί υπόψη η περιορισμένη ωφέλεια του δεσπόζοντος και η προκύπτουσα σημαντικότατη ζημία του ενάγοντος, αφού το δουλεύον ακίνητό του...
θα παραμείνει ως ημιτελές-"στοά", εντελώς άχρηστο, χωρίς καμία αξία...", ακολούθως δε να δεχθεί ως και κατ'ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης κυρία αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι με τη διαμορφωμένη ήδη κατάσταση το δεσπόζον ακίνητο δεν έχει ανάγκη της εν λόγω δουλείας μη παρέχουσας πλέον καμιά ωφέλεια ή χρησιμότητα, αφού έχει καταστεί αύταρκες, εξυπηρετούμενο, κατά τρόπο οριστικό, πλήρη, διαρκή, στο ίδιο μέτρο και ισοδυνάμως (πραγματικά και νομικά) από την και εξασφαλίζουσα το ίδιο περιεχόμενο χρήσης καθώς και την ίδια λειτουργικότητα (του δεσπόζοντος) παράπλευρη οδό της λεωφόρου ..., στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αμέσως πιο πάνω απόφασης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι τα έγγραφα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λαμβάνονται υπόψη όχι αυτεπαγγέλτως αλλά μετά από επίκλησή τους, που αποδεικνύεται από τις έγγραφες προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε από το διάδικο που τα προσκόμισε για να τα χρησιμοποιήσει κατά του αντιδίκου του, είτε από τον τελευταίο κατ'εκείνου, όχι όμως από έγγραφες προτάσεις προηγούμενων συζητήσεων η με απλή αναφορά τους σ'αυτές.
Με την προϋπόθεση δε της συνδρομής τόσο της προσκομιδής όσο και της επίκλησης εγγράφων, αν αυτά δεν ληφθούν υπόψη, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα, ειδικότερα, μνημονευόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, δηλαδή την από 29-10-2002 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού ... και τα συνοδεύοντα αυτήν έγγραφα, δηλαδή αντίγραφα των με αριθμούς Γ' 2422/66 και 5717/68 οικοδομικών αδειών, αντίγραφο της με αριθμό Πρωτ. 20640/29-7-1964 απόφασης του Υπουργείου Δημόσιων 'Εργων και αντίγραφο του σχεδίου της πρόσοψης από την οδό ...
της με αριθμό 5717/68 οικοδομικής άδειας, τα οποία επικαλέστηκαν τόσο η εναγομένη-εφεσίβλητη, όσο και οι καθολικοί της διάδοχοι και ήδη αναιρεσείοντες, οι οποίοι όπως ήδη εκτέθηκε, συνεχίζουν τη δίκη εξαιτίας του επισυμβάντος θανάτου της κατά τη διάρκεια της εν λόγω δίκης, με τις από 26-5-2004 και 12-4-2006, αντίστοιχα, προτάσεις τους της πρώτης στο Εφετείο συζήτησης της έφεσής τους κατά της πρωτόδικης σε βάρος τους απόφασης μετά την οποία εκδόθηκε η 5351/2004 παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και της δεύτερης στο ίδιο Δικαστήριο συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών τους, ότι η επίμαχη δουλεία είχε συσταθεί νόμιμα από το έτος 1958, ότι διατηρήθηκε αυτή κατά την έκδοση της με αριθμό Γ' 2200/1964 οικοδομικής άδειας και ότι τόσο ο αντίδικό τους όσο και η δικαιοπάροχός τους γνώριζαν την πραγματική και νομική κατάσταση και γι'αυτό κατά την έκδοση των δύο (2) οικοδομικών αδειών το τμήμα της ιδιωτικής οδού, που καταλαμβάνει το ισόγειο παρέμεινε, αλλά και παραμένει άκτιστο, "εν είδει στοάς", μέσω της οποίας ασκείται η επίδικη δουλεία διόδου.
Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των προμνημονευόμενων προτάσεων προκύπτει, ότι στις πρώτες μεν απ'αυτές γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση της από 29-10-2002 τεχνικής έκθεσης του πολιτικού μηχανικού ..., με τα συνοδεύοντα αυτήν πιο πάνω τέσσερα (4) έγγραφα, ενώ στις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται επίκληση μόνο της χωρίς ημεροχρονολογία τεχνικής έκθεσης της τεχνικής συμβούλου των αναιρεσειόντων ..., αρχιτέκτονα μηχανικού, με τα συνοδεύοντα αυτήν έγγραφα, δηλαδή τη με αριθμό Ε 20640/29-7-1964 απόφαση του Υφυπουργού Δημόσιων 'Εργων, αντίγραφο της με αριθμό 5717/1968 οικοδομικής άδειας και αντίγραφο του τοπογραφικού διαγράμματος της εν λόγω άδειας.
Η επίκληση, επομένως, της από 29-10-2002 τεχνικής έκθεσης, που προμνημονεύθηκε, καθώς και της με αριθμό Γ' 2422/1966 οικοδομικής άδειας, εφόσον έγινε, όπως εκτίθεται, με τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης της υπόθεσης, δεν είναι νόμιμη, ώστε η μη λήψη υπόψη των εγγράφων αυτών να ιδρύει τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, ο οποίος, συνακόλουθα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ως προς τα λοιπά έγγραφα, των οποίων έγινε νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων "από τα νομίμως με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η χωρίς ημεροχρονολογία τεχνική έκθεση της τεχνικής συμβούλου των (κατά διαδοχή) εφεσιβλήτων αρχιτέκτονος μηχανικού ...", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-2-2007 αίτηση για αναίρεση της 8631/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες Ζ κ.λ.π. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια ευρώ (1200). -
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ