Legislator Case Law & Legislation
1008/2018 AI generated

1008/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1008/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1008/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1008 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1008/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, την 2α Μαίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λιάγκα.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "...", και τον δ.τ. "..." όπως μετονομάστηκε η "..." δυνάμει της με αρ. 4719/13/29-3-2013 απόφασης του Αντιπεριφερειάρχη ΠΕ Βορείου Τομέα Αθηνών, πρώην "...", εδρεύουσας στο ..., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Πολυξένη Τσιτσώνη.

.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6279/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3326/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-11-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π.9/2016, Ολ. Α.Π.20/2005). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός από τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης, το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης και οι αιτιολογίες που λείπουν, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου.

Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες και συντελέσθηκε η εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996). Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π.27/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που συνίσταται στο ότι ''εσφαλμένα αυτή και κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ότι στις 30-10-2012 με προφορική συμφωνία των διαδίκων τροποποιήθηκε η επίμαχη έγγραφη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και συμφωνήθηκε να καταβάλλει έκτοτε στην εκμισθώτρια αναιρεσίβλητη ως μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 300 ευρώ, το οποίο αδιαλείπτως και της καταβάλλει''.

Όμως, έτσι όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός δεν περιέχει τα εκτεθέντα αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία και πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του. Ειδικότερα, κατά το από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ μέρος του : α) δεν αναφέρεται ποια συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκε με την απόρριψη ως άνευ έννομης επιρροής του προβληθέντος ως άνω ισχυρισμού, β) δεν καθορίζεται η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται το σφάλμα του Εφετείου, που απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό με την αιτιολογία ότι ''με την περιέλευση της προαναφερόμενης καταγγελίας της ενάγουσας εκμισθώτριας στον εναγόμενο μισθωτή επήλθε η λύση της επίδικης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης'', γ) δεν καθορίζονται τα πραγματικά γεγονότα, που δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο έκρινε επί της ουσίας την υπόθεση, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη απ' αυτόν εσφαλμένη κρίση του, ενώ κατά το από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ μέρος του, δεν καθορίζεται νομική πλημμέλεια του Εφετείου, η οποία να στοιχειοθετεί τον από τη διάταξη αυτή (άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ) προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης.

Σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέος διότι, υπό την προσχηματική επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη από το Δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ουσιαστική κρίση του περί λύσης της σύμβασης μίσθωσης με την ως άνω καταγγελία. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, ως προς την αποδιδόμενη στο Εφετείο πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., γιατί αυτό δεν έλαβε υπόψη τον πρωτοδίκως και δια λόγου εφέσεως ενώπιόν του επαναφερθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί τροποποιήσεως της επίδικης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το εν λόγω Δικαστήριο απάντησε στον ισχυρισμό αυτόν, τον οποίο απέρριψε ρητά ως νομικά αβάσιμο, δεχθέν ότι με την περιέλευση της από 20-7-2012 καταγγελίας της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας στον αναιρεσείοντα μισθωτή επήλθε η λύση αυτής (μίσθωσης).- Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008, 42/2002).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολ.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον ίδιο, πρώτο, λόγο της αναίρεσης, κατά τα υπόλοιπα με αριθμούς 3, 4 και 5 μέρη του, από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, για την απόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού του, αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του, δηλαδή τα σ' αυτόν το λόγο ρητώς μνημονευόμενα έγγραφα.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρει (έκτη σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα τα οποία καθένας από τους διαδίκους επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης ", σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και τα έγγραφα αυτά, χωρίς κατά νόμο να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός εγγράφου.

Η άποψη του αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Α.Π. 498/2018).

Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης , που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 - 11 - 2017 αίτηση του Χ. Λ. του Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3326/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700)ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2018.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ