Legislator Case Law & Legislation
1009/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on employment contract duration and evidence admissibility grounds.

Case Number 1009/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final judgment regarding an employment dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documents and an admission regarding the employer's identity, claiming these errors violated procedural rules. The court rejected these claims, ruling that the lower court had properly examined the evidence and that the employer's status remained unchanged despite the transfer of work, thus invalidating the appellant's arguments on both evidence and contract duration.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 and 669 of the Civil Code; Article 559, paragraph 11, letter gamma of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure of the court of first instance to consider evidence is inadmissible if no reasonable doubt exists regarding the lower court's examination of the submitted documents.

Keywords

AI generated
employment contract duration evidence admissibility employer identity passive legitimation civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 669 of the Civil Code
Article 559, paragraph 11, letter gamma of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339, 340 and 346 of the Code of Civil Procedure
Articles 651, 648 and 361 of the Civil Code
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1009 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1009/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Όλγα Αγγελοπούλου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου στην προκειμένη περίπτωση από τον κ.κ. Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και από τον κ.κ.Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/4/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1620/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5761/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/4/2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 12/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ, προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό, που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση.

Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον.... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων {άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.

δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται, ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, το άρθρο 21 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικά χρόνο δώδεκα (12) μηνών.

Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2).

Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 Π.Κ.

Σύμφωνα δε με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του αρθρ. 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου.

Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν. π. δ. δ., ορίζουν τα εξής: "κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές Θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/13-4-2001) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.

Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών" αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ/φων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Επομένως, σύμφωνα με αυτά που προεκτέθηκαν, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 με το Δημόσιο, τον ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. 'Ετσι οι σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 249 παρ. 1 και 3 της Συνθήκης της Ε.Ε. προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος - μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μεσών στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απ1 ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.

Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων.

Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 23/1998). Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CΕΕΡ, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκαμε χρήση.

Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.

Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή/ και οι κοινωνικοι εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

Επίσης τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη.

Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αόριστου χρόνου.

Τα κράτη μέλη, δηλαδή, διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθ' όσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό ("όταν χρειάζεται").

Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων εις βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζομένου που, ως οικονομικά ασθενέστερος, συχνά υποχρεώνεται αδικαιολόγητα στη σύναψη ασύμφορων για τον ίδιο διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αντί της συνάψεως συμβάσεως αορίστου χρόνου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτόμενων συμβάσεων, με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενα των αποδοχών για την

εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης. Η ευχέρεια τουνομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρεπτων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων ή ; σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, συνάγεται και από την παρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας πλαισίου, στην οποία ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες :

της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, τομεακών και εποχιακών καταστάσεων", καθώς και από την υπ' αριθμ. 10 γενική παρατήρηση αυτής, όπου ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία παραπέμπει στα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχικής φύσης".

Αλλά και το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C - 212/04 της 4ης Ιουλίου 2006 διαλαμβάνει στη σκέψη 91 της αποφάσεως του, ότι "η συμφωνία - πλαίσιο δεν επιβάλλει γενική υποχρέωση των κρατών - μελών να προβλέπουν τη μετατροπή σε συμβάσεις αόριστου χρόνου των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως και δεν προβλέπει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις, υπό τις οποίες μπορεί να γίνεται χρήση των τελευταίων αυτών συμβάσεων".

Περαιτέρω στην 94Π σκέψη του δέχεται, "ότι όταν το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις στην περίπτωση που θα διαπιστωνόταν μ' όλα ταύτα καταχρήσεις, εναπόκειται στις εθνικές αρχές να λάβουν πρόσφορα μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον αναλογικά αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά, για να εξασφαλίσουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίστηκαν κατ' εφαρμογή της συμφωνίας - πλαισίου".

Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π.δ/τα 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004).

Ορίζει δε το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού π.δ/τος τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του Ίδιου εργοδότη κα, του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης... 4.

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου π.δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω η εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Όμως, ενόψει του ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, κατά τα προαναφερόμενα, από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό διαλαμβάνει και μεταβατικές διατάξεις στο άρθρο 11, που ορίζουν τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση...." (άρθρ 11 παρ. 1α).

Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία, με το π.δ. 164/2004, των άνω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της Οδηγίας έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων, και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Συνεπώς εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Ενόψει, λοιπόν, αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της, κατά τα προεκτιθέμενα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αόριστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη της ισχύος του διατάγματος αυτού (Ολ.

ΑΠ 20/2007). Τέλος το άρθρο 3 του ν. 1845/1989 "Ανάπτυξη και αξιοποίηση της αγροτικής έρευνας και τεχνολογίας...." ορίζει ότι "για την εφαρμογή της πολιτικής στους τομείς αγροτικής έρευνας και τεχνολογίας συνιστάται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου υπαγόμενο στο δημόσιο τομέα και εποπτευόμενο από το Υπουργείο Γεωργίας, με την επωνυμία "Εθνικό 'Ιδρυμα Αγροτικής 'Ερευνας (Εθ.

Ι.ΑΓ.Ε.) με έδρα την Αθήνα". Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα με την αγωγή της εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου (αναιρεσιβλήτου) εκθέτει ότι είναι βοηθός ιατρικών και βιολογικών εργαστηρίων και ότι με βάση διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου που είχαν συναφθεί με τα όργανα του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.

απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 22-5-1996 έως 31-12-1997, το οποίο καλύπτεται με τρεις διαδοχικές συμβάσεις και κατά το χρονικό διάστημα από 5-1-1999 έως 31-12-2002, το οποίο καλύπτεται με εννέα διαδοχικές συμβάσεις, στην αποκεντρωμένη υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που αποκαλείται Κέντρο Κτηνιατρικών Ιδρυμάτων Αθηνών (ΚΚΙΑ) και δη σε τμήματα του Ινστιτούτου Λοιμωδών και Παρασιτικών Νοσημάτων του ΚΚΙΑ.

Ότι στις 22-1-2003 συνήψε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με το ΚΚΙΑ και απασχολήθηκε με την ίδια ειδικότητα και αντικείμενο μέχρι τις 22-9-2003. Ότι κατά την ημερομηνία αυτή το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο και στις συμβάσεις που προηγήθηκαν ήταν ο πραγματικός εργοδότης της, την απέλυσε χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης.

Ότι η καταγγελία είναι άκυρη διότι πράγματι εργαζόταν για το εναγόμενο με ενιαία σχέση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, διότι εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ΚΚΙΑ. Με βάση αυτά ζητούσε η αναιρεσείουσα ν' αναγνωριστεί ως άκυρη η καταγγελία της σύμβασης, να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να δέχεται τις υπηρεσίες της και να υποχρεωθεί αυτό να καταβάλει σ' αυτήν 4.610, 21 € για δώρα και επιδόματα άδειας μέχρι τις 31-12-2002 και 16.090, 20 € για μισθούς υπερημερίας. 'Αλλως, εάν η καταγγελία κριθεί ως έγκυρη να υποχρεωθεί σε καταβολή αποζημίωσης 1.512, 24 €.

Την αγωγή αυτή το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία την είχε δεχθεί (μερικώς μόνο το κονδύλι για τα δώρα κλπ) την απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Η αναιρεσείουσα έχει την ιδιότητα της βοηθού ιατρικών και βιολογικών εργαστηρίων.

Με διαδοχικές : συμβάσεις μίσθωσης έργου που είχε συνάψει με το Εθνικό . Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας (Ε.Θ.Ι.Α.Γ.Ε.), ενεργούντος δια . του Γενικού Διευθυντή του, το χρονικό διάστημα από 22-5-1996 έως 31-12-1997, κατά το οποίο είχαν συναφθεί τρεις συμβάσεις και το χρονικό διάστημα από 5-1-1999 έως 31-12-2002, κατά το οποίο είχαν συναφθεί εννέα συμβάσεις, της ανατέθηκε, αντί αμοιβής, η εξέταση δειγμάτων αίματος (καταρροϊκού πυρετού ευλογιάς, λοιμώδους αναιμίας), που θα διενεργούνταν στο Εργαστήριο Ιολογίας του ΙΛΟΙΠΑΝ του ΚΚΙΑ, το οποίο αποτελεί αποκεντρωμένη υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και υλοποιεί προγράμματα των Διευθύνσεων Φαρμάκων και Εφαρμογών και προγράμματα Έρευνας της σχετικής Διεύθυνσης του εν λόγου Υπουργείου.

Η αναιρεσείουσα πληρώθηκε από πιστώσεις του Ε.Θ.Ι.Α.Γ.Ε. για την εκτέλεση έργου. Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1845/1989 το Ε. Θ. Ι. Α. Γ. Ε. δεν είναι υπηρεσία του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, αλλά έχει δική του νομική προσωπικότητα και αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που εποπτεύεται από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με αντικείμενο τη διεξαγωγή των ερευνητικών προγραμμάτων του Υπουργείου και την πραγματοποίηση μελετών, εργαστηριακών αναλύσεων, διαγνώσεων κλπ, για λογαριασμό του Υπουργείου αυτού.

Ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο έχει δικό του προϋπολογισμό και πλήρως διαρθρωμένο προσωπικό, το οποίο διακρίνεται σεερευνητικό, τεχνικό, διοικητικό, οικονομικό και υποστήριξης και συνδέεται με αυτό με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Συνεπώς για το διάστημα από 22-5-1996 έως 31-12-2002 η αναιρεσείουσα έκανε αναφορά στο εν λόγω Ίδρυμα, με το οποίο και μόνο συμβλήθηκε, όπως και η ίδια εκθέτεί στην αγωγή της, το οποίο και μόνο είναι υπόχρεο απέναντι της. Ως εκ τούτου το αναιρεσείον - εναγόμενο Ελλ. Δημόσιο δε νομιμοποιείται παθητικώς σχετικά με τον πραγματικόχαρακτηρισμό της σχέσης του δημιουργήθηκε και ζητείται ν' αναγνωριστεί με την αγωγή.

Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, στις 22-1-2003, με βάση την 589/2003 απόφασης της Διευθύντριας του Κ.Κ.Ι.Α. (Κέντρο Κτηνιατρικών Ιδρυμάτων Αθηνών) και τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, το τελευταίο προσέλαβε την αναιρεσείουσα μαζίμε άλλους διαφόρων ειδικοτήτων, προκειμένου νακαλυφθούν εποχιακές ανάγκες του Κέντρου, με σχέσηεργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου 8 μηνών και ημερήσια απασχόληση 7 1/2 ωρών.

Πράγματι η αναιρεσείουσα απασχολήθηκε και προσέφερε την εργασία της ως βοηθός εργαστηρίου στο Εργαστήριο Ιολογίας του ΚΚΙΑ για το χρονικό διάστημα από 23-1-2003 έως 22-9-2003, με μηνιαίο μισθό και ασφάλιση στο Ι ΚΑ. Το αντικείμενο της απασχόλησης της ήταν οι εξετάσεις αίματος ζώων, προκειμένου να ελεγχθούν και να διαγνωσθούν ιολογικά νοσήματα.

Και τούτο διότι στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος του ΚΚΙΑ γίνεται έλεγχος των διαφόρων νοσημάτων που προσβάλλουν τα ζώα, όπως είναι ο καταρροϊκός πυρετός που επανεισήλθε στην Ελλάδα το έτος 1998. Η αναιρεσείουσα με την εργασία της κάλυψε ανάγκη περιορισμένης χρονικής διάρκειας και ιδιαίτερης αντιμετώπισης στο πλαίσιο εφαρμογής προγράμματος διάγνωσης συγκεκριμένων ασθενειών των ζώων.

Συνεπώς η μεταξύ των διαδίκων σχέση είναι αυτή της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, και δεν τίθεται θέμα μεταβολής του νομικού χαρακτηρισμού της, στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου. Έτσι, μετά τη λήξη της διάρκειας της η μεταξύ των διαδίκων σχέση λύθηκε και η συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, που αρνήθηκε τις υπηρεσίες της αναιρεσείουσας δεν αποτελεί καταγγελία της εργασιακής σύμβασης. Με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο σε ορθό διατακτικό κατέληξε αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, και τις οποίες η αγωγή έπρεπε, ως προς τα αιτήματά της α) για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης β) για καταβολή μισθών υπερημερίας και γ) από αποδοχή των υπηρεσιών της αναιρεσείουσας, ως μη νόμιμη. Περαιτέρω το Εφετείο και ως προς το άλλο αίτημα, για καταβολή αποδοχών από δώρα εορτών και επιδομάτων άδειας, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ, κρίνοντα ότι αναιρεσίβλητο δε νομιμοποιείται παθητικώς και δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Συνεπώς ο έβδομος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 και οι λόγοι πρώτος και όγδοος (τελευταίος -από παραδρομή αριθμείται στο αναιρετήριο ως ένατος) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επειδή, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο για μη λήψη υπόψη "πραγμάτων" και συγκεκριμένα διότι δεν έλαβε υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό ότι αυτή παρείχε στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο εξαρτημένη εργασία από 22-5-96 μέχρι 31-12-1997 και από 5-1-99 μέχρι 31-12-2002.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από το πιο πάνω παρατιθέμενο περιεχόμενο της απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον προαναφερόμενο ισχυρισμό, πλην όμως τον απέρριψε, δεχόμενο ότι κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα η αναιρεσείουσα συμβλήθηκε με το ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε και όχι με το αναιρεσίβλητο.

Επειδή, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο των προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, σύμφωνα με τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346.

Στην προκείμενη περίπτωση με τους τρίτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα εκεί αναφερόμενα έγγραφα τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με το όλο το περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τ' ανωτέρω έγγραφα.

Συνεπώς οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επιπλέον με τον τρίτο λόγο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του την ομολογία του αναιρεσίβλητου ότι η εργασία της παραχωρήθηκε σ' αυτό από το ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., ισχυρισμό που επικουρικώς προέβαλε με την αγωγή της με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου. Ο λόγος (τρίτος) ως προς αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι το επικαλούμενο αποδεικτικό μέσο δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης, αφού, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 651, 648 και 361 ΑΚ, στην περίπτωση παραχώρησης μισθωτού σε άλλο εργοδότη, ο παραχωρήσας παραμένει ως εργοδότης και, εκτός διαφορετικής ειδικής συμφωνίας, είναι ο μόνος υπόχρεος στην καταβολή του μισθού, λόγω της μη μεταβολής της σύμβασης εργασίας ως προς την υποχρέωση αυτή έναντι του εργαζομένου.

Επειδή, οι αναιρετικοί λόγοι τέταρτος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και έκτος από τους αρ. 14 και 8 του ίδιου άρθρου, αληθώς από τον αρ. 14, σύμφωνα με τους οποίους το Εφετείο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άνω εδάφιο πλημμέλεια, με το να μη απορρίψει ως αόριστο το λόγο έφεσης του αναιρεσιβλήτου, κατά τον οποίο τούτο (αναιρεσίβλητο) δε νομιμοποιείται παθητικώς, για το λόγο ότι εργοδότης της αναιρεσείουσα ήταν το ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε., χωρίς όμως ν' αναφέρει στον συγκεκριμένο λόγο έφεσης και άλλα στοιχεία για το ορισμένο αυτού, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι τ' αναφερόμενα από το αναιρεσίβλητο Δημόσιο, το οποίο αρνιόταν την παθητική νομιμοποίησή του, ήταν αρκετά για τον συγκεκριμένο λόγο έφεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-4-2007 αίτηση της χ1 για αναίρεση της 5761/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ