Supreme Court dismisses appeal against conviction for negligence in construction safety violations due to lack of procedural grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against their conviction for negligence in construction safety violations. The lower court found them guilty based on expert reports and the failure to supervise construction workers, while the appellants argued for procedural errors and insufficient reasoning. The court rejected these claims, ruling that the appeal lacked valid grounds under the Code of Criminal Procedure and that the lower court's decision was legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 474, 510, 578 of the Code of Criminal Procedure; An appeal must be based on absolute nullities or specific legal errors, and arguments challenging the factual assessment or general reasoning of the lower court without demonstrating a violation of due process or specific statutory requirements are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1008 / 2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1008/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη-Εισηγήτρια, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Μ. Ζ. του Κ., κατοίκου ... και 2.Σ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βουγιούκα και Ιωάννη Παγώνα, για αναίρεση της απόφασης 2240, 2281/2024 του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον V. K. του T., κάτοικο ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αγαμέμνωνα Τάτση.
Το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.12.2024 (αριθ. πρωτ. 8923/2024) αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 18-12-2024 (αριθ.πρωτ. 8923/2024) αίτηση των 1) Μ. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., οδός ... και 2) Σ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2240, 2281/2024 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 29.11.2024 και με την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεους και καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, ο καθένας, ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2 και 3, 474 ΚΠοινΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ "Ως λόγοι για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθούν μόνο Α) Απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171)..." Κατά δε το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων, που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.
Επίσης κατά το άρθρο 366 ΚΠοινΔ "Αφού απολογηθεί ο κατηγορούμενος, ο διευθύνων τη συζήτηση ρωτάει τον εισαγγελέα και τους διαδίκους, σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 333, αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση και κατόπιν κηρύσσει τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας". Σε περίπτωση μη τήρησης της τελευταίας αυτής διάταξης, ήτοι αν πριν κηρυχθεί η λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο διευθύνων τη συζήτησε δεν ρώτησε τον κατηγορούμενο αν έχει ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 του ΚΠοινΔ, ιδρύουσα το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Α' ΚΠοινΔ, διότι δεν απαγγέλλεται από τη διάταξη αυτή τέτοια ακυρότητα, ούτε και από την παράλειψή της παρακωλύεται η άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, αφού αυτός αν θέλει κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση μπορεί να το ζητήσει, οπότε σε περίπτωση άρνησης του διευθύνοντος τη συζήτηση για συμπληρωματική έρευνα, θα πρέπει ο κατηγορούμενος να προσφύγει στο δικαστήριο κατά της άρνησης αυτής και μόνο αν τούτο αρνηθεί δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ (ΑΠ 602/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, διότι η διευθύνουσα τη συζήτηση κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς προηγουμένως να ρωτήσει αυτούς (κατηγορουμένους) εάν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση. Οι αναιρεσείοντες, όμως, δεν επικαλούνται ότι ζήτησαν κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση από τη διευθύνουσα τη συζήτηση και ότι κατά της απορριπτικής διάταξης της διευθύνουσας τη συζήτηση άσκησαν προσφυγή στο Δικαστήριο, η οποία δεν απαντήθηκε ή απορρίφθηκε παρά το νόμο, ώστε να επέλθει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Συνεπώς οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες ουδόλως στερήθηκαν του δικαιώματός τους εκ του λόγου και μόνον ότι δεν τους δόθηκε ο λόγος πριν από τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας για να ζητήσουν κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 333 παρ. 2 και 3 ΚΠοινΔ "2. Ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει επίσης την άδεια στους διαδίκους, όπως και στους συνηγόρους τους, να υποβάλουν ερωτήσεις στους εξεταζόμενους μάρτυρες, πραγματογνώμονες ή τεχνικούς συμβούλους, και δεν επιτρέπει ερωτήσεις άσκοπες ή έξω από το θέμα. Δίνει επίσης σε αυτούς τον λόγο για να αγορεύσουν ή, όταν το ζητήσουν, για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται.... 3.
Όταν λάβει τον λόγο ο εισαγγελέας ή ένας από τους διαδίκους, δίνεται ο λόγος και στους υπόλοιπους διαδίκους. Ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχουν το δικαίωμα να μιλούν πάντοτε τελευταίοι". Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ.
Α' και 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠοινΔ περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο διότι μετά την υποβολή αιτήματος συνηγόρου προς υποστήριξη της κατηγορίας, "να αντεξετασθεί η σύζυγος του παθόντος με την Επιθεωρήτρια της Επιθεώρησης Εργασίας" δεν δόθηκε ο λόγος στους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες και χωρίς να το ζητήσουν προκειμένου να προβούν σε δηλώσεις ως προς το προαναφερόμενο αίτημα.
Η εν λόγω αιτίαση είναι αβάσιμη καθόσον κατά τα προεκτεθέντα δεν καθιερώνεται υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίδει το λόγο στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοβούλως για να ασκήσουν το εν λόγω δικαίωμα, χωρίς να το ζητήσουν. Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Α' και 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠοινΔ περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι πριν τη λήψη απόφασης από το Δικαστήριο επί του αιτήματος του συνηγόρου προς υποστήριξη της κατηγορίας προς εξέταση της γνησιότητος του εγγράφου, που προσκόμισε η τέταρτη μάρτυρας κατηγορίας και περί πλαστότητος αυτού, δόθηκε ο λόγος τελευταία στον Εισαγγελέα, αφού πριν είχε δοθεί στους συνηγόρους των κατηγορουμένων και έτσι παραβιάσθηκε η σειρά και δη το δικαίωμα αυτών (κατηγορουμένων) να λάβουν το λόγο τελευταίοι.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση για τις ανάγκες της αναιρέσεως των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 105) προκύπτει ότι μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης της 4ης μάρτυρα "Ο συνήγορος προς υποστήριξη της κατηγορίας, αφού του δόθηκε ο λόγος, υπέβαλε αίτημα εξέτασης γνησιότητος του ως άνω εγγράφου που προσκόμισε η 4η μάρτυρας του κατηγορητηρίου και περί πλαστότητάς του. Οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων αφού τους δόθηκε ο λόγος δήλωσαν ότι αντιτάχθηκαν στους ισχυρισμούς των αντιδίκων τους.
Ο Εισαγγελέας, αφού πήρε το λόγο, πρότεινα να απορριφθεί ο ισχυρισμός περί πλαστότητας του εγγράφου και να προχωρήσει το Δικαστήριο στην ανάγνωση του εγγράφου. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του υποστηρίζοντος την κατηγορία περί πλαστότητας του εγγράφου". Οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κανένα υπερασπιστικό δικαίωμα δεν στερήθηκαν καθόσον, μετά την υποβολή του συγκεκριμένου ισχυρισμού από τον συνήγορο προς υποστήριξη της κατηγορίας, δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους υπεράσπισης, οι οποίοι δήλωσαν ότι αντιτίθενται στους ισχυρισμούς των αντιδίκων τους και κατόπιν δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα για να προτείνει επί του αιτήματος αυτού. Η Εισαγγελική πρόταση ταυτίσθηκε με την άποψη ων συνηγόρων υπεράσπισης και έτσι δεν χρειαζόταν να τους δοθεί ο λόγος μετά την εισαγγελική πρόταση.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ τρίτη αιτίαση του πρώτου αναιρετικού λόγοι περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 362, και 367 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο εγγράφου, που δεν αναγνώστηκε για τον σχηματισμό της κρίσης του, για την ενοχή ή την αθωότητα ή την επιβλητέα ποινή στον κατηγορούμενο, παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης και την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρ. 171 παρ.1 στοιχ.δ' ΚΠοινΔ), η οποία ιδρύει τον αναφερόμενο στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 42/2023). Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν το έγγραφο αυτό αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι διαδικαστικό έγγραφο ή αναφέρεται απλώς ιστορικά ή διηγηματικά στο αιτιολογικό της απόφασης ή το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1190/2019, ΑΠ 316/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ενοχή αυτών, έλαβε υπόψη του έγγραφα τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ήτοι έλαβε υπόψη του τις από 5.7.2017 βεβαιώσεις Εκπαίδευσης Εργαζομένων, τις οποίες υπογράφει ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Μ. Ζ., οι οποίες δεν αναγνώσθηκαν. Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης και των πρακτικών του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (σελ.95) προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου "οι από 5.7.2017 τέσσερις βεβαιώσεις Εκπαίδευσης Εργαζομένου K. V. του T.", οι οποίες επίσης αναγνώσθηκαν και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και οι οποίες φέρουν ημερομηνία 2.7.2017, πλην όμως εκ παραδρομής αναγράφηκε στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ως ημερομηνία αυτών η 5.7.2017.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ.1 ΠΚ όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 67 του ν. 4855/2021 "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλους τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή ή φυλάκιση έως δύο έτη. Αν η σωματική βλάβη που προκλήθηκε είναι εντελώς ελαφρά, επιβάλλεται παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή".
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφετέρου δε ότι ο ίδιος, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την ενέργεια ή την παράλειψή του.
Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Οταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ κατά το οποίο όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν. 4619/2019 "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος".
Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος (ΟλΑΠ 4/2010).
Στην περίπτωση αυτή πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης να αναφέρεται και η συνδρομή της υποχρέωσης αυτής, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, εάν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, η επικινδυνότητα του επαγγέλματος ή της εργασίας του οποίου επιβάλλει, ως εκ της φύσης της, τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του αξιόποινου αποτελέσματος, δεν είναι αναγκαία η αναφορά επιτακτικού κανόνα δικαίου, από τον οποίο να πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση του αποτελέσματος αυτού.
Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που, από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Αρκεί, δηλαδή, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν στην πρόκλησή του συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως (λ.χ.
αμέλεια του παθόντος ή τρίτου). Τούτο δε, γιατί η κρατούσα στο ποινικό δίκαιο άποψη ακολουθεί τα πορίσματα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας, εν αντιθέσει προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, η οποία επικρατεί όσον αφορά στην αστική ευθύνη. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, που, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, τότε με μεγάλη πιθανότητα (η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας) θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα. (ΑΠ 744/2019, ΑΠ 521/2017, ΑΠ 545/2019).
Εξάλλου κατά το άρθρο 111 του πδ 1073/1981 "Υποχρέωσις εργοδοτών - εργαζομένων" "Διά την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του Π. Δ/τος 778/80 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικός και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται, ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερήσιας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων. Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι, οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των, κατά φύσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας".
Κατά δε το άρθρο 31 του ιδίου ν.δ. 1073/1981 "Κατεδάφισις διά χρήσεως βοηθητικών κατασκευών ή μηχανικών μέσων" "Διά κατεδαφίσεις δοκών και παρεμφερών οριζοντίων στοιχείων ανεξαρτήτως ύψους επιβάλλεται η κατασκευή σταθερού ικριώματος", ενώ κατά το άρθρο 107 του ιδίου ως άνω νομοθετικού διατάγματος "Ο εκτελών το έργον πρέπει, να εξασφαλίζη την δυνατότητα χρήσεως των ζωνών ασφαλείας εις τας περιπτώσεις κατά τας οποίας ή χρήσις αυτή είναι, αναγκαία. Αι ζώναι ασφαλείας δεν πρέπει να επιτρέπουν την ελευθέραν πτώσιν πλέον του ενός (1,00) μέτρου". Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 12 παράρτημα IV, Μέρος
ΙΙ παρ. 5.2 του ΠΔ 305/1996 "Οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με την βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας. Σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφάλειας με αγκύρωση με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας".
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα. οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.
Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η .παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπίτρεπτα η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους αποδείχθηκαν τα εξής: "Η εταιρεία ΤΟΜΗ ΑΒΕΤΕ αναδείχτηκε ανάδοχος του έργου "ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΚΣΥΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΚΤΙΡΙΟΥ ΤΟΥ ΟΡΦΑΝΟΤΡΟΦΕΊΟΥ ΘΗΛΕΩΝ I.
ΚΑΙ Μ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ (ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΕΙΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ" Β' ΦΑΣΗΣ" επί της οδού ... στον Πειραιά Αττικής. Στις 4-9-2017 εκτελούνταν εργασίες αποξήλωσης δαπέδου σε χώρο του Χατζηκυριάκειου Ιδρύματος. Το κτίριο που αποξηλωνόταν έχει συμμετρική κάτοψη και οι κλειστοί χώροι εκτείνονται γύρω από το αίθριο.
Συγκεκριμένα σε αίθουσα του ορόφου του κτιρίου αποξηλωνόταν δάπεδο που αποτελούνται από ξύλινα δοκάρια διατομής 20X20, μήκους περίπου 6 μέτρων. Τα δοκάρια ήταν πακτωμένα από την μία άκρη τους στην λιθοδομή και από την άλλη ακουμπούσαν σε δύο διπλά μεταλλικά δοκάρια διατομής Η. Στο κάτω μέρος των δοκαριών ήταν στερεωμένη η παλιά ψευδοροφή του κτιρίου, η οποία αποτελούνταν από μικρά πηχάκια, κοτετσόσυρμα και μια στρώση σοβά το λεγόμενο παγδαντί.
Τα κενά 20-30 εκατοστών περίπου που δημιουργούνταν ανάμεσα στα δοκάρια είναι γεμισμένα με τούβλα και χώμα και πάνω από αυτά ήταν καρφιτσωμένες οι ξύλινες σανίδες του πατώματος. Ο πρώτος κατηγορούμενος Μ. Ζ. έφερε την ιδιότητα του τεχνικού συμβούλου της αναδόχου του έργου εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΜΗ ΑΒΕΤΕ", και του Προϊσταμένου του εργοταξιακού γραφείου για το εν λόγω έργο, ήτοι την ιδιότητα του προσώπου, στο οποίο είχε ανατεθεί από την ανωτέρω εταιρεία η έντεχνη και ασφαλής εκτέλεση των σχετικών εργασιών, καθώς και η λήψη και εφαρμογή των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας για την προστασία της υγείας των εργαζομένων στο ανωτέρω εργοτάξιο.
Ο δε δεύτερος κατηγορούμενος Σ. Γ. είχε την ιδιότητα του εργοδηγού στο ανωτέρω έργο, ήτοι του προσώπου που αναθέτει εργασίες στους εργαζομένους του τμήματός του και συντονίζει τις δραστηριότητές τους, φροντίζει για τη διαθεσιμότητα των μηχανημάτων και του εξοπλισμού, φροντίζει για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας και τη χρησιμοποίηση των μέσων ατομικής προστασίας από τους εργαζομένους στο τμήμα του.
Σύμφωνα με το σχετικό έγγραφο της ως άνω Εταιρείας, το οποίο προσκομίζεται ανυπόγραφο, η διαδικασία αποξήλωσης που θα έπρεπε να ακολουθηθεί στο συγκεκριμένο εργοτάξιο ήταν η ακόλουθη: Πρώτα θα αφαιρούνταν χειρωνακτικά με εργαλεία χειρός (σκύλες, σκεπάρνια, πριόνια) οι ξύλινες σανίδες του πατώματος, αφού είχαν διαβραχεί για να μην σηκώνεται σκόνη.
Ακολούθως θα απομακρύνονταν το γέμισμα από τούβλα και χώμα που υπήρχε ανάμεσα στα δοκάρια. Επειδή όταν θα αφαιρούνταν οι ξύλινες σανίδες τα καρφιά στερέωσής τους θα αποκαλύπτονταν, θα τοποθετούνταν μαδέρια για την δημιουργία ασφαλούς δαπέδου για την κυκλοφορία και εργασία των εργαζομένων, ώστε να γίνει με ασφάλεια η αφαίρεση των υλικών ανάμεσα στα μαδέρια και εν συνεχεία η αποκοπή των δοκών.
Τα μαδέρια θα τοποθετούνταν με κατεύθυνση κάθετη σε αυτή των ξύλινων δοκαριών και δημιουργούσαν διαδρόμους. Όλα τα υλικά που προέκυπταν, θα απομακρύνονταν με οικοδομικό γερανό σε χώρο εκτός του κτιρίου, αφού τοποθετούνταν σε παλέτες ή σε κάδους. Μετά την αποκάλυψη των δοκαριών διατομής περίπου 20X20 εκατοστών, τα οποία ήταν από τη μία άκρη τους πακτωμένα στη λιθοδομή και από την άλλη πατούσαν πάνω σε δυο μεταλλικές δοκούς διατομής Η, θα ανοίγονταν τρύπες στο παγδαντί απ' όπου περνούσαν και ασφαλίζονταν οι αλυσίδες του σταθερού οικοδομικού γερανού (οι οποίες βρίσκονταν στο αίθριο του κτιρίου).
Τα δοκάρια που θα αποκόβονταν, θα περιλείονταν από τις αλυσίδες οι οποίες και ασφαλίζονταν. Εν συνεχεία με εργαλεία χειρός θα αποκοβόταν το παγδαντί που αντιστοιχούσε στο κομμάτι του φατνώματος (σύνολο δοκαριών) που θα απομακρυνόταν. Κάθε φορά απομακρύνονταν τρία ή τέσσερα δοκάρια. Η διαδικασία απομάκρυνσης τους θα ξεκινούσε από τους περιμετρικούς τοίχους και θα ολοκληρωνόταν με τα τμήματα που υπήρχαν κοντά στο αίθριο του κτιρίου.
Όταν θα είχε ολοκληρωθεί η αποκοπή του παγδαντί στο κομμάτι του φατνώματος που θα απομακρύνονταν, με αλυσιοπρόνο θα κοβόταν το μεγαλύτερο κομμάτι της διατομής των δοκαριών που ήταν δεμένα με τις αλυσίδες του γερανού, στην άκρη που αυτά είναι πακτωμένα στη λιθοδομή, αφήνοντας πάντα ένα μικρό τμήμα της διατομής του δοκαριού - περίπου 5 εκ. - για να μην απελευθερώνονται ανεξέλεγκτα τα δοκάρια που επρόκειτο να αποξηλωθούν.
Θα απομακρύνονταν οι εργαζόμενοι από το σημείο και θα δινόταν εντολή στον γερανό από τους εργαζομένους που θα είχαν ολοκληρώσει τη διαδικασία ασφάλισης των αλυσίδων που περικλείουν - δένουν τα δοκάρια στο σημείο μέσω συστήματος εδνοεπικοινωνίας (συσκευή cb) να ανυψώσει τα δοκάρια. Με τη ανύψωση του γερανού θα γινόταν αποκοπή του μικρού κομματιού διατομής των δοκαριών που δεν είχαν κοπεί πριν και θα απομακρύνονταν τα δοκάρια με τμήμα του μπαγδαντί έξω από το κτίριο.
Επιπλέον τα δοκάρια θα κόβονταν στην άκρη που αυτά ήταν πακτωμένα στη λιθοδομή σε απόσταση από τη λιθοδομή περίπου 8 εκατοστών. Η ίδια διαδικασία θα ακολουθείτο για όλα τα τμήματα του δαπέδου. Ωστόσο η ανωτέρω διαδικασία θα ελαχιστοποιούσε τον κίνδυνο πτώσης των εργαζομένων, οι οποίοι επρόκειτον να εργαστούν για την αποξήλωση και επί της ουσίας για την καθαίρεση των δοκαριών, αλλά δεν τον ελαχιστοποιούσε, λόγο για τον οποίο, κατά την διάταξη του άρθρου 31 του ΠΔ 1073/1981 η οποία εφαρμόζεται εν προκείμενω λόγω της φύσης της εργασίας η οποία ταυτίζεται με εκείνη που διενεργείται στις κατεδαφίσεις, ανεξαρτήτως ύψους επιβάλλεται η κατασκευή σταθερού ικριώματος.
Μάλιστα, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, για κατεδαφίσεις με εργαλεία χειρός κατακόρυφων στοιχείων ύψους άνω των τεσσάρων μέτρων, όπως στην προκειμένη περίπτωση που η αποξήλωση των δοκαριών γινόταν σε ύψος τουλάχιστον πέντε (5) μέτρων από το έδαφος, απαιτείται η χρήση σταθερού μεταλλικού ικριώματος.
Περαιτέρω, ο υποστηρίζων την κατηγορία K. V. εργαζόταν στο εν λόγω εργοτάξιο με την ειδικότητα του εργάτη. Συγκεκριμένα στις 4-9-2017 ο τελευταίος μαζί με τον Κ. Α. βοηθούσαν από τις πρωινές ώρες στις εργασίες μεταφοράς του μπετόν στο δώμα, οπού εργαζόταν άλλο συνεργείο τριών ατόμων, με την χρήση γερανού, τον οποίο (γερανό) χειριζόταν ο Κ.
Ρ. Σε μη επακριβώς διακριβωθείσα χρονική στιγμή σε κάθε περίπτωση πάντως μετά τις 12.00 το μεσημέρι, ο δεύτερος των κατηγορουμένων έδωσε εντολή στον K. V. να προχωρήσει στην αφαίρεση των δοκαριών που βρίσκονταν στο πάτωμα του πρώτου ορόφου, όπου είχαν αφαιρεθεί σε προγενέστερο χρόνο τουλάχιστον τα μισά από τα υφιστάμενα στο σημείο δοκάρια.
Πράγματι ο υποστηρίζων την κατηγορία ξεκίνησε την κοπή των δοκαριών κάνοντας χρήση αλυσοπρίονου, χωρίς προηγουμένως να δέσει και να ασφαλίσει αυτά στις αλυσίδες του γερανού, ο οποίος δεν ήταν διαθέσιμος αφού γινόταν χρήση αυτού στις εργασίες που γίνονταν στο δώμα. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι ο γερανός ήταν διαθέσιμος καθώς είχε ολοκληρωθεί η εργασία, για την οποία γινόταν χρήση αυτού στο δώμα, δεν κρίνεται πειστικός, γιατί σε αυτή την περίπτωση ο παθών δεν είχε κανένα λόγο να μην κάνει χρήση των αλυσίδων όπως και σε προγενέστερο χρόνο, τη στιγμή μάλιστα που σύμφωνα με όλες τις καταθέσεις συνεχίζονταν οι εργασίες στο δώμα.
Εν συνεχεία ο υποστηρίζων την κατηγορία έκοψε σύρριζα το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο από το κενό δοκάρι κρατώντας το αλυσοπρίονο με φορά αντίθετη προς την ενδεδειγμένη (ήτοι την φορά προς το κενό εμπροσθεν του τελευταίου δοκαριού) και τη στιγμή που βρισκόταν πάνω στο τρίτο εξ αυτών που έκοβε, αυτό μαζί με τα άλλα δύο υποχώρησαν, ο υποστηρίζων την κατηγορία έπεσε από ύψος τουλάχιστον πέντε μέτρων και υπέστη από την πτώση πολλαπλές κακώσεις, και δη θλάση πνευμόνων, κατάγματα πλευρών, κάταγμα ηβοισχιακού κλάδου και κάταγμα ιερού, οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, κάταγμα πυελού, κάταγμα κερκίδας και περιφρενικό αιμάτωμα.
Η πτώση του υποστηρίζοντος της κατηγορίας οφειλόταν αποκλειστικά στις παραλείψεις των κατηγορουμένων, οι οποίοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλλουν εκ της επαγγελματικής τους ιδιότητας δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους Kat προξένησαν την κατά τα ανωτέρω βλάβη της υγείας του K.
V. Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος με τις ως άνω ιδιότητά του ως τεχνικού συμβουλου και Προϊστάμενου του Εργοταξίου δεν φρόντισε για την κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση του υποστηρίζοντος την κατηγορία στο ανωτέρω έργο σχετικά με τις εργασίες αποξήλωσης του δαπέδου και την παροχή των κατάλληλων οδηγιών προς τον ανωτέρω εργαζόμενο, ούτε φρόντισε να τηρηθεί από αυτόν η προτεινόμενη έστω μεθολογία με την παρουσία του ίδιου ή άλλου κατάλληλου προσώπου, ενώ σε κάθε περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως προεκτέθηκε η εν λόγω μεθοδολογία δεν απέκλειε τον κίνδυνο πτώσης των εργαζομένων, δεν φρόντισε για την τοποθέτηση κατάλληλου ικριώματος για την αποτροπή της ανεξέλεγκτης μετακίνησης των δοκαριών κατά την διάρκεια της κοπής τους και πτώσης από ύψος των εργαζομένων που εκτελούν τη σχετική εργασία, το οποίο, εάν είχε τοποθετηθεί ή αν είχαν ληφθεί άλλα μέσα συλλογικής προστασίας, όπως κιγλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας ή μέσα ατομικής προστασίας όπως η ζώνη ασφαλείας ή άλλη μέθοδος με αγκύρωση, όπως προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 12 παράρτημα IV, Μέρος II, παρ. 5.2 του ΠΔ 305/1996, που ενδείκνυται για όλες τις εργασίες που πραγματοποιούνται σε ύψος, όπως στην προκειμένη, θα είχε αποφευχθεί το εν λόγω ατύχημα.
Στο σημείο αυτό, πρέπει να αναφερθεί ότι με τις Βεβαιώσεις Εκπαίδευσης Εργαζομένων, τις οποίες υπογράφει ο πρώτος των κατηγορουμένων και φέρουν ημερομηνία 5-7-2017, βεβαιώνεται ότι οι ανωτέρω εργάτες (ο υποστηρίζων την κατηγορία και ο Κ. Α.) παρακολούθησαν τρίωρο σεμινάριο με θέμα "Μεθοδολογία Αποξήλωσης φατνώματος ξύλινου δαπέδου".
Σύμφωνα με την απολογία του πρώτου κατηγορουμένου οι βεβαιώσεις αυτές, οι οποίες δεν φέρουν την υπογραφή των εργαζομένων, συντάχθηκαν από τον ίδιο προκειμένου να παραμείνουν στον φάκελο του έργου, ωστόσο στα έγγραφα αυτά δεν διατυπώνονται εγγράφως οι λεπτομέρειες της μεθόδου, την οποία όφειλαν να τηρούν απαρέγκλιτα οι εργαζόμενοι κατά την διάρκεια της αποξήλωσης, προκειμένου να διαγνωσθεί ότι είχαν ενημερωθεί με κάθε λεπτομέρεια και με επάρκεια οι τελευταίοι, και δη ο υποστηρίζων την κατηγορία, αφού σε τέτοια περίπτωση αυτός δεν θα έθετε σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή, κόβοντας σύρριζα και με αντίθετη φορά τα δοκάρια.
Περαιτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος υπό την ιδιότητα του εργοδηγού, δεν φρόντισε ώστε να τηρηθεί έστω η προτεινόμενη από την εταιρεία μεθοδολογία αποξήλωσης του δαπέδου από τον υποστηρίζοντα την κατηγορία, ο οποίος δεν είχε εκπαιδευτεί επαρκώς ώστε να αντιλαμβάνεται τη σημασία της απαρέγκλιτης τήρησης αυτής, ενώ περαιτέρω έδωσε στον τελευταίο εντολή για την αποξήλωση των δοκαριών τη στιγμή που δεν ήταν διαθέσιμος ο γερανός, και επέτρεψε στον υποστηρίζοντα την κατηγορία την εκτέλεση εργασιών από ύψος, χωρίς έστω τη χρήση ζώνης και χωρίς να είναι συνεχώς παρών στο σημείο, προκειμένου να τον επιτηρεί και να τον καθοδηγεί περί των κατά φάση εργασιών μέτρων ασφαλείας, κατ' άρθρο 111 του Ν.Δ. 1073/1981, σε περίπτωση που προέβαινε σε παράτυπη ή μη ενδεδειγμένη ενέργεια, όπως και έγινε, ώστε να τον σταματήσει και του υποδείξει τον ορθό τρόπο εκτέλεσης της εργασίας.
Αποτέλεσμα εν μέρει της παράλειψης των κατηγορουμένων να εξασφαλίσουν την εφαρμογή από μέρους του παθόντος της προτεινόμενης έστω μεθοδολογίας για την αποξήλωση των δοκών του δαπέδου με την διαρκή επίβλεψη και την προηγούμενη λεπτομερή ενημέρωση και εκπαίδευσή του και εν μέρει της παράλειψης των ίδιων περί λήψης είτε συλλογικών είτε ατομικών μέτρων προστασίας για την ασφαλή αποξήλωση των δοκαριών του δαπέδου που πραγματοποιείτο από ύψος άνω των πέντε μέτρων, ήταν η πτώση του εργαζομένου από την οποία προξενήθηκε ως μόνη αιτία η βλάβη της υγείας του.
Συνεπεία των όσων προεκτέθηκαν οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι." Στη συνέχεια το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης εξ αμελείας από υπόχρεους αναγνωρίζοντας σε αυτούς την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ με το ακόλουθο διατακτικό: "Tην 4.9.17 στον Πειραιά, από έλλειψη της ιδιαίτερης προσοχής, την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις, μπορούσαν και ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν εκ της επαγγελματικής τους ιδιότητας, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη τους και προξένησαν βλάβη της υγείας άλλου.
Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, και δη στο εργοτάξιο της οδού ..., όπου εκτελούνταν εργασίες αποξήλωσης δαπέδου, αφενός ο πρώτος κατηγορούμενος, Μ. Ζ. του Κ. υπο την ιδιότητα του τεχνικού συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΜΗ ΑΒΕΤΕ", αναδόχου του έργου "Αποκατάσταση και Εκσυγχρονισμός Λειτουργίας Κεντρικού Κτιρίου του Ορφανοτροφείου Θηλέων I.
και Μ. Χατζηκυριακείου (Χατζήκυριακείου Ιδρύματος Παιδικής Προστασίας)" και Προϊσταμένου του εργοταξιακού γραφείου για το εν λόγω έργο, ήτοι υπό την ιδιότητα του προσώπου, στο οποίο είχε ανατεθεί από την ανωτέρω εταιρεία η έντεχνη και ασφαλής εκτέλεση των σχετικών εργασιών, καθώς και η λήψη και εφαρμογή των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας για την προστασία της υγείας των εργαζομένων στο ανωτέρω εργοτάξιο, δεν φρόντισε για την κατάλληλη εκπαίδευση του εργαζομένου στο ανωτέρω έργο, K.
V. του T., σχετικά με εργασίες αποξήλωσης δαπέδου, πριν ανατεθεί σε αυτόν η εκτέλεση τέτοιων εργασιών, ούτε φρόντισε ώστε να τηρηθεί από τους εργαζομένους στο έργο η κατάλληλη μεθοδολογία εργασιών για την ασφαλή αποξήλωση δαπέδου (ήτοι δέσιμο και ασφάλιση των δοκαριών που πρόκειται να κοπούν με τις αλυσίδες γερανού πριν ξεκινήσει η διαδικασία της κοπής τους, μη κοπή όλης της διατομής εκάστου δοκαριού, αλλά διατήρηση μικρού τμήματος τουλάχιστον 5 εκ.
για την στήριξη των δοκαριών, ώστε αυτά να παραμένουν σε οριζόντια και σταθερή θέση μέχρι την πλήρη αποξήλωσή τους από το γερανό, θέση του προσώπου που εκτελεί την εργασία εκτός των δοκαριών που θα αποκοπούν), με την παρουσία του ιδίου ή έτερου κατάλληλου προσώπου στο χώρο του εργοταξίου κατά την εκτέλεση των εργασιών αποξήλωσης για την αποκλειστική επίβλεψη των εν λόγω εργασιών και την παροχή κατάλληλων οδηγιών προς τους εργαζομένους, ούτε όμως μερίμνησε για την τοποθέτηση κατάλληλου ικριώματος για την αποτροπή ανεξέλεγκτης μετακίνησης των δοκαριών κατά τη διάρκεια της κοπής τους και πτώσης από ύψος των εργαζομένων που εκτελούν τη σχετική εργασία, καθώς και για την παροχή στους εργαζομένους και χρήση από αυτούς κατάλληλου εξοπλισμού συλλογικής προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας ή ατομικής προστασίας, όπως ζώνη ασφαλείας, ώστε να αποτραπεί τυχόν πτώση τους από ύψος, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος, Σ.
Γ. του Θ. είχε την ιδιότητα του εργοδηγού στο ανωτέρω έργο, ήτοι προσώπου που αναθέτει εργασίες στους εργαζομένους του τμήματός του και συντονίζει τις δραστηριότητές τους, φροντίζει για τη διαθεσιμότητα των μηχανημάτων και του εξοπλισμού, φροντίζει για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας και τη χρησιμοποίηση των μέσων ατομικής προστασίας από τους εργαζομένους στο τμήμα του, δεν φρόντισε ώστε να τηρηθεί από τους εργαζομένους στο έργο η προαναφερόμενη κατάλληλη μεθοδολογία εργασιών για την ασφαλή αποξήλωση δαπέδου, ούτε έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για την ασφαλή εκτέλεση των σχετικών εργασιών πριν την ανάθεση της εκτέλεσής αυτών, αλλά αντίθετα ανέθεσε στον K.
V. του T. καθώς και στον Α. Κ. να κόψουν στον πρώτο όροφο του κτηρίου με αλυσοπρίονο τα ξύλινα δοκάρια του δαπέδου, χωρίς προηγουμένως αυτοί να έχουν εκπαιδευτεί σχετικά, χωρίς να αποστείλει στο σημείο γερανό, χωρίς να παράσχει ζώνη ασφαλείας στα ανωτέρω δύο πρόσωπα, και δίχως ο ίδιος ή έτερο κατάλληλο πρόσωπο να είναι συνεχώς παρών στο σημείο των εργασιών, ώστε να επιτηρεί και να παρέχει κατάλληλες οδηγίες στους εργαζομένους για τον τρόπο εκτέλεσης της ανατεθειμένης σε αυτούς εργασίας, με αποτέλεσμα ο K.
V. του T., στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, να προβεί, στον πρώτο όροφο του κτηρίου, σε κοπή δοκαριών, χωρίς, να δέσει και ασφαλίσει αυτά σε αλυσίδες γερανού, κόβοντας ολοκληρωτικά τα δοκάρια σύριζα στη λιθοδομή και πατώντας πάνω σε αυτά, με αποτέλεσμα να υποχωρήσει το δοκάρι πάνω στο οποίο βρισκόταν και ελλείψει εφαρμογής ζώνης ασφαλείας και τοποθέτησης κατάλληλου ικριώματος ή έτερου μηχανισμού συλλογικής προστασίας, να πέσει αυτός από ύψος περίπου 6 μέτρων, και να υποστεί από την πτώση πολλαπλές κακώσεις, όπως θλάση πνευμόνων, κατάγματα πλευρών, κάταγμα ηβοίσχιακού κλάδου και κάταγμα ιερού, οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, κάταγμα πυέλου, κάταγμα κερκίδας, περινεφρικό αιμάτωμα..".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 79, 84 παρ. 2α', 314 παρ.1α ΠΚ, 31, 107, 111 ΠΔ 1073/1981, άρθρο 12 παρ.
IV μέρος Β Τμήμα ΙΙ, παρ. 5.2 ΠΔ 305/1996, άρθρ. 25 περ. Α πδ 1073/81, άρθρ. 3, 15 ν. 3850/2010 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης. Στην αιτιολογία της απόφασης αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, (ανωμοτί εξέταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων του κατηγορητηρίου, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογίες των κατηγορουμένων), χωρίς να παρίσταται κατά νόμο αναγκαία η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική τους εκτίμηση, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.
Ειδικότερα διαλαμβάνονται στην απόφαση ο τρόπος και οι συνθήκες τέλεσης της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά τον άνω αναφερόμενο τόπο και χρόνο. Γίνεται επαρκώς αναφορά των πράξεων και των παραλείψεων, που θεμελιώνουν την αμέλεια των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων εκ των οποίων, όπως κρίθηκε ανελέγκτως, ο μεν Μ.
Ζ. έφερε την ιδιότητα του τεχνικού συμβούλου της αναδόχου του έργου εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΜΗ ΑΒΕΤΕ" και του προϊσταμένου του εργοταξιακού γραφείου για το εν λόγω έργο, ήτοι την ιδιότητα του προσώπου, στο οποίο είχε ανατεθεί από την ανωτέρω εταιρεία η έντεχνη και ασφαλής εκτέλεσης των σχετικών εργασιών καθώς και λήψη και εφαρμογή των απαιτούμενων μέσων ασφαλείας για την προστασία της υγείας των εργαζομένων στο εργοτάξιο, ο δε Σ.
Γ. είχε την ιδιότητα του εργοδηγού στο έργο, ήτοι του προσώπου, που αναθέτει εργασίες στους εργαζομένους του τμήματός του, συντονίζει τις δραστηριότητές τους, φροντίζει για τη διαθεσιμότητα των μηχανημάτων και του εξοπλισμού, για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας και τη χρησιμοποίηση των μέσων ατομικής προστασίας από τους εργαζόμενους.
Περαιτέρω δε γίνεται αναφορά της μορφής της αμέλειάς τους, του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και της προκληθείσας από αυτή βλάβης του παθόντος καθώς και της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης αυτών (αναιρεσειόντων) προς αποτροπή του ως άνω αποτελέσματος. Συγκεκριμένα αναφέρονται και προσδιορίζονται: 1) οι συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέστη σωματική βλάβη ο εργαζόμενος στο ως άνω εργοτάξιο K.
V., ο οποίος επιχείρησε κατ' εντολή του αναιρεσείοντος Σ. Γ. να προχωρήσει στην αφαίρεση των δοκαριών, που βρίσκονταν στο πάτωμα του πρώτου ορόφου, με την κοπή αυτών (δοκαριών) κάνοντας χρήση αλυσοπρίονου, χωρίς προηγουμένως να δέσει και να ασφαλίσει αυτά στις αλυσίδες του γερανού, ο οποίος δεν ήταν διαθέσιμος αφού γινόταν χρήση αυτού στις εργασίες που γίνονταν στο δώμα.
Τη στιγμή δε που ο παθών βρισκόταν στο τρίτο δοκάρι, που έκοβε, αυτό μαζί με τα άλλα δύο δοκάρια πρώτο και δεύτερο υποχώρησε και ο παθών έπεσε από ύψος τουλάχιστον πέντε (5) μέτρων και υπέστη πολλαπλές κακώσεις ήτοι θλάση πνευμόνων, κατάγματα πλευρών, κάταγμα ηβοϊσχυακού κλάδου, κάταγμα ιερού οστού οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, κάταγμα πυέλου, κάταγμα κερκίδας και περιφρενικό αιμάτωμα. 2) οι παραλείψεις των αναιρεσειόντων, εκ των οποίων ο Μ.
Ζ. με την ιδιότητα του τεχνικού συμβούλου και προϊσταμένου του εργοταξίου δεν φρόντισε για την κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση του παθόντος στο ανωτέρω έργο, σχετικά με τις εργασίες αποξήλωσης του δαπέδου και την παροχή των κατάλληλων οδηγιών προς τον ανωτέρω εργαζόμενο, ούτε φρόντισε να τηρηθεί από αυτόν η προτεινόμενη έστω μεθοδολογία εργασιών για την ασφαλή αποξήλωση δαπέδου με την παρουσία του ιδίου ή άλλου κατάλληλου προσώπου, στο χώρο του εργοταξίου κατά την εκτέλεση των εργασιών δεν φρόντισε για την τοποθέτηση κατάλληλου ικριώματος για την αποτροπή της ανεξέλεγκτης μετακίνησης των δοκαριών κατά τη διάρκεια της κοπής τους και δεν είχαν ληφθεί μέσα συλλογικής προστασίας, (κιγκλιδώματα, εξέδρες, δίχτυα) ή μέσα ατομικής προστασίας όπως ζώνη ασφαλείας ή άλλη μέθοδος με αγκύρωση.
Επίσης ο αναιρεσείων Σ. Γ. με την ιδιότητα του εργοδηγού δεν φρόντισε ώστε να τηρηθεί έστω η προτεινόμενη από την εταιρεία μεθοδολογία αποξήλωσης του δαπέδου από τον παθόντα, ο οποίος δεν είχε εκπαιδευθεί επαρκώς ώστε να αντιλαμβάνεται τη σημασία της απαρέγκλιτης τήρησης αυτής, ενώ περαιτέρω έδωσε σε αυτόν εντολή για την αποξήλωση των δοκαριών τη στιγμή που δεν ήταν διαθέσιμος ο γερανός και επιπλέον επέτρεψε στον παθόντα την εκτέλεση εργασιών από ύψος χωρίς έστω χρήση ζώνης ασφαλείας και χωρίς να είναι συνεχώς παρών στο σημείο,όπου γινόταν η αποξήλωση, προκειμένου να τον επιτηρεί και να τον καθοδηγεί περί των κατά φάση εργασιών μέτρων ασφαλείας, σε περίπτωση που προέβαινε σε παράτυπη ή μη ενδεδειγμένη ενέργεια, όπως και έγινε, ώστε να τον σταματήσει και του υποδείξει τον ορθό τρόπο εκτέλεσης της εργασίας 3) η δυνατότητα αυτών (αναιρεσειόντων) να προβλέψουν το αποτέλεσμα, που επήλθε από τις παραλείψεις τους αυτές 4) Ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στις παραλείψεις τους και το αποτέλεσμα,που επήλθε, δηλαδή η πρόκληση της σωματικής βλάβης στον παθόντα.
Ακόμη εκτός από την προπεριγραφόμενη αμελή συμπεριφορά των αναιρεσειόντων προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μορφή της υπαιτιότητας αυτών, που είναι η μη συνειδητή αμέλεια (μη πρόβλεψη του αξιόποινου αποτελέσματος) και η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αυτών (αναιρεσειόντων) προς αποτροπή του ως άνω αποτελέσματος, η οποία απορρέει από τα νομικά καθήκοντα, τα οποία προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου ΙΙΙ του ΠΔ 1073/1981, που επιβάλλουν στους εργοδότες ή στους εκπροσώπους αυτών την υποχρέωση για τη διαρκή επίβλεψη και επιμέλεια της εφαρμογής των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών.
Περαιτέρω η υπ' αριθ.πρωτ. 340950/2017 και με αριθ. Βιβλ. Ατυχ. 500/19.12.2017 έκθεση έρευνας της Επιθεωρήτριας Υγείας Π. Φ. αναγνώσθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (σελ.95 Πρακτικών) και λήφθηκε υπόψη από αυτό για την περί ενοχής των κατηγορουμένων κρίση του καθώς και η κατάθεση της εν λόγω Επιθεωρήτριας.
Συνεπώς η υπό στοιχεία δ' αιτίαση του τρίτου λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμη. Επίσης η υπό στοιχείο στ' αιτίαση του τρίτου αναιρετικού λόγου περί αντιφατικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "...για κατεδαφίσεις με εργαλεία χειρός κατακόρυφων στοιχείων..." ενώ έκανε δεκτό ότι "...η εργασία αφορούσε οριζόντια στοιχεία" είναι αβάσιμη, καθόσον δεν δημιουργείται καμία αντίφαση από τις ανωτέρω παραδοχές, διότι αιτιολογείται πλήρως η αμελής συμπεριφορά των αναιρεσειόντων στην αποξήλωση των οριζόντων δοκαριών.
Επίσης, όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες αυτός διατυπώνει πλημμέλειες αναφερόμενες σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών, που, κατά την άποψή του οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και παραπόνων περί ασαφών και ελλιπών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής τους και αμφισβήτησης των εις βάρος τους παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, διότι με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης νόμιμης βάσης που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' και Ε ΚΠοινΔ, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατά συνέπεια ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης νόμιμης βάσης είναι αβάσιμος καθ' όλα τα σκέλη του.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της παρούσας ποινικής δίκης (άρθρο 578 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18/12/2024 (αριθ. πρωτ. 8923/2024) αίτηση των 1) Μ. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., οδός ... και 2) Σ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., οδός ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 2240, 2281/2024 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ