Supreme Court annuls appeal court decision rejecting claim based on abuse of rights due to insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the appeal court's decision rejecting the appellants' claim regarding the invalidity of a notarial agreement. The lower court dismissed the claim based on an abuse of rights argument without providing specific factual evidence to support this conclusion. Consequently, the Supreme Court found the reasoning insufficient and remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 339, 395, 270§2 and 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a lower court decision if it rejects a claim on the ground of abuse of rights without establishing the specific factual circumstances that render the exercise of the right abusive.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1008 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1008/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γώγο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, το γένος Θ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3 και 4. Ψ4, κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και με την από 24-7-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1410/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 1601/2000 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 580/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 1602/2004 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-7-2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 15-2-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 12 Ιουλίου 2004 αίτησης για αναίρεση της 1602/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις ..., ..., ... και ..., αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της από 19-9-2007 κλήσης τους με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτή (της 19-11-2008) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της εν λόγω κλήσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576§2 Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 339, 395 και 270§2 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ., όπως η τελευταία ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2915/2001 και εφαρμόζεται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει του ότι η ένδικη υπόθεση ήταν εκκρεμής κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (άρθρο 22 παρ. 2) και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 του ίδιου πιο πάνω Κώδικα, προκύπτει, ότι οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου που λαμβάνονται υπόψη ύστερα από προηγούμενη νομότυπη, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κλήτευση του αντιδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λήφθηκαν, αποτελούν, όταν προσκομίζονται στη δίκη που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία και για την οποία έχουν δοθεί, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα.
Προκειμένου, επομένως, να μην υπάρχει αμφιβολία περί του αν λήφθηκαν ή όχι υπόψη οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, πρέπει το δικαστήριο να τις μνημονεύει ειδικά. Η βεβαίωση, λοιπόν, του δικαστηρίου της ουσίας, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αφορά τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο ίδιο, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα (άρθρα 432 επ.
ΚΠολΔ), είτε προκειμένου να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 395 ΚΠολΔ) και όχι τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση περί των αποδεικτικών μέσων που το Εφετείο έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν προκύπτει, ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις με αριθμούς 1470, 1471, 1472, 1473, 1474, 1475 και 1476/27-3-1998, αντίστοιχα, ένορκες, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης βεβαιώσεις τρίτων, τις οποίες επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη της βασιμότητας της από 24-7-1997 αγωγής τους και ανταπόδειξη της μη βασιμότητας της ένστασης των αντιδίκων τους περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος αυτών -αναιρεσειόντων-, τόσο με τις από 10-3-2000 προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η 1601/2000 απόφαση του ίδιου Εφετείου, η οποία αναιρέθηκε με την 580/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, γιατί υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της μη λήψης, δηλαδή, υπόψη, μεταξύ άλλων ένορκων βεβαιώσεων και των προμνημονευόμενων, όσο και με τις από 22-1-2004 προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι στην τελευταία μνημονεύονται ρητά και ειδικά μόνο οι 1469 και 1477/1998, αντίστοιχα, ένορκες βεβαιώσεις τρίτων, τις οποίες έλαβε υπόψη το Εφετείο, ενώ παραλείπεται η αναφορά των ένορκων βεβαιώσεων, που προπαρατέθηκαν, χωρίς να βεβαιώνεται η μη προσκομιδή τους ή ο δικαιολογητικός λόγος για τον οποίο δεν λήφθηκαν αυτές υπόψη.
Ο δεύτερος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια από την παραπάνω αιτία, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.
ΑΠ 33/2005, Ολ. ΑΠ 19/1998, 17/1995). Εξάλλου, η παραπάνω διάταξη, που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημόσιας τάξης εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης, δημόσιας τάξης διατάξεις, όπως είναι εκείνες του Αγροτικού Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα σημεία της, τα ακόλουθα:
Ειδικότερα αποδεικνύεται " ότι οι πιο πάνω Χ1, Χ2 και Χ3, αρχικοί ενάγοντες-εναγόμενοι, εκκαλούντες- εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες, εναχθέντες με την υπ' αριθμ. 2317/1981 αγωγή συμπλήρωσης νόμιμης μοίρας ήρθαν σε συμβιβασμό με τους πιο πάνω Ψ1, Ψ2, Ψ3 και Ψ4, αρχικούς ενάγοντες-εναγομένους, εκκαλούντες-εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσιβλήτους, στα πλαίσια του οποίου, με το με αριθμό ...
προσύμφωνο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευσταθίας Τσώτσου - Βουλγαράκη, υποσχέθηκαν να μεταβιβάσουν σ' αυτούς το επίδικο οικόπεδο, όταν θα εκδιδόταν ο οριστικός τίτλος κυριότητας αυτού, ότι σε αντάλλαγμα της υποσχετικής αυτής παροχής, οι τελευταίοι, με την ... πράξη της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου παραιτήθηκαν από την παραπάνω εκκρεμή αγωγή τους (νόμιμης μοίρας), αναγνώρισαν ως έγκυρη και ισχυρή την πιο πάνω ...
διαθήκη του Θ1 και συναίνεσαν στη διαγραφή της ένδικης τότε αγωγής από τα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου ... Από την υπογραφή τουπαραπάνω προσυμφώνου η πρώτη απ' αυτούς Ψ1 και ο... μετά δε το θάνατο αυτού οι κληρονόμοι του, δεύτερη, τρίτη και τέταρτος από τους εναγομένους επιλήφθηκαν του εν λόγω οικοπέδου, οι δε αντίδικοι καμιά αμφισβήτηση για την μεταξύ τους πιο πάνω σύμβαση δεν διατύπωσαν ποτέ επί δεκατέσσερα (14) περίπου χρόνια και μέχρι το έτος 1996, διατηρώντας μ' αυτούς στενές συγγενικές σχέσεις και παρακολουθώντας αυτούς να κατέχουν και να περιφράσσουν αυτό (οικόπεδο) και να καταβάλουν τους αναλογούντες κοινοτικούς φόρους και τέλη, χωρίς να προβάλουν ποτέ την ακυρότητα του πιο πάνω συμβολαίου.
Με τη μακρά δε αυτή συμπεριφορά τους δημιούργησαν σε εκείνους την εύλογη πεποίθηση, ότι επιθυμούν την τήρηση των μεταξύ τους πιο πάνω συμφωνηθέντων, και για πρώτη φορά το έτος 1996 αμφισβήτησαν το κύρος του προσυμφώνου ασκώντας εναντίον τους την κρινόμενη αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας αυτού (προσυμφώνου).
Η ύστερα απ' αυτά όμως άσκηση της ένδικης αξίωσής τους υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, δεδομένου ότι η τυχόν ακύρωση του ... προσυμφώνου θα προκαλέσει σ' αυτούς (εναγομένους ενισταμένους και ήδη αναιρεσιβλήτους) ανεπανόρθωτη οικονομική βλάβη, αφού οι μεν αντίδικοί τους (ήδη αναιρεσείοντες) θα διατηρήσουν όσα απέκτησαν από το συμβιβασμό, αυτοί, όμως, παραιτηθέντες της περί συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας τους αγωγής και τους σχετικού δικαιώματος, θα χάσουν τα ανταλλάγματα που έλαβαν από το συμβιβασμό και θα υποστούν έτσι υπέρμετρη ζημία στην οικονομική τους κατάσταση.
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση των ενιστάμενων εναγομένων, εκκαλούντων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, απέρριψε την ένδικη από 24-7-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων ως προς την εξεταζόμενη ήδη - και μόνο- επικουρική της βάση περί της αναγνώρισης της ακυρότητας του ...
προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευσταθίας Τσώτσου-Βουλγαράκη λόγω της κατάρτισής του κατά παράβαση των διατάξεων της αγροτικής νομοθεσίας (άρθρο 1 παρ. 1,3 και 4 του α.ν. 431/1968) και, στη συνέχεια, δεχόμενο την έφεση των αναιρεσιβλήτων, κατά το μέρος της που αφορούσε την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα και απέρριψε την προαναφερόμενη αγωγή και ως προς την επικουρική της βάση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από τη νόμιμη βάση της, αφού δέχθηκε, ότι η άσκηση της ένδικης αξίωσης των ήδη αναιρεσειόντων υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, χωρίς συνάμα να δεχθεί τη συνδρομή συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών καθιστώντων καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αξίωσης των αναιρεσειόντων, όπως λ.χ.
την έλλειψη εμφανών υλικών πράξεων στο επίδικο ακίνητο από μέρους αυτών, τον προσδιορισμό της οικονομικής ζημίας των αναιρεσιβλήτων, ενόψει και του ότι δεν διευκρινίζεται, αν στο επίδικο ακίνητο βρίσκεται και η παληά διόροφη οικία και τον προσδιορισμό των επί μέρους δαπανών των τελευταίων και περαιτέρω να δεχθεί, ότι η υπέρβαση των πιο πάνω ορίων είναι προφανής, με την έννοια της πρόκλησης έντονης αδικίας, δηλαδή, εκείνης, που είναι πρόδηλη, αναμφισβήτητη, δημιουργούσα μεγάλη εντύπωση σε σχέση με το όφελος του ασκούντος το δικαίωμα, στοιχείο οπωσδήποτε απαραίτητο για τη θεμελίωση της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης.
Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580§3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 1602/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Και,
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ