Legislator Case Law & Legislation
1008/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to absent appellants and invalid evidence claims.

Case Number 1008/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three appellants against a second-instance court decision regarding a property dispute. The appellants, who did not appear in court, argued that the lower court failed to consider specific prior lawsuits and technical expert reports submitted by them. The court rejected these arguments, noting that the lower court's decision explicitly stated it had reviewed all evidence presented, including the disputed documents, and that the appellants' claims regarding the weight of evidence were inadmissible for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 143, 104, 96 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines appeals ex officio when parties are absent and rejects inadmissible appeals challenging the lower court's evaluation of evidence without new grounds.

Keywords

AI generated
appeal admissibility absence of parties evaluation of evidence technical expert reports procedural dismissal legal costs Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1, 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 143 paragraph 3, 104 and 96 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1008 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1008/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1) Γ. Κ. του Α., 2) Ε. Κ. του Α., κατοίκων ..., και 3) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Δ. ή Δ. Ε. του Ι., κατοίκων ..., και 2) Γ. συζ. Γ. Μ., το γένος Ι. Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Δημακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 165/2000 μη οριστική, 22/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 287/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25/6/2010 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1738/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 25/9/2012 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 20/10/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1,2 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ.3, 104 και 96 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει και στο δικηγόρο που υπογράφει αυτήν, ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι είναι αντίκλητος αυτού για τη σχετική υπόθεση και ως εκ τούτου μπορεί να παραλαμβάνει τα δικόγραφα που απευθύνονται στο διάδικο που τον διόρισε και αφορούν την ίδια υπόθεση.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσείοντες, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2, 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.. Από την 2717/14-11-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αιγίου, ..., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 25/9/2012 κλήσης των τελευταίων προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ' αυτήν πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή δικασίμου, και κλήση προς τους αναιρεσείοντες για να παραστούν κατά τη συζήτησή της μετά την προηγηθείσα συζήτηση επ' αυτής ενώπιον του τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου, κατά την οποία εκδόθηκε η 1738/2011 απόφαση αυτού, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων στον Κωνσταντίνο Σπυρόπουλο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που έχει υπογράψει την αίτηση αναίρεσης, όπως αποδεικνύεται από το αντίγραφο αυτής.

Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσειόντων (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Επειδή, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. 'Ετσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (Ολ ΑΠ 25, 26, 27/1994).

Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτή κρίθηκε ουσιαστικώς βάσιμη η ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων, διότι έγινε δεκτό, ότι έγιναν κύριοι ο μεν πρώτος αναιρεσίβλητος του πρώτου επίδικου ακινήτου, εμβαδού 186,91 τ.μ., με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία, η δε δεύτερη αναιρεσίβλητη του δευτέρου επίδικου ακινήτου, εμβαδού 107,01 τ.μ, με παράγωγο τρόπο και με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), κατά τα ειδικότερα σ' αυτή (απόφαση) εκτιθέμενα, το δε διατακτικό της απόφασης, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι αναγνωρίστηκαν κύριοι των ακινήτων αυτών, όπως ειδικότερα προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, στηρίζεται αυτοτελώς στις εν λόγω επάλληλες αιτιολογίες.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ζήτημα, εάν τα ως άνω επίδικα ακίνητα περιλαμβάνονται στους επικαλούμενους τίτλους των αναιρεσιβλήτων ή στον τίτλο των αναιρεσειόντων (υπ' αριθ. .../1994 συμβόλαιο).

Με τον λόγο αυτό όμως πλήττεται η αιτιολογία της απόφασης, με την οποία κρίθηκε το ουσιαστικώς βάσιμο των βάσεων της αγωγής, που στηρίζονται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των επίδικων ακινήτων από τους αναιρεσίβλητους και επιπλέον σε πρωτότυπο (τακτική χρησικτησία), αναφορικά με την δεύτερη αναιρεσίβλητη, ενώ οι αιτιολογίες της απόφασης, με τις οποίες κρίθηκε το ουσιαστικώς βάσιμο της βάσης της αγωγής, που στηρίζεται στην κτήση της κυριότητας των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες και στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης, δεν πλήττονται, επιτυχώς, με λόγους αναίρεσης.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι, προεχόντως, αβάσιμος, ως αλυσιτελής.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, οι προβλεπόμενες από το άρθρο 390 του ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα, καλύπτει και αυτές (ΟλΑΠ 8/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε το ουσία αβάσιμο της ένδικης διεκδικητικής αγωγής των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη: 1) την από 25-5-1970 αγωγή του Δ.

Ε. κατά της Κοινότητας Σελιανίτικων και την εκδοθείσα επ' αυτής 28/1970 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, 2) την από 11-8-1974 αγωγή των Ν. Χ. Ε., Ι. Χ. Ε., Β. Ι. Ε. και Δ. Χ. Ε. κατά του Δ. Ι. Ε. και την εκδοθείσα επ' αυτής 57/1977 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, γ) την από 21-3-1997 αγωγή των Γ. Κ., Ε. Κ. και Κ. Κ. κατά του Δ.

ή Δ. Ε. και την εκδοθείσα επ' αυτής 44/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου και δ) την 1990/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Επίσης οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, μέμφονται το Εφετείο, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, διότι δεν έλαβε υπόψη την από 28-11-2007 τεχνική έκθεση του νομίμως διορισθέντος υπ' αυτών ως τεχνικού συμβούλου τοπογράφου μηχανικού Α.

Κ. και με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, διότι δεν έλαβε υπόψη την από του μηνός Μαΐου 2007 έκθεση φωτοερμηνείας του αγρονόμου- τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ., τις οποίες (εκθέσεις) νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις ίδιες πιο πάνω προτάσεις τους για την απόδειξη του ουσία αβασίμου της ένδικης αγωγής. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι πιο πάνω τεχνικές εκθέσεις, οι οποίες ρητά μνημονεύονται, σε συνδυασμό με το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής δεν γεννάται καμία απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για την στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του.

Περαιτέρω, οι ως άνω δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι και κατά το μέρος που με αυτούς οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα την αποδεικτική βαρύτητα των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων (τεχνικών εκθέσεων), από τα οποία, κατ' αυτούς, συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-6-2010 αίτηση των Γ., Ε. και Κ. Κ. του Α. περί αναιρέσεως της 287/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ