Legislator Case Law & Legislation
1007/2025 AI generated

1007/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1007/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1007/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι επί αίτησης αναίρεσης, η οποία ασκείται με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου μετά την 1-1-2016 και στρέφεται κατά απόφασης που έχει δημοσιευθεί μετά την 1-1-2016 χωρίς να έχει επιδοθεί, η προθεσμία για την άσκησή της είναι διετής από τη δημοσίευσή της (ΑΠ 481/2023, ΑΠ 585/2022, ΑΠ 1385/2021, ΑΠ 817/2020).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1007 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1007/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Τ., θυγατέρας Α. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Νικολόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 272/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1819/2016 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ανωτέρω διάδικοι με τις από 28/12/2016 (2) αιτήσεις τους, επί των οποίων εκδόθηκε η 180/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1819/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκε η 4886/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/5/2022 αίτησή του και τους από 20/11/2023 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αίτησης αναίρεσης, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου ν. 4335/ 2015, "οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές", κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι επί αίτησης αναίρεσης, η οποία ασκείται με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου μετά την 1-1-2016 και στρέφεται κατά απόφασης που έχει δημοσιευθεί μετά την 1-1-2016 χωρίς να έχει επιδοθεί, η προθεσμία για την άσκησή της είναι διετής από τη δημοσίευσή της (ΑΠ 481/2023, ΑΠ 585/2022, ΑΠ 1385/2021, ΑΠ 817/2020).

Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/ 2020 (ΦΕΚ A` 104/30.5.2020) ορίζεται ότι "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α` 48/ 31.3.2021) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α' 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Περαιτέρω, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (ΦΕΚ A` 54/09.04.2021) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/ 2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6η.4.2021" (ΑΠ 686/2024, ΑΠ 811/2023, ΑΠ 1232/2023, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 1130/ 2022, ΑΠ 987/ 2022).

Τέλος, στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του Ν. 4963/2022, υπό τον τίτλο "Πεδίο εφαρμογής της αναστολής των προθεσμιών που εισήχθησαν με το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και την παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021", ορίζεται ότι: "1. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α'104) και του πρώτου εδαφίου της περ.

α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας {π.δ. 503/1985 (Α'182), ΚΠολΔ}. 2.

Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/ 2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".

Σκοπός των ρυθμίσεων των ως άνω άρθρων (74 του Ν. 4690/2020 και 83 του Ν. 4790/2021) ήταν τόσο η διασφάλιση των δικαιωμάτων των διαδίκων, με την παροχή σ' αυτούς ενός εύλογου και επαρκούς χρόνου για την άσκηση των δικονομικών τους δικαιωμάτων και την αποτροπή του αιφνιδιασμού τους σε περίπτωση που κάποια δικονομική προθεσμία θα έληγε σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την άρση εκάστης αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, όσο και η θεραπεία λόγω δημοσίου συμφέροντος (δημόσιας υγείας), έτσι ώστε με το διαδικαστικό πλαίσιο της επαναλειτουργίας των δικαστηρίων, μετά τις χορηγηθείσες αναστολές, να διασφαλίζεται η αποτροπή, στο μέτρο του εφικτού, του συνωστισμού στις γραμματείες, στις δικαστικές υπηρεσίες και στα ακροατήρια των δικαστηρίων στο διάστημα αμέσως μετά την άρση της αναστολής.

Ο νομοθέτης αξιολογώντας διαφορετικά κάθε φορά τα δεδομένα εκάστης αναστολής στα πλαίσια της πανδημίας, στην πρώτη περίπτωση της αναστολής από 13-3-2020 έως 31-5-2020, προέκρινε τη χορήγηση προθεσμίας παράτασης τριάντα (30) ημερών για τις προθεσμίες που θα έληγαν μετά την αναστολή αυτή και στη δεύτερη περίπτωση της αναστολής από 7-11-2020 έως 6-4-2021 επέλεξε τη χορήγηση συντομότερης προθεσμίας παράτασης και δη μόνο αυτή των δέκα (10) ημερών για τις προθεσμίες που θα έληγαν μετά την αναστολή αυτή.

Η πρακτική σημασία των παρατάσεων αυτών (30 ημερών και 10 ημερών) εντοπιζόταν για όσες περιπτώσεις δικονομικών προθεσμιών καταλείπετο βραχύ χρονικό περιθώριο ως τη λήξη τους για καθεμία από τις ως άνω χορηγηθείσες αναστολές, ήτοι αφορούσε τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το χρονικό σημείο λήξης της προθεσμίας ενέπιπτε σε χρονικό σημείο μετά την άρση εκάστης αναστολής, το οποίο μετατίθεται κατά τριάντα (30) ημέρες στην πρώτη αναστολή και κατά δέκα (10) ημέρες στη δεύτερη αναστολή.

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων που έληξαν εντός του πρώτου χρονικού διαστήματος αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων (από 13.3.2020 έως 31.5.2020) ή μετά το πέρας αυτής και πριν από την έναρξη της ημερομηνίας της εκ νέου αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων (που διήρκεσε από 7.11.2020 έως 6.4.2021), δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθουν τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (άρθρο 74 Ν. 4690/ 2020), ενώ, αντίθετα, η προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων που έληξαν εντός του δευτέρου χρονικού διαστήματος αναστολής (από 7.11.2020 έως 6.4.2021) ή μετά το πέρας αυτού, δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθουν δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (άρθρα 83 Ν. 4790/2021 σε συνδυασμό με άρθρο 25 Ν. 4792/2021), χωρίς να συνυπολογίζεται, στην τελευταία αυτή περίπτωση, στην προθεσμία άσκησης των ενδίκων μέσων και η ως άνω προθεσμία των τριάντα (30) ημερών, καθότι αυτή εφαρμόζεται μόνο για τις προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων που η λήξη τους ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (χωρίς, δηλαδή, να επακολουθήσει νέο χρονικό διάστημα αναστολής) (ΑΠ 291/2024, ΑΠ 934/2024).

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο όγδοο (παρ. 1) της από 29-1-2022 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 14/29-1-2022) "Υπό την επιφύλαξη της παρ. 3, το χρονικό διάστημα από τις 25 Ιανουαρίου 2022 έως και τις 28 Ιανουαρίου 2022, κατά το οποίο ανεστάλη η λειτουργία δικαστηρίων και εισαγγελιών λόγω ανωτέρας βίας και ειδικότερα λόγω των αιφνίδιων και έντονων καιρικών φαινομένων, δυνάμει των υπ` αρ. 4034/24.1.2022 (Β' 186) και 4035/26.1.2022 (Β' 190) αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης, δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ενώπιον δικαστηρίων και συναφών εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων που έχουν την έδρα ή κατοικία τους στις περιοχές των ανωτέρω αποφάσεων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας (ΑΠ 694/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 27-5-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 4886/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση μετά την έκδοση της υπ' αρ. 180/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αρ. 1819/2016 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου), που έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 272/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της τελευταίας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την έκανε εν μέρει δεκτή.

Περαιτέρω, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η προσβαλλόμενη με αριθμό 4886/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δεν επιδόθηκε από κάποιον από τους διαδίκους στον άλλο, δημοσιεύθηκε στις 30-8-2019 και επομένως η διετής καταχρηστική προθεσμία άσκησης της αναίρεσης (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ) άρχισε στις 31-8-2019, δηλαδή την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης και θα έληγε κανονικά στις 31-8-2021.

Ωστόσο, το χρονικό διάστημα της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (ήτοι 2 μήνες και 18 ημέρες), σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, δεν υπολογίζεται στην προθεσμία άσκησης της αναίρεσης και έτσι, μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής, η προθεσμία αυτή συνέχισε να τρέχει πάλι από 1-6-2020.

Ενδιάμεσα και πριν τη λήξη της, η προθεσμία της αναίρεσης καταλήφθηκε και από τη δεύτερη αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (ήτοι 5 μήνες). Το τελευταίο χρονικό διάστημα επίσης δεν προσμετράται στην προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ. Έτσι, συνολικά δεν υπολογίζεται στην προθεσμία άσκησης της αναίρεσης λόγω των ως άνω αναστολών και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες), χρονικό διάστημα 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ.

α' Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 εδ. α Ν. 4790/2021. Μετά τη λήξη της τελευταίας αυτής αναστολής, η οποία επήλθε στις 6-4-2021 (άρθρο 25 Ν. 4792/2021), η προθεσμία της αναίρεσης συνέχισε για όσο χρονικό διάστημα υπολειπόταν για να συμπληρωθεί και με δεδομένο ότι δεν υπολογίζεται και το χρονικό διάστημα από 25-1-2022 έως και 28-1-2022, κατά το οποίο ανεστάλη η λειτουργία δικαστηρίων και εισαγγελιών λόγω ανωτέρας βίας δυνάμει των υπ` αρ. 4034/24.1.2022 (Β' 186) και 4035/26.1.2022 (Β' 190) αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης, η προβλεπόμενη λήξη της μετατέθηκε στις 3-5-2022 (μετά την παρέλευση και επιπλέον 10 ημερών για τη λήξη της προθεσμίας).

Η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε, με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, στις 31-5-2022, δηλαδή μετά την κατά τα ανωτέρω λήξη της προθεσμίας στις 3-5-2022. Επομένως, η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (εκπροθέσμως ασκηθείσα), οπότε καθίστανται απαράδεκτοι και οι από 20-11-2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, διότι αυτοί δεν έχουν αυθυπαρξία, έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα έναντι της κύριας αίτησης αναίρεσης και συζητούνται υποχρεωτικά μαζί με αυτήν (ΑΠ 841/2024, ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017).

Κατόπιν τούτου, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-5-2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 4886/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και τους από 20-11-2023 πρόσθετους αυτής λόγους.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης