Supreme Court dismisses appeal for failure to state facts and law errors in first instance judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting the plaintiffs' lawsuit as legally unfounded. The appellants argued for various legal errors regarding corporate autonomy and evidence, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the appeal failed to sufficiently detail the factual basis of the rejected claim and did not establish the necessary legal flaws for review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, 8, 11, 19 KPolD; An appeal for review is inadmissible if the grounds do not fully state the factual basis of the rejected claim or if the lower court dismissed the action as legally unfounded rather than making a substantive ruling.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1009 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1009/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1........., 2........., 3........, 4.........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Αντωνόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ν.Σερρών, που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Ρούσσο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/6/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1006/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/8/2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλήτας Περίδης, ανέγνωσε την από 26/12/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Στην περίπτωση αυτή για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως και συνεπώς να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, α) με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είχε επικαλεστεί ο ενάγων για τη θεμελίωσή της β) η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και γ) το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νόμικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή της διατάξεως αυτής ((Ολ.ΑΠ 28/1998, Ολ.ΑΠ 32/1996).
Στη προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατ΄εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 ν.2112/1920, 3 ΠΔ 572/1988, 281 και 919 ΑΚ έκρινε ότι μόνη η σχέση συνδεδεμένων επιχειρήσεων στη βάση της κεφαλαιουχικής συμμετοχής ή του ελέγχου ή της εξάρτησης δεν αρκούν για την κατάλυση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της θυγατρικής επιχείρησης, ακόμα και αν η μητρική εταιρία κατέχει το 100% των μετοχών της θυγατρικής, ότι για να υπάρξει ευθύνη του μέλους του νομικού προσώπου για εκ προθέσεως πρόκληση ζημίας εναντίον των χρηστών ηθών σε τρίτο δανειστή του νομικού προσώπου θα πρέπει ο ζημιούμενος να είναι δανειστής κατά το χρόνο κατά τον οποίο συνιστάται το νομικό πρόσωπο, ότι στο πλαίσιο του άρθρου 281 ΑΚ η μη τήρηση της αρχής της καλής πίστης δεν οδηγεί στην δημιουργία υποχρέωση που δεν γεννήθηκε ποτέ και ότι το αν τελικά μία επιχείρηση αποδείχθηκε επικερδής ή όχι (όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με την ΚΡΕΣΕΡ ΑΕ), το γεγονός αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει σε κατάχρηση της νομικής αυτοτελείας, δεδομένου ότι αυτό ανάγεται στον επιχειρηματικό κίνδυνο, και απέρριψε εντεύθεν ως μη νόμιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων με την ειδικότερη αιτιολογία ότι η αναιρεσίβλητη δεν ευθύνεται αφενός μεν γιατί οι υποχρεώσεις από τη σχέση εργασίας προέκυψαν μετά τη μεταβολή του πρόσώπου του εργοδότη, αφετέρου δε γιατί τα περιστατικά που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ακόμα και να υποτεθεί ότι είναι αληθινά, δεν οδηγούν στην κάμψη της νομικής αυτοτέλειας της ΚΡΕΣΕΡ ΑΕ.
Δεν αναφέρεται όμως για την πληρότητα του λόγου αυτού, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, η ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είχαν επικαλεσθεί οι αναιρεσείοντες στην αγωγή τους για τη θεμελίωσή της, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψή της ως νόμω αβάσιμης συνιστά ή όχι παραβίαση των παραπάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς ο λόγος αυτός έτσι όπως διατυπώνεται πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος και ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως, που συνέχεται με τον ως άνω πρώτο λόγο αυτής, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του τους προταθέντες αγωγικούς ισχυρισμούς (ότι η δημιουργούμενη προς τους τρίτους εντύπωση ότι η μητρική και όχι η θυγατρική εταιρία είναι το συμβαλλόμενο με αυτούς νομικό πρόσωπο, η εντοπιζόμενη σε υπερβολικό βαθμό κυριαρχική εξάρτηση της θυγατρικής από τη μητρική, η οποία εξικνείται στο σημείο της παντελούς απουσίας της διοικητικής αυτονομίας της θυγατρικής, η ανεπαρκής κεφαλαιοδότηση της θυγατρικής εταιρίας, η ανάμιξη και ταύτιση της εταιρικής και προσωπικής του μετόχου περιουσίας, η ταυτότητα των διοικήσεων στις δύο εταιρίες, η απασχόληση του εταιρικού προσωπικού σε προσωπική επιχείρηση του μετόχου, η συμπεριφορά του μετόχου, η οποία προκαλεί την εντύπωση της προσωπικής ευθύνης του μετόχου και η χρησιμοποίηση του νομικού προσώπου για την επίτευξη ωφελημάτων, τα οποία ειδάλλως δεν θα ηδύναντο να επιτευχθούν), διότι, ως προαναφέρθηκε, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ως έδει με πληρότητα, η ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, η οποία απορρίφθηκε από το Εφετείο ως μη νόμιμη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος περί του ουσιώδους ή μη της επιδράσεως αυτών στην εν λόγω έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ΄απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 3/1997), όπως στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του. Γι'αυτό ο τρίτος εκ του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα προσαχθέντα ενώπιόν του και επικληθέντα από αυτούς έγγραφα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Ο από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή ως αόριστη (Ολ.ΑΠ 44/1990). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, έχει ανεπαρκείς αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-8-2004 αίτηση των ......, ...... και ...... για αναίρεση της 1006/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ