1008/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1008/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κρινόμενη από 21.1.2019 και με αριθμό κατάθεσης 7/2019 αίτηση αναίρεσης που στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών και προσβάλλει την υπ' αριθμ. 100/2018 οριστική απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1008 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1008/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε.Φ.του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Μπιρπανάγου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "A.Τ. ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "A.Τ.ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της "C. I. PLC", 3) τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Α.
Τ. Ε. ΑΕ", που εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...P ΑE", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "M.
Ε. Τ. ΑΕ", 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. EFG E.E.ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 8) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. TΗΣ Ε.ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοπίστη Σακκά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Ξυπνητού με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 6η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Κικιλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 7η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, ενώ οι 2η, 5η και 8η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 100/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-1-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 7ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις με αριθμούς ... εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αιγίου ... που προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει την συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραψα της κρινόμενης από 21.1.2019 και με αριθμό κατάθεσης 7/2019 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκαν, νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 2η, 5η και 8η, αναιρεσίβλητες Τραπεζικές ανώνυμες εταιρείες αντιστοίχως. Κατά συνέπειαν, αφού οι τελευταίες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ 2 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).
Η κρινόμενη από 21.1.2019 και με αριθμό κατάθεσης 7/2019 αίτηση αναίρεσης που στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών και προσβάλλει την υπ' αριθμ. 100/2018 οριστική απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/ 2010, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή".
Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποίησης. Από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι από την ρύθμισή του αποκλείονται τα φυσικά πρόσωπα που έχουν πτωχευτική ικανότητα.
Κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (ν. 3588/2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του Εμπ.Ν. έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι, επομένως, για τους οποίους μάλιστα, βάσει του άρθρου 2 του Διατάγματος της 2/15.5.1835 "περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων" ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του νόμου.
Γι' αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπροθέσμων χρηματικών τους υποχρεώσεων κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ΠτΚ και όχι αυτές του ν. 3869/2010. Επομένως, κρίσιμο χρονικό σημείο για την εφαρμογή ή μη του νόμου είναι η ύπαρξη ή μη της εμπορικής ιδιότητας κατά τον χρόνο υποβολής από τον οφειλέτη της αιτήσεως προς το δικαστήριο.
Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι στην ρύθμιση του νόμου υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, οι οποίοι έπαυσαν την εμπορία, ή την οικονομική τους δραστηριότητα, συνέχισαν όμως και μετά την παύση της εμπορίας και της οικονομικής τους δραστηριότητας τις πληρωμές τους και περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, καθώς στην περίπτωση αυτή, όταν, δηλαδή, περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών, δεν είχαν πλέον πτωχευτική ικανότητα. Αντιθέτως, δεν υπάγονται στην ρύθμιση του νόμου αυτού οι οφειλέτες, οι οποίοι, κατά τον χρόνο της παύσεως των πληρωμών, είχαν την εμπορική ιδιότητα, καθώς επίσης και όσοι έπαυσαν μεν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, πλην όμως, κατά την παύση αυτή, ευρίσκοντο ήδη σε μόνιμη και γενική αδυναμία να πληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους (ΑΠ 804/2019, ΑΠ 550/2019, ΑΠ 327/2019, ΑΠ 803/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (ανάλογη του άρθρ. 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ), λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 560/2013).. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, ανάλογη του άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ το οποίο προστέθηκε με το άρθρο τρίτο ν. 4335/23-7-2015 και εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης αναίρεσης, ισχύει (βλ.
άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου), αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης Ως πράγματα νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 1120/07).Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων καθόσον δεν αποτελεί πράγμα η επίκληση αποδεικτικού μέσου ή του περιεχομένου του έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΑΠ71/2019 , ΑΠ 2221/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ.), το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του ως αποδειχθέντα, τα εξής: "η αιτούσα από το έτος 1982 διατηρούσε ατομική επιχείρηση καφετέριας-μπαρ-πιτσαρίας, δραστηριότητα την οποία διέκοψε οριστικά στις 28-12-2010 (βλ.
την προσκομιζόμενη βεβαίωση διακοπής εργασιών σε συνδυασμό με τα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2009- 2012), οπότε μεταβίβασε την εν λόγω επιχείρηση στον υιό της άνευ οικονομικού ανταλλάγματος. Η ασκούμενη μέχρι τις 28-12-2010 αυτή δραστηριότητα από την αιτούσα της επιχείρησης καφετέριας- μπαρ- πιτσαρίας, περιλαμβάνεται σ' αυτές του άρθρου 2 του διατάγματος "Περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων" της αγοράς προς μεταπώληση προϊόντων, μετά επεξεργασίας τους και πώληση τους υπό νέα μορφή (βλ.
ΕφΑΘ3259/2000, ΕφΘεσ 2241/1998) και προσέδιδε σ' αυτή την εμπορική ιδιότητα. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι η αιτούσα έπαυσε να εξυπηρετεί τις οφειλές της από τον Ιούλιο του 2009 και εφεξής, ενώ οι καταβολές που έκανε κατά το έτος 2010 ήταν περιστασιακές και δεν μπορούσαν να άρουν τη γενικότητα της αδυναμίας πληρωμών στην οποία είχε ήδη περιέλθει.
Προέκυψε, δηλαδή, από τα παραπάνω ότι η αιτούσα απώλεσε την εμπορική της ιδιότητα ένα έτος αφού είχε παύσει τις πληρωμές της και, συνεπώς, είχε την εμπορική ιδιότητα κατά το χρόνο παύσης των πληρωμών και έτσι δεν μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, κατά τα βασίμως υποστηριζόμενα από τις μετέχουσες πιστώτριες τράπεζες σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη.
Τον ως άνω χρόνο παύσης των πληρωμών συνομολογεί και η ίδια με τον λόγο της έφεσης της και με τις προτάσεις της. Κατόπιν αυτών, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, χωρίς να επιδικάζονται έξοδα σε βάρος της αιτούσας - εκκαλούσας που ηττήθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 § 6 του ν. 3869/2010, η οποία εφαρμόζεται, αναλόγως, και στη δευτεροβάθμια δίκη." Με τις παραδοχές του αυτές το ως άνω δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, παρά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης με αριθμό 3/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, έκρινε κατ' αποτέλεσμα ομοίως μ'αυτήν και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 11.10.2012 και με αρ.
καταθ.215/2012 αίτηση της αναιρεσείουσας περί υπαγωγής και ρύθμισης των οφειλών της στο σύστημα του Ν.3867/ 2010.
Κρίνοντας έτσι το παραπάνω Δικαστήριο που δίκασε ως Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δη εκείνη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 με τη μη εφαρμογή της, αλλά ούτε και εκείνες των άρθρων 2 ΠτΚ και 1 του Εμπ.Ν., τις οποίες ορθά εφάρμοσε, δεχόμενη ανελέγκτως, ότι η αναιρεσείουσα κατά την υποβολή της αίτησής της περί υπαγωγής της στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 είχε πτωχευτική ικανότητα, την οποία δεν απώλεσε, διότι α) μέχρι τις 28.12.2010 διατηρούσε ατομική επιχείρηση εστίασης (καφετέρια - μπαρ - πιτσαρία) η άσκηση της οποίας προϋπέθετε την κατά σύνηθες επάγγελμα διενέργεια πράξεων που περιλαμβάνονται σ' αυτές του άρθρου 2 του διατάγματος "Περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων" και συνεπώς προσέδιδε σ'αυτήν εμπορική ιδιότητα, β) ότι έπαυσε να εξυπηρετεί τις οφειλές της από τον Ιούλιο του 2009 και εφεξής διενεργώντας περιστασιακά καταβολές το έτος 2010, οι οποίες όμως, σε κάθε περίπτωση, δεν αρκούσαν για να επιφέρουν την άρση της κατάστασης παύσης πληρωμών στην οποία είχε περιέλθει.
Και γ) ότι έκτοτε και μέχρι την υποβολή της ένδικης αίτησης υπαγωγής της στο Ν.3869/2010 σε ουδεμία καταβολή προέβη. Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, η οποία κατ 'εκτίμηση αποδίδεται με το πρώτο σκέλος του μόνου αναιρετικού λόγου, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη υπό την επίκληση της νομικά αβάσιμης αιτίασης, ότι είναι ορθό ερμηνευτικά η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1παρ.1 του Ν.3869/2010 να καλύπτει και την περίπτωση, που ο αιτών την υπαγωγή του στο σύστημα του Νόμου αυτού έμπορος έχει ήδη απωλέσει την πτωχευτική του ικανότητα επειδή δεν δήλωσε εντός της διετίας την παύση των πληρωμών του (άρθρο 7 παρ2 του Ν.3588/2007).
Ωστόσο και κατά το δεύτερο σκέλος του ο αναιρετικός λόγος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 που από παραδρομή αναγράφεται), πλημμέλεια είναι απαράδεκτος .Και τούτο διότι οι προβαλλόμενες προς θεμελίωσή του αιτιάσεις, ότι το ως άνω μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως εφετείο δεν εκτίμησε ορθώς τα με επίκληση προσκομισθέντα από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυπτε η έλλειψη της κατά ως άνω της πτωχευτικής ικανότητας της αιτούσας, καθόσον δεν αποτελεί "πράγμα" η επίκληση του περιεχομένου των αποδεικτικών μέσων έστω και αν προτείνεται ως λόγος έφεσης, αλλά ούτε και ο αναγόμενος στην ορθή ερμηνεία του εφαρμοστέου εν προκειμένω του άρθρ 1παρ1 του νόμου 3869/2010 ισχυρισμός, ότι η αιτούσα στερείται πτωχευτικής ικανότητας επειδή παρέλειψε να δηλώσει εντός της διετίας την παύση των πληρωμών της και συνεπώς κατά τα ισχύοντα στο άρθρο 7 παρ2 του Ν.3588/2007(ΠτΚ) αποκλείεται η πτώχευσή της.
Επομένως ο μόνος αναιρετικός λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις παραπάνω διακρίσεις και συνακόλουθα και η αναίρεση στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), χωρίς ωστόσο να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.
β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο ".Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει από 21.1.2019 και με αριθμό κατάθεσης 7/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 100/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου .ΚΑΙ Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ