1007/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1007/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα Πετράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 20.12.2020 δήλωση, καθώς και στις από 08.01.2021 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 3η και 5η δεν παραστάθηκαν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1007 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1007/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ» (ΤΠκΔ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Κ. Α. του Ι.,
2) Α. Κ. του Ε., κατοίκων ... Καστοριάς,
3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ» και ήδη «Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της δεύτερης εταιρείας από την πρώτη και
5) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία «HELLENIC POST CREDIT ΑΕΠΠ», που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα,
εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα Πετράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 20.12.2020 δήλωση, καθώς και στις από 08.01.2021 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 3η και 5η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10.03.2014 και 29.08.2016 αιτήσεις των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Καστοριάς και συνεκδικάστηκαν με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο και διά των προτάσεων κύρια παρέμβαση της ήδη 5ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11.10.2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος, 2η και 4η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 11.10.2019 (με αριθμό κατάθεσης 42/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της 30/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», έχει προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 22, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από τις υπ’ αρ. ... και .../11-2-2020 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Δέσποινας Καραμπουρνιώτη, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα το αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ΝΠΔΔ, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου αυτού (αναιρεσείοντος), το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση στους αρμόδιους για παραλαβή, υπαλλήλους των τρίτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον το επισπεύδον τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείον και οι πρώτος, δεύτερη και τέταρτη αναιρεσίβλητοι.
Επομένως, αφού οι λοιποί (3η και 5η ) των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.
[II] Η κρινόμενη από 11.10.2019, αίτηση αναίρεσης κατά της 30/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, μόνον κατά τις διατάξεις της που αφορούν τον αιτούντα Κ. Α., ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων επί εφέσεως κατά της 209/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καστοριάς και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε την 16.09.2019, η δε αναίρεση ασκήθηκε στις 15.10.2019, ήτοι εντός της προθεσμίας των 30 ημερών που τάσσει το άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
[III] Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ορίζεται ότι «φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο Δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής». Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι «ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές».
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του όρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι «με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται». Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που «θέλει» την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης, ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Τέλος, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι’ αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 65/2017).
Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και επομένως παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων των προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει: (α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, (β) το χρόνο που τα συμφώνησε, (γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και (δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, «...οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας», σύμφωνα δε με τον αριθμό 6 του άρθρου αυτού, όπως το εν λόγω άρθρο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που άρχισε να ισχύει από 01.01.2016 και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την ημερομηνία αυτή (άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται απλώς με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1361/2013).
[IV] Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ερευνώμενου μοναδικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι με την από 10.03.2014 αίτησή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καστοριάς, ο αιτών Κ.
Α., ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, ζήτησε, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών αυτού προς τους διαλαμβανόμενους στην αίτηση πιστώτές του, μεταξύ των οποίων και το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, αφενός τη ρύθμιση των χρεών αυτής, κατά το Ν. 3869/2010, προς το σκοπό της απαλλαγής της απ’ αυτά και αφετέρου, την εξαίρεση από την εκποίηση του ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που αυτός υποβάλλει, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και η οικογενειακή του κατάσταση.
Η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Α. Κ. (σύζυγος του πρώτου), στρεφόμενη κατά της πέμπτης των ήδη αναιρεσιβλήτων πιστωτριών (EUROBANK ERGASIAS AE), με την από 29.06.2016 αίτησή της, ενώπιον του ίδιου ως άνω ειρηνοδικείου, ζήτησε την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα σ’ αυτήν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Καστοριάς), με την υπ’ αριθμόν 209/2017 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω αιτήσεις, τις δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμες, μετά από απόρριψη ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης της προβληθείσας από το καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτήν.
Το καθ’ ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ» ζήτησε με την από 26.01.2018 έφεσή του, την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, προκειμένου να απορριφθεί η αίτηση του εφεσίβλητου Κ. Α. ως προς αυτό (εκκαλούν), επικαλούμενο την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Στη συνέχεια, αφού εκδικάστηκε αντιμωλία του εκκαλούντος και των πρώτου και δεύτερου των εφεσιβλήτων και ερήμην των λοιπών η έφεση, το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο έκανε τυπικά δεκτή την έφεση αλλά την απέρριψε κατ’ ουσία, αφού προηγουμένως κατά την έρευνα του τρίτου λόγου της έφεσης έκρινε ότι η ως άνω ένσταση δόλου έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, πλην όμως, παρά την εσφαλμένη αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης που την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενόψει του ότι το αιτιολογικό της εκκαλουμένης απόφασης ήταν ορθό, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης με τον οποίο παραπονείτο ο καθ’ ού για την απόρριψη της εν λόγω ένστασης.
[V] Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της από 11.10.2019 ένδικης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον νπδδ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς, με το να δεχτεί ότι συντρέχει στην περίπτωση του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τους πιστωτές του, η οποία αδυναμία δεν οφείλεται σε δόλο του, αλλά είναι συνέπεια της υπερχρέωσης αυτού σε συνδυασμό με τη μείωση του εισοδήματός του και την αύξηση των βιοτικών αναγκών του, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ, με ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κρίσης του περί μη οφειλόμενης σε δόλο του πρώτου αναιρεσίβλητου περιέλευσής του σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής, κατά τα γενόμενα δεκτά απ’ αυτήν και να απορρίψει τον τρίτο κατά σειρά λόγο εφέσεώς του, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη της ένστασής του, περί δολίας περιελεύσεως του αιτούντος ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας του στοιχεία και ειδικότερα: (α) τα εισοδήματα του αναιρεσιβλήτου κατά το έτος ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων, (β) το χρονικό σημείο συνομολόγησης των δανείων του με τους λοιπούς – πλην του ΤΠΚΔ – πιστωτές του, (γ) εαν κατά το χρόνο συνομολόγησης των δανείων εργαζόταν η σύζυγός του και (δ) πότε η σύζυγός του αντιμετώπισε αδυναμία ανεύρεσης εργασίας από τα οποία (στοιχεία) σε κάθε περίπτωση τα δύο πρώτα ήταν αναγκαία προκειμένου να κριθεί αν πράγματι αυτός ήταν σε θέση να πληρώσει τα συνομολογηθέντα δάνεια με βάση τα εισοδήματά του, κατά το χρόνο συνομολόγησης και εν τέλει να κριθεί το στοιχείο του δόλου.
Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της υπ’ αριθμ. 20-9/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καστοριάς (φύλλο 7ο αυτής), το αναιρεσείον προέβαλε ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, ισχυριζόμενο (το πρώτο καθ'ου ήδη αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων) ότι ο αιτών έλαβε πιστωτικά προϊόντα δημιουργώντας χρέη υπέρμετρα σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση, αφού το εισόδημά του κατά το χρονικό διάστημα του δανεισμού, αλλά και μέχρι σήμερα, προερχόταν και προέρχεται αποκλειστικώς από το μηνιαίο μισθό τους ως αρχιφύλακα, μολονότι γνώριζε ότι στο μέλλον θα αδυνατούσε να τα καλύψει αποδεχόμενος ως πιθανό αποτέλεσμα την πληρωμής και αψηφώντας τις συνέπειες. Η παραπάνω ένσταση, αφού κρίθηκε ότι είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1 Ν. 3869/2010. Ακολούθως, μετά από έρευνα των αποδεικτικών στοιχείων, όσον αφορά τον αιτούντα πρώτο αναιρεσίβλητο απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Στη συνέχεια, το αναιρεσείον με την προαναφερόμενη έφεσή του επανέφερε την ως άνω ένστασή του με σχετικό λόγο εφέσεως, όσον αφορά εν προκειμένω τον αιτούντα-πρώτο αναιρεσίβλητο και η υπ’ αριθμ. 30/2019 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, έκρινε για το ενδιαφέρον εν προκειμένω αυτό θέμα ότι:
«| Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο έφεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από το εκκαλούν η πλημμέλεια ότι το δικάσαν Ειρηνοδικείο, με το να κρίνει απορριπτέα την προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένστασή του περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη εφεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων (α) 1 παρ.1 του ν. 3869/2010 περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και (β) 330 ΑΚ, καθώς ο αιτών και ήδη εφεσίβλητος παρά το χαμηλό του εισόδημα, λάμβανε συνεχώς καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες από πιστωτικούς οργανισμούς και υποβαλλόταν σε υπέρογκες δαπάνες, ενώ τα εισοδήματά του προέρχονται αποκλειστικά και μόνο από το μηνιαίο μισθό που λαμβάνει ως αστυνομικός και επομένως, ενώ γνώριζε ότι είναι ενδεχόμενη η αδυναμία πληρωμής των χρεών του αποδέχθηκε την εν λόγω αδυναμία πληρωμής.
Με αυτό το περιεχόμενο, ο ως άνω λόγος τυγχάνει αβάσιμος καθώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού, η προβληθείσα ως άνω ένσταση τυγχάνει αόριστη διότι το εκκαλούν, που είχε κατά το νόμο το βάρος της επίκλησης και απόδειξης του δόλου του οφειλέτη, παραλείπει να αναφέρει το αρχικό και τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε να λάβει, το χρόνο που τα συμφώνησε και κυρίως τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών (ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες), ώστε με βάση τα δεδομένα αυτά να καταστεί δυνατόν να κριθεί αν προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Εφόσον λοιπόν η ως άνω ένσταση είναι αόριστη, έπρεπε ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η προσβαλλόμενη απόφαση την απέρριψε αλλά ως ουσιαστικά αβάσιμη. Παρά όμως, την εσφαλμένη αιτιολογία της, το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ορθό και συνεπώς, ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει ν’ απορριφθεί, ως αβάσιμος».
Όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ως άνω λόγος αναίρεσης στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι ο ως άνω λόγος απορρίφθη από το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο ως ουσιαστικά αβάσιμος, ενώ αυτός απορρίφθηκε ως απαράδεκτος και συνεπώς απαραδέκτως προβάλλεται εφόσον ο λόγος από τον αριθμό 19 δεν προβάλλεται όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, την αίτηση, ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο, ή για άλλο τυπικό λόγο, ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης στο ζήτημα αυτό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ανεξαρτήτως και πέραν αυτού, ο λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά το μέρος του με το οποίο αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση ότι απέρριψε, με ελλιπείς αιτιολογίες, την προαναφερθείσα ένσταση ως απαράδεκτη – λόγω της αοριστίας της – , ενώ το Ειρηνοδικείο Καστοριάς την είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ’ ουσία, είναι, απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται ποία επίδραση είχε η αιτιολογία αυτή στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
[VI] Περαιτέρω, καθόσον αφορά στις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στο δεύτερο σκέλος του λόγου αναίρεσης περί ελλιπών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών αναφορικά με τη σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών του ήδη αναιρεσείοντος κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων του και κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| Ο πρώτος των εφεσιβλήτων – αιτών, Κ. Α., ο οποίος γεννήθηκε στις 20.11.1968, είναι αστυνομικός, στην ... με το βαθμό του Αρχιφύλακα, λαμβάνοντας μισθό 1.413,14 ευρώ, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αναλυτικό σημείωμα αποδοχών του μηνός Μαϊου 2017. Είναι παντρεμένος με τη δεύτερη των εφεσιβλήτων (Α. Κ.), η οποία γεννήθηκε στις 23.05.1971, έχουν αποκτήσει δε δύο τέκνα, ένα άρρεν ήδη ενήλικο τέκνο, το οποίο γεννήθηκε στις 13.06.1998 και ένα θήλυ ανήλικο τέκνο, το οποίο γεννήθηκε στις 05.03.2008.
Η σύζυγος του πρώτου εφεσιβλήτου (δεύτερη εφεσίβλητος) ήταν άνεργη κατά την κατάθεση της αίτησής της και εγγεγραμμένη στο μητρώο του ΟΑΕΔ από την 30.11.2015, ωστόσο πλέον εργάζεται ως εργάτρια γούνας και λαμβάνει μισθό ύψους 290.30 ευρώ καθαρά, όπως προκύπτει από την από 03.05.2017 βεβαίωση εργοδότη της εταιρίας "...
ΑΒΕΕ". Περαιτέρω, ο πρώτος των εφεσιβλήτων κατοικεί σε ιδιόκτητη οικία μαζί με τη σύζυγό του (δεύτερη των εφεσιβλήτων) και την ανήλικη κόρη τους, ενώ ο ενήλικος υιός τους, Ι. Α., από την 23.09.2016, γράφτηκε στο ΙΕΚ Πτολεμαϊδας, όπου έχει ολοκληρώσει το Α'εξάμηνο (από τα συνολικά πέντε) στην ειδικότητα του «τεχνικού αισθητικού ποδολογίας – καλλωπισμού νυχιών και ονυχοπλαστικής», για το λόγο δε αυτό ο πρώτος των εφεσιβλήτων μίσθωσε ένα διαμέρισμα στην Πτολεμαϊδα έναντι μηνιαίου μισθώματος ύψους 250 ευρώ, στο οποίο διαμένει ο υιός του.
Περαιτέρω, ο πρώτος των εφεσιβλήτων διαθέτει τα εξής περιουσιακά στοιχεία:
(Α) Ένα αυτοτελές και ανεξάρτητο διαμέρισμα πρώτου ορόφου πάνω από το ισόγειο, κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα μικτού εμβαδού 114 τμ, σε οικοδομή, κείμενη στο υπ’ αριθμ. … επί της οδού ... αρ. …, στη ... Νομού Καστοριάς, όπου κατοικεί. Η αντικειμενική αξία του εν λόγω διαμερίσματος ανέρχεται στο ποσό των 32.319 ευρώ. Η ως άνω αντικειμενική αξία δεν υπερβαίνει το όριο της αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά ποσοστό 50%, που απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεση της παραπάνω κατοικίας από την εκποίηση.
(Β) Έναν αυτοτελή και ανεξάρτητο αποθηκευτικό χώρο-βοηθητικό χώρο, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, εμβαδού 80 τ.μ. κείμενο στο υπόγειο της οικοδομής, η αντικειμενική αξία του ποσοστού επί του εν λόγω ακινήτου είναι 1.890 ευρώ. Η συνολικά αντικειμενική αξία του διαμερίσματος και του αποθηκευτικού χώρου ανέρχεται στο ποσό των 34.209 ευρώ.
(Γ) Τέλος, ο πρώτος των εφρεσιβλήτων είναι ιδιοκτήτης ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου, με αριθμό κυκλοφορίας ..., εργοστασίου κατασκευής SΕΑΤ, έτους πρώτης κυκλοφορίας 1999, το ανωτέρω όχημα του πρώτου των εφεσιβλήτων δεν κρίνεται πρόσφορο για εκποίηση λόγω της μικρής αξίας του, αλλά και επιπλέον, επειδή δεν αναμένεται να προσελκύσει αγοραστικό ενδιαφέρον με βάση τα χαρακτηστικά του (τύπος, παλαιότητα), την πασίδηλη γενική οικονομική δυσπραγία, είναι άλλωστε, το μοναδικό μεταφορικό μέσο του αιτούντος και χρησιμεύει για τις μετακινήσεις του ιδίου στην εργασία του, καθώς και για τις μετακινήσεις της οικογένειάς του. Λαμβάνονται υπόψη δε σε κάθε περίπτωση και τα έξοδα εκποίησης, όπως αμοιβή εκκαθαριστή κλπ, που μειώνουν αισθητά τα οφέλη από τυχόν ρευστοποίησή του.
Συνεπώς , κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να διαταχθεί η κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 του Ν. 3869/2010 εκποίησή του.
Ως εκ τούτου, η εκκαλουμένη, που έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός τέταρτος λόγος της έφεσης πρέπει ν’ απορριφθεί.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων είχε αναλάβει τα παρακάτω ληξιπρόθεσμα κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα χρέη και ειδικότερα:
(1) προς το εκκαλούν, Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, από στεγαστικό δάνειο, που χορηγήθηκε το 2005, οφείλει το ποσό των 85.208,08 ευρώ,
(2) ως προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» από καταναλωτικό δάνειο, που χορηγήθηκε οφείλει το ποσό των 58.608,83 ευρώ,
(3) προς το Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, του οποίου καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης είναι η «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE», από δάνεια που του χορηγήθηκε με την ..... σύμβαση, οφείλει το ποσό των 4.629,22 ευρώ, με την ... σύμβαση, οφείλει το ποσό των 2.438,51 ευρώ, από στεγαστικό δάνειο, με την … σύμβαση, οφείλει το ποσό των 13.456,32 ευρώ και
(4) προς το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, του οποίου ειδική διάδοχος είναι η «Ηellenic Post Credit», από την πίστωση που του χορηγήθηκε οφείλει το ποσό των 5.045,77 ευρώ.
Για την οφειλή προς το (α) εκκαλούν, (β) την «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ» και (γ) την «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE» για την τρίτη οφειλή του προς την τελευταία (στεγαστικό δάνειο), έχει εγγραφεί εμπράγματη ασφάλεια υπέρ αυτών. Το ύψος των ως άνω οφειλών του πρώτου των εφεσιβλήτων αποδεικνύεται από [...]. Οι συνολικές οφειλές του αιτούντος ανέρχονται σε 169.386,73 ευρώ.
Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι λόγω της υπερχρέωσής του από το μεγάλο αριθμό δανείων που έχει λάβει και το ύψος των μηνιαίων δόσεων που απαιτούνται για την εξυπηρέτησή τους, έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ανωτέρω ληξιπροθέσμων οφειλών του, η οποία προέκυψε ότι δεν οφείλεται σε δόλο, δοθέντος του ότι κατά τα προηγούμενα έτη, που ανέλαβε τις ως άνω περιγραφόμενες δανειακές υποχρεώσεις, είχε επαρκές εισόδημα, το οποίο έχει υποστεί μείωση τα τελευταία χρόνια, ιδίως λόγω των συνεχών μειώσεων του μισθού του και της νομοθετικής κατάργησης των δώρων στο πλαίσιο της γενικότερης περικοπής των δαπανών στο δημόσιο τομέα.
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη συγκριτική επισκόπηση των φορολογικών δηλώσεων των τελευταίων ετών, το οικονομικό έτος 2011 (χρήση 2010) είχε εισόδημα 21.737,75 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012 (χρήση 2011) είχε εισόδημα 20.381,42 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013 (χρήση 2012) είχε εισόδημα 19.397,83 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013) είχε εισόδημα 17.811,86 ευρώ, χωρίς αντιθέτως να έχει μειωθεί, αναλογικά, το μηνιαίο κόστος διαβίωσής του και της οικογενείας του, το οποίο συνεχώς αυξάνεται με βάση την παρούσα οικονομική συγκυρία και τα διδάγματα κοινής πείρας (έκτακτη φορολογία, αύξηση τιμών ειδών πρώτης ανάγκης, πετρελαίου, επιβολή ΕΝΦΙΑ κλπ).
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το φορολογικό έτος 2015, το εισόδημά του μπορεί να παρουσίασε μία μικρή αύξηση, ωστόσο, παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα συγκριτικά με τα προηγούμενα έτη και ανήλθε στο ποσό των 19.127,34 ευρώ, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τον ίδιο εκκαθαριστικά.
Συνεπώς, ο πρώτος των εφεσιβλήτων οδηγήθηκε σε αδυναμία να πληρώνει τα ληξιπρόθεσμα χρέη του, η δε εν λόγω αδυναμία πληρωμής του, κατά το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησής του, ήταν μόνιμη και διαρκής, δοθέντος του ότι δεν έχει τη δυνατότητα να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των πιστωτών του και να εξυπηρετεί τις οφειλές του, χωρίς να διαφαίνεται βασίμως ότι θα αναστραφεί αυτή η κατάσταση.
Η αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας του πρώτου των εφεσιβλήτων και των οφειλών του κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί, σε συνδυασμό με την αρνητική οικονομική συγκυρία, ενώ παράλληλα οι δανειακές υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς, λόγω της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας.
Επομένως, ο πρώτος των εφεσιβλήτων έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμών, στην οποία οδηγήθηκε ελλείψει δόλου, καθώς δε γνώριζε κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, τις οποίες μάλιστα, για αρκετά έτη εξυπηρετούσε. Θεωρούσε δε, ότι μπορούσε να ανταποκριθεί σε αυτές του τις υποχρεώσεις , με βάση τα υψηλότερα, κατά την ανάληψη των χρεών εισοδήματά του, ενώ δεν ήταν σε θέση να προβλέψει τη μείωση του εισοδήματός του, αλλά και την αδυναμία της συζύγου του στην ανεύρεση εργασίας, λόγω της οικονομικής κρίσης, η οποία έχει πλήξει κάθε τομέα της ελληνικής οικονομίας, γεγονότα τα οποία δεν μπορούσε να προβλέψει και τον οδήγησαν σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του.
Συνεπώς, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι ο πρώτος των εφεσιβλήτων δεν ευθύνεται για την υπερχρέωσή του. Η εν λόγω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται, εξάλλου και από το γεγονός ότι τα χρέη του πρώτου των εφεσιβλήτων, κινούνται σε φυσιολογικά και συνήθη για την ελληνική πραγματικότητα ποσά κατά το χρόνο της ανάληψής τους, που εύλογα θεωρούσαν ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα μπορούσαν ν'αποπληρώσουν.
Ως εκ τούτου, συντρέχουν στο πρόσωπο του πρώτου των εφεσιβλήτων οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν.3869/2010 και ειδικότερα, σ’ αυτές του άρθρου 8 παρ.2 , όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 16 του ν. 4161/2013 (και χωρίς τροποποιήσεις του Ν. 4336/2015, που ισχύουν για τις αιτήσεις που κατατέθηκαν μετά τις 19.08.2015), για μηνιαίες καταβολές.
Εξάλλου, λαμβανομένου υπόψη των βιοτικών αναγκών του πρώτου εφεσιβλήτου της συζύγου του και των τέκνων τους, τα οποία αποτελούν προστατευόμενα μέλη (για διατροφή, ΔΕΗ, θέρμανση, ύδρευση, τηλεφωνία, ένδυση, υπόδηση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στο βαθμό που δεν καλύπτονται από κάποιο ασφαλιστικό φορέα, κόστος μετάβασης στο τόπο εργασίας, μίσθωμα για την οικία του υιού στον τόπο φοίτησης κλπ.), το ποσό, που είναι αναγκαίο να δαπανάται μηνιαίως ως συνεισφορά του για την κάλυψη των οικογενειακών δαπανών, ανέρχεται στο ποσό των 1.083,14 ευρώ, επομένως το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ορθώς ότι το προς διάθεση στους πιστωτές ποσό από τον πρώτο των εφεσιβλήτων ανέρχεται στο ποσό των 330 ευρώ το μήνα […]|».
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους λόγους της από 26.01.2018 έφεσης του αναιρεσείοντος νπδδ κατά της πρωτόδικης υπ’ αριθμ. 209/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καστοριάς, που είχε κρίνει παρομοίως. Κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος (στο δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου της αναιρέσεως του), η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών του πρώτου αναιρεσιβλήτου τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης των δανείων του όσο και κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησής του, έτσι ώστε να στερείται νόμιμης βάσης επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι της χωρίς δόλο περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον αιτιάσεις, ήτοι ότι δεν εκτίθενται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης:
(α) τα εισοδήματα του αναιρεσίβλητου κατά το έτος ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων,
(β) το χρονικό σημείο συνομολόγησης των δανείων του με τους λοιπούς-πλην του ΤΠΚΔ – πιστωτές του,
(γ) εάν κατά το χρόνο συνομολόγησης των δανείων εργαζόταν η σύζυγός του και
(δ) πότε η σύζυγός του αντιμετώπισε αδυναμία ανεύρεσης εργασίας, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, εφόσον, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως ήδη προαναφέρθηκε εξειδικεύονται αναλυτικά, οι δανειακές συμβάσεις στις οποίες ο αναιρεσείων συνεβλήθη, το εισόδημά του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, η οικογενειακή και περιουσιακή του κατάσταση, όπως και ότι δεν μπορούσε να προβλέψει την μείωση του εισοδήματός του, την αδυναμία της συζύγου του να ανεύρει εργασία και εντέλει το ενδεχόμενο αδυναμίας αποπληρωμής των υποχρεώσεών του.
Επομένως, κρίνοντας ως άνω το Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς, που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από τις πιο πάνω παραδοχές, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αιτιολόγησε πλήρως, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 του Ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, το δε αποδεικτικό του πόρισμα, όσον αφορά την χωρίς δόλο υπερχρέωση και περιέλευση σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών του πρώτου αναιρεσίβλητου έχει νόμιμη βάση.
[VII] Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 30/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, μόνο ως προς τον αιτούντα – πρώτο αναιρεσίβλητο Κ. Α., πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ.3 εδάφ.β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο «Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται», που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 426/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.10.2019 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 42/15-10-2019 αίτηση του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων για αναίρεση της 30/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, που δίκασε ως Εφετείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης
αποχωρησάσης
από την Υπηρεσία
η αρχαιότερη της
συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ
Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουλίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ