1008/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1008/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340, 591 § 1 και 681Α' του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και περιέχονται στην αγωγή ή ένσταση ή χρησιμεύουν προς αντίκρουση της αγωγής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1008 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1008/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Παπαγιαννούλα.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "Ιντερσαλόνικα ΑΕΓΑ Ζημιών", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35377/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 437/2013 μη οριστική και 149/2014 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-11-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 6-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της 149/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Περαιτέρω, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 παραγρ. 2 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των υποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. και 914, 297 και 298 ΑΚ, προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατόν να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή.
Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υποχρέου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε.
Από την διάταξη δε του άρθρου 929 ΑΚ, σε συνδυασμό προς την διάταξη του άρθρου 298 του αυτού Κώδικα, συνάγεται ότι αυτός, που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και εξ αιτίας αυτού κατέστη ανίκανος προς εργασία, έχει δικαίωμα να ζητήσει, από τον κατά νόμον υπόχρεο, ως αποζημίωση, οτιδήποτε, με πιθανότητα και κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε, αν δεν καθίστατο, εξ αιτίας της σωματικής βλάβης του, ανίκανος προς εργασία.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει, ιδίως, για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του." Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις των αυτών, ως άνω, διατάξεων των άρθρων 321, 324 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι το δεδικασμένο το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που επιδικάζει στον παθόντα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, δεν εμποδίζει την μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης πάλι λόγω ηθικής βλάβης.
Τούτο, όμως, προϋποθέτει απρόβλεπτη, δυσμενή εξέλιξη της υγείας του (ήτοι μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες και επιπλοκές), δηλαδή στηρίζεται σε περιστατικά μιας ήδη επελθούσας στο παρελθόν ζημιογόνου αιτίας, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπ' όψη στην προηγούμενη δίκη, γιατί δεν ήσαν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευσή των δεν ήταν προβλεπτή, από την αρχή, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης.
Επομένως, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης, η οποία εκδόθηκε επί της πρώτης αγωγής του παθόντος, οι δυσμενείς συνέπειες, που αποτελούν επιδείνωση της υπάρχουσας κατάστασης της υγείας αυτού και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από την αρχή ότι θα επέλθουν κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, δηλαδή δεν μπορούσε κανείς να υπολογίσει κατά το πέρας της προφορικής συζητήσεως ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου.
Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του προβλεπτού ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, προκύπτουσα από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΑΠ 51/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκανε εν μέρει δεκτή έφεση του, τραυματισθέντος κατά το αυτοκινητικό ατύχημα, που προκάλεσε από αποκλειστική υπαιτιότητά του ο οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγομένη - ήδη αναιρεσίβλητη ζημιογόνου αυτοκινήτου, ενάγοντος - ήδη αναιρεσείοντος κατά της 35377/ 2011 πρωτόδικης απόφασης, καθ' όσο μέρος είχε απορριφθεί με αυτή αξίωσή του εκ του άρθρου 931 Α.Κ., και επιδίκασε σ' αυτόν 20.000 ευρώ για την αιτία αυτή, ενώ απέρριψε την έφεση, καθ' όσο μέρος έπληττε τα κεφάλαια περί πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του, επί πλέον αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδήματος και για αυξημένη δαπάνη λόγω λήψης ειδικής βελτιωμένης διατροφής για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, που είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως.
Ειδικότερα το ως άνω Δικαστήριο έκρινε, ότι ως προς τις αξιώσεις αυτές παράγεται δεδικασμένο από την 2333/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία επιδικάσθηκαν για τις αιτίες αυτές τα ποσά των 20.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση, 10.800 ευρώ, για απώλεια εισοδημάτων, επειδή κρίθηκε ανίκανος προς εργασία για 9 μήνες από την ημέρα του τραυματισμού του (6-10-2005) και 480 ευρώ για λήψη ειδικής βελτιωμένης διατροφής επί χρονικό διάστημα 120 ημερών, διότι μετά τη συζήτηση της προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος δεν παρουσιάσθηκε δυσμενής απροσδόκητη εξέλιξη της υγείας του και αρνητικές συνέπειες στην κατάστασή του, οι οποίες ήταν απρόβλεπτες.
Προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "... αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος πριν από το επίδικο τροχαίο ατύχημα, εργαζόταν, ως ιδιωτικός υπάλληλος και συγκεκριμένα, ως διανομέας ειδών διατροφής, σε εστιατόριο - ταχυφαγείο, ήταν ικανός προς εργασία, ακόμη και πριν από τη συζήτηση της προρρηθείσας πρώτης αγωγής του (στις 7-1-2008), αφού, ήδη, στις 8-5-2007, είχε προσληφθεί από το Ν.
Α., στην επιχείρηση βενζινάδικου του οποίου (υπό εταιρική μορφή με την επωνυμία "Α. Ν. & ΣΙΑ Ο.Ε") εργάσθηκε έως την 23-8-2007, με την ιδιότητα του πλύντη οχημάτων, εργασία που δεν απαιτεί ιδιαίτερη σωματική καταπόνηση ή συνεχή ορθοστασία ή άρση βαρών. Από τότε και έως τη συζήτηση της παρούσας ένδικης αγωγής του, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (11-10-2011), ο ενάγων, καίτοι είναι ικανός προς εργασία, δεν απασχολήθηκε (τουλάχιστον επίσημα και με μόνιμο τρόπο) σε κάποια άλλη θέση εργασίας, λόγω της στενότητας και των ειδικών συνθηκών που επικρατούν στην αγορά εργασίας, των μειωμένων γραμματικών του γνώσεων, της έλλειψης ειδικών προσόντων και ειδικής επαγγελματικής κατάρτισης και εξειδίκευσης και της μειονεξίας του, όσον αφορά την απασχόλησή του σε πολύ κοπιαστικές θέσεις εργασίας, ζήτημα για το οποίο θα γίνει ιδιαίτερη μνεία παρακάτω.
Ο ενάγων, όπως προϊστορείται, τραυματίσθηκε πολύ σοβαρά από το επίδικο ατύχημα, ενώ παρέμεινε διασωληνωμένος, με απώλεια της συνείδησης του, στη Μ.Ε.Θ. του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου, φέροντας ειδικό σύστημα παροχέτευσης (Bilau), για πέντε μέρες. Νοσηλεύθηκε στο ανωτέρω Νοσοκομείο (στη ΜΕΘ, στην Β' Προπαιδευτική και στην Ορθοπεδική Κλινική του) για σαράντα (40) περίπου μέρες, ως πολυτραυματίας, με πολλαπλά κατάγματα και κακώσεις κεφαλής, προσώπου, θώρακος, κοιλίας και αριστερού κάτω άκρου (θλάσεις αμφοτέρων των πνευμόνων και ρήξη ημιδιαφράγματος αριστερά, κάταγμα κλειδός αριστερά, κατάγματα πλευρών αριστερά, αμφισφύριο κάταγμα ποδοκνημικής αριστερά, θλαστικό τραύμα πώγωνος και ωτοραγία δεξιά).
Ο χρόνος της νοσηλείας του "καταδεικνύει τη βαρύτητα του τραυματισμού του και καθορίζει εν πολλοίς την τελική έκβαση της υγείας του ασθενούς" (βλ. και έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού, Σ. Δ., στην 1η σελίδα της), ενώ, όπως είναι γνωστό, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, αφενός "ο πολυτραυματίας και πολυκαταγματίας, για καθένα από τα τραύματα και κατάγματα διανύει μεγαλύτερο χρόνο αποκατάστασης απ' αυτόν που απαιτείται για καθένα, εάν ήταν το μοναδικό" (βλ.
και ιατρική γνωμάτευση του ως άνω ιατρού, Β. Θ.) και αφετέρου "σε όλες γενικά τις μετατραυματικές καταστάσεις παρατηρείται κάποιος βαθμός, που δεν είναι ο ίδιος σε κάθε περίπτωση, εκπτώσεως των ψυχοδιανοητικών λειτουργιών" (βλ. και ιατρική γνωμάτευση, του πιο πάνω ιατρού, Χ. Β.). Εξάλλου, όπως προκύπτει και από τις προρρηθείσες ιατρικές γνωματεύσεις των ιατρών, Ν.
Β., Χ. Β. και Β. Θ., σε συνδυασμό με τις κατά τα άνω, υπ' αριθμ. 23/26-4-2013 και 34/27-6-2013, εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του χειρούργου - ορθοπεδικού, Σ. Δ. και του νευρολόγου - ψυχιάτρου, Α. Ω., αντίστοιχα, ο ενάγων, ηλικίας σήμερα 29 περίπου ετών, είναι υπέρβαρος (103 κιλά) και πάσχει "από μετατραυματικό σύνδρομο, απότοκο των κακώσεων που προήλθαν από το ατύχημα", με κύρια χαρακτηριστικά στοιχεία την αγχώδη καταθλιπτική συνδρομή, με διαταραχές συμπεριφοράς και ψυχονευρωσικές εκδηλώσεις, όπως άγχος, κρίσεις πανικού, εκρήξεις θυμού και επιθετικότητας, διαταραχές μνήμης και περιτραυματική αμνησία, ενώ από νευρολογική άποψη έχει μείωση των τενοντίων αντανακλάσεων αριστερά, καθώς και υπαισθησία αριστερού άνω και κάτω άκρου, χρήζοντας τακτικής παρακολούθησης από νευρολόγο - ψυχίατρο.
Επίσης, ο ενάγων εμφανίζει σήμερα μία εκτεταμένη δύσμορφη ουλή μέση υπερ-υπο ομφάλια, μεγέθους 30 εκατοστών περίπου (από τη δεύτερη χειρουργική επέμβαση που υποβλήθηκε), δύο δύσμορφες ουλές κυκλοτερείς στο αριστερό ημιθωράκιο (από την έξοδο του Bilaou), επώδυνη οιδηματώδη δύσκαμπτη αριστερά ποδοκνημική, με περιορισμό της κάμψης - έκτασης κατά 30 μοίρες περίπου, απομάκρυνση του έσω σφυρού αριστερά ποδοκνημική και πόρωση σε θέση απαγωγής, που επιφέρουν δυσχέρεια στη βάδιση, προσθιοπίσθια αστάθεια του αριστερού γόνατος, ενδεικτική ρήξης του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου, με συνοδό ευαισθησία του έσω μεσαθρίου διαστήματος, ως επί ρήξεως του έσω μηνίσκου, επώδυνη δυσκαμψία του αριστερού ώμου, ενδεικτική χρόνιας βλάβης του υπερακανθίου τένοντος (τενόντοσις), με περιορισμό των κινήσεων απαγωγής κατά 20-30 μοίρες, ενώ από τον πιο πρόσφατο ακτινολογικό έλεγχο που υποβλήθηκε, εμφαίνεται ύβωση του αριστερού ημιδιαφράγματος, απόρροια της συρραφής του (κατά τη χειρουργική επέμβαση που είχε υποβληθεί μετά το ατύχημα), γεγονός που δυσχεραίνει την αναπνευστική λειτουργία του, με συνέπεια την εύκολη κόπωση και το λαχάνιασμα, όταν υποβάλλεται σε έντονη σωματική δραστηριότητα, αρχόμενη μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα αριστερού γόνατος (προς τα έσω μετατόπιση της άρθρωσης με συνοδό ανάπτυξη οστεοφύτων) και αρχόμενη μετατραυματική αρθρίτιδα αριστερά ποδοκνημικής, ενώ φέρει πλάκα με έξι κοχλίες στην περόνη και δύο κοχλίες στο έσω σφύρο, λόγω της αντίστοιχης χειρουργικής επέμβασης που είχε υποβληθεί.
Όλα τα ανωτέρω, ωστόσο, δεν συνιστούν απρόβλεπτη και αιφνίδια, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της υγείας του ενάγοντος - εκκαλούντος, με την εμφάνιση άλλων νεώτερων απροσδόκητων δυσμενών συμπτωμάτων και επιπλοκών (εκτός αυτών που αντιμετώπιζε έως τις 7-1-2008), εξαιτίας του προπεριγραφέντος αρχικού σοβαρού τραυματισμού του από το επίδικο ατύχημα, αλλά αποτελούν προβλεπτές και αναμενόμενες, κατά τους κοινούς ιατρικούς κανόνες, συνέπειές του (του τραυματισμού του), κατά παραδοχή και του αντίστοιχου, προταθέντος, παραδεκτά, πρωτοδίκως, αυτοτελούς ισχυρισμού της εναγομένης - εφεσίβλητης, που επαναφέρεται και στην παρούσα (κατ' έφεση) δίκη.
Πιο συγκεκριμένα, οι προρρηθείσες μετατραυματικές παθήσεις και (μετατραυματικά) συμπτώματα που εμφανίζει σήμερα ο ενάγων (δυσκαμψία στο αριστερό πόδι, δυσχέρεια στη βάδιση, αστάθεια αριστερού γόνατος, επώδυνη δυσκαμψία του αριστερού του ώμου, με περιορισμό των κινήσεων απαγωγής, αρχόμενη μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα αριστερού γόνατος και αριστερά ποδοκνημικής, δυσχέρεια στην αναπνευστική λειτουργία του, μετατραυματικό σύνδρομο με αγχώδη καταθλιπτική συνδρομή, διαταραχές συμπεριφοράς και ψυχονευρωσικές εκδηλώσεις), αποτελούν την αναμενόμενη (προβλέψιμη) εξέλιξη από την εξαρχής γνωστή φύση και βαρύτητα του τραυματισμού του, οφειλόμενα (τα συγκεκριμένα συμπτώματα) στο είδος, στη φύση και στο μέγεθος των κακώσεών του και στην εν γένει έκταση του τραυματισμού του, που μπορούσαν να προβλεφθούν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο κατά την έκδοση της πιο πάνω τελεσίδικης απόφασης και όχι απρόβλεπτη αιφνίδια επιπλοκή της υγείας του, μη αναμενόμενη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, η επέλευση της οποίας δεν έπρεπε (ή δεν έπρεπε σοβαρά) να αναμένεται απ' αυτό ...
Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε ότι μετά την άσκηση και τη συζήτηση (7-1-2008) της προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος - παθόντος, δεν σημειώθηκε δυσμενής απροσδόκητη εξέλιξη της υγείας του, λόγω της οποίας προέκυψαν νεώτερα δυσμενή συμπτώματα και αρνητικές (επιζήμιες) συνέπειες στην κατάστασή του, οι οποίες, προηγουμένως, ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και για το λόγο αυτό δεν είχαν ληφθεί υπόψη από την προηγούμενη, υπ' αριθμ. 13708/2008, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης (που κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 2333/2010 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσ/νίκης), κατά τον καθορισμό του ύψους του χρηματικού ποσού που δικαιούνταν για την εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης (από την οποία, μάλιστα, λήφθηκε υπόψη και η ανάγκη για τη διενέργεια δύο ακόμη χειρουργικών επεμβάσεων στο μέλλον), έτσι ώστε, στην προκειμένη περίπτωση, να μπορούν να δικαιολογήσουν, σύμφωνα και με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, περαιτέρω πρόσθετη χρηματική ικανοποίησή του, λόγω ηθικής βλάβης.
Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω, το παρόν Δικαστήριο δεσμεύεται από το ουσιαστικό δεδικασμένο της κατά τα άνω προεκδοθείσας δικαστικής απόφασης, κατά παραδοχή και του σχετικού ισχυρισμού της εφεσίβλητης - εναγομένης, ανεξάρτητα αν το συγκεκριμένο ζήτημα λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αφού η συγκεκριμένη αξίωση του ενάγοντος, για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, έχει ήδη κριθεί από την προγενέστερη τελεσίδικη απόφαση (καλυπτόμενη, κατ' αυτόν τον τρόπο, από το δεδικασμένο της).
Ωσαύτως, τα αυτά ισχύουν και όσον αφορά τις λοιπές δύο αξιώσεις του ενάγοντος, για την επιδίκαση του ανωτέρω συνολικού ποσού των 78.600 ευρώ, για την αποκατάσταση της αποθετικής του ζημίας από την επικαλούμενη απώλεια των εισοδημάτων του, κατά το περαιτέρω (μεταγενέστερο της πρώτης αγωγής) χρονικό διάστημα, από 23-8-2007 έως 8-2-2013, καθώς και του συνολικού ποσού των 6.462 ευρώ, για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας από την επικαλούμενη δαπάνη του για τη λήψη βελτιωμένης διατροφής, για το περαιτέρω (μεταγενέστερο της πρώτης αγωγής) χρονικό διάστημα, από 27-2-2007 έως 8-2-2010 (ανεξάρτητα και πέραν του ότι εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε ούτε στην ουσία της η ανάγκη της λήψης βελτιωμένης διατροφής, αλλά και η πραγματοποίηση της επίμαχης δαπάνης), αντίστοιχα, γιατί, εφόσον δεν προέκυψαν νεώτερα πραγματικά περιστατικά ή απρόβλεπτη και απροσδόκητη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση ή χειροτέρευση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος, οι εν λόγω αξιώσεις καλύπτονται, κατά παραδοχή και του σχετικού ισχυρισμού της εφεσίβλητης - εναγομένης, από το ουσιαστικό δεδικασμένο της ανωτέρω, εκδοθείσας επί της προγενέστερης αγωγής του, τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, από την οποία κρίθηκαν (με δύναμη δεδικασμένου, υπό την αρνητική λειτουργία του), οι ίδιες παραπάνω αξιώσεις από τις αυτές επιζήμιες συνέπειες της ίδιας αδικοπραξίας.
Ειδικότερα, όπως προεκτίθεται, ο ενάγων με την προηγούμενη αγωγή του ζήτησε αποζημίωση για τις ίδιες αιτίες, ήτοι, τόσο για την αποθετική ζημία του από την απώλεια των εισοδημάτων του, για ορισμένο χρονικό διάστημα (18μηνο), εξαιτίας της, από τον επίδικο τραυματισμό του, ανικανότητάς του προς εργασία, όσο και για τη θετική ζημία του από τη δαπάνη του για τη λήψη ειδικής βελτιωμένης διατροφής, για χρονικό διάστημα ενός έτους μετά το ατύχημα και με την προρρηθείσα τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε ότι (ο ενάγων) αφενός κατέστη ανίκανος προς εργασία για μικρότερο του αιτηθέντος χρονικό διάστημα (ήτοι, αυτό των εννέα μηνών) και έτσι του επιδίκασε (μικρότερη από την αιτηθείσα) αποζημίωση για το εν λόγω (μικρότερο) χρονικό διάστημα (6.960,44 ευρώ αντί του ποσού των 17.760,44 ευρώ) και αφετέρου (ότι) χρειάσθηκε να λάβει ειδική βελτιωμένη διατροφή, για το μικρότερο του αιτηθέντος χρονικό διάστημα των εκατόν είκοσι (120) ημερών, επιδικάζοντάς του ανάλογη αποζημίωση (480 ευρώ αντί του αιτηθέντος ποσού των 1.825 ευρώ), αντίστοιχα.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά μνημονεύονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το παρόν Δικαστήριο, που επιλήφθηκε της προκειμένης (δεύτερης, κατά σειρά) αγωγής του ενάγοντος, δεσμεύεται από το ουσιαστικό δεδικασμένο που ήδη παρήχθη από την εν λόγω απόφαση, αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, ως προς τη διάρκεια της ανικανότητάς του προς εργασία και του διαστήματος που είχε ανάγκη τη λήψη βελτιωμένης διατροφής, αντίστοιχα.
Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος αυτής, με την οποία ασκούνται οι προρρηθείσες αξιώσεις του ενάγοντος, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου".
Περαιτέρω, το Εφετείο ερευνώντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων για επιδίκαση της ειδικής αποζημίωσης του άρθρου 931 Α.Κ. δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων έχει μερική αναπηρία κατά ποσοστό 60%, ήτοι κατά 40% λόγω κυρίως των πολυαρθρικών βλαβών του και του περιορισμού των κινήσεων που αυτές επιφέρουν και κατά 20% λόγω μετατραυματικού συνδρόμου αγχώδους καταθλιπτικής συνδρομής με διαταραχές συμπεριφοράς και ψυχονευρωτικές εκδηλώσεις, που τον καθιστά δια βίου ανίκανο για την εκτέλεση κοπιωδών εργασιών (υπό συνθήκες συνεχούς πίεσης, μεγάλης σωματικής επιβάρυνσης, συνεχούς ορθοστασίας, άρσης βαρών και βάδισης μεγάλων αποστάσεων), έτσι ώστε να υφίσταται μεγάλη δυσχέρεια στην ανεύρεση κάποιας εργασίας (χειρονακτικής ή όχι), που να μη συνεπάγεται την ιδιαίτερη σωματική καταπόνησή του, λαμβανομένων υπόψη αφενός των περιορισμένων γραμματικών του γνώσεων και της έλλειψης ειδικών προσόντων, οποιασδήποτε επαγγελματικής και τεχνικής κατάρτισης και απόκτησης κάποιας επαγγελματικής εξειδίκευσης και αφετέρου των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών και ιδίως (των συνθηκών) της αγοράς εργασίας, αλλά και της γενικότερης ύφεσης, της εξαιρετικά δυσμενούς οικονομικής κατάστασης και της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης που επικρατούσε στη χώρα μας.
Με τις παραδοχές δε αυτές επιδίκασε, όπως προαναφέρθηκε, για την ως άνω αιτία το ποσό των 20.000 ευρώ, διότι το ποσό αυτό δεν είχε κριθεί από το πρώτο Δικαστήριο και δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση ότι δεν υπήρξε απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του ενάγοντος δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση για αντιφατικότητα αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά α) με τη διάρκεια της μόνιμης ανικανότητάς του προς εργασία, που στηρίζουν την αποδοχή του αιτήματός του περί επιδίκασης της ειδικής αποζημίωσης του άρθρου 931 Α.Κ., και β) με την περιορισμένη (εννεάμηνη) διάρκεια της ανικανότητάς του προς εργασία αναφορικά με τα απορριφθέντα κεφάλαια της αγωγής του για περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και για περαιτέρω αποζημίωση για βελτιωμένη διατροφή και για επί πλέον διαφυγόντα κέρδη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, διότι προσβάλλει πλεοναστική αιτιολογία του Δικαστηρίου περί εννεάμηνης διάρκειας της ανικανότητας του ήδη αναιρεσείοντος, αφού κατά τα ανωτέρω ένδικα κεφάλαιά της η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου και όχι κατ' ουσίαν. Επίσης είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι υπάρχει η μη διαλαμβανόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη παραδοχή περί μόνιμης ανικανότητας του αναιρεσείοντος προς εργασία, με την οποία δεν ταυτίζεται η υφιστάμενη παραδοχή περί ανικανότητας αυτού για εκτέλεση κοπιωδών εργασιών μεγάλης σωματικής επιβάρυνσης κ.λπ.
Εξάλλου, με ένα μέρος του τρίτου λόγου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση περί συνδρομής περίπτωσης παραβίασης διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή γεγονότων σε κανόνα δικαίου. Όμως, από την εκτίμηση του περιεχομένου του αναιρετηρίου προκύπτει ότι τα διδάγματα της κοινής πείρας που επικαλείται ο αναιρεσείων αφορούν στην εκτίμηση αποδείξεων (αξιολόγηση εκθέσεων πραγματογνωμόνων κ.λπ.) και, συνεπώς, κατά την αιτίαση αυτή ο τρίτος λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, ύστερα από αυτεπάγγελτη ή κατά πρόταση των διαδίκων έρευνα, για την συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα προεκτεθέντα, δεν ιδρύεται ούτε ο λόγος από το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή κατά παράβαση νόμου το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την 2333/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, τον οποίο δεν επικαλείται ρητώς ο αναιρεσείων, αλλά που προσήκει στα διαλαμβανόμενα σε άλλο μέρος του τρίτου λόγου του αναιρετηρίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340, 591 § 1 και 681Α' του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και περιέχονται στην αγωγή ή ένσταση ή χρησιμεύουν προς αντίκρουση της αγωγής.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1413/2010). Στην προκειμένη περίπτωση ο ήδη αναιρεσείων, για να στηρίξει την αγωγή του, προσκόμισε μετ' επικλήσεως, μεταξύ άλλων και τις υπ' αριθμ. 23/26-4-2013 και 34/27-6-2013 εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του χειρουργού- ορθοπεδικού Σ.
Δ. και του νευρολόγου - ψυχιάτρου Α. Ω., αντίστοιχα. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου με επίκληση, μεταξύ αυτών δε μνημονεύει ιδιαίτερα, ως εκτιμώμενες ελεύθερα, κατ' άρθρο 387 Κ.Πολ.Δ., τις ως άνω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, τις οποίες ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη το δικάσαν Εφετείο.
Κατά συνέπεια, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 233/10-11-2014 αίτηση για αναίρεση της 149/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ