Legislator Case Law & Legislation
1007/2020 AI generated

1007/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1007/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1007 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Legislator headnote

AI generated

1007/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1007 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Keywords

AI generated
majority shareholder dismissal for economic reasons exclusion of shareholder unemployment benefits for executives share ownership profit sharing entitlement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1007 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 1007/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "E.C. Ι. Κ. Ε." και το δ.τ. "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Η.Α. του Η. ως εταίρου και διαχειριστή της ως άνω εταιρείας, 3) Γ. Α. του Η., ως εταίρου της ως άνω εταιρείας, 4) Α. Α. του Η., ως εταίρου της ως άνω εταιρείας και 5) Π. Α. του Η., ως εταίρου της ως άνω εταιρείας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κ. Τ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Β. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ως εταίρου της ως άνω αναιρεσείουσας εταιρείας "E. C.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Θεοδωρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2016 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1443/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6777/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-10-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 12.10.2018 και αριθ. εκθ. καταθ 96227/150/2018 αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 6777/2018 οριστικής απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επί της από 15.1.2017 εφέσεως που άσκησαν οι αναιρεσείοντες ως εκκαλούντες κατά της με αριθμό 1443/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η από 22.4.2016 και με αριθμό καταθ. 6307/430/2016 αίτηση της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ1 του Ν.4072/2012 με το οποίο εισήχθη ο εταιρικός τύπος της Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρίας "Απόφαση της συνέλευσης των εταίρων που λήφθηκε με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό ή κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας υπό τους όρους του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα, ακυρώνεται από το δικαστήριο. Η ακύρωση μπορεί να ζητείται από το διαχειριστή, καθώς και από κάθε εταίρο που δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση, με αίτηση που υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την καταχώρισή της στο βιβλίο πρακτικών. Ο αιτών μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο το διορισμό ειδικού εκπροσώπου της εταιρείας για τη διεξαγωγή της δίκης. Η τελεσίδικη απόφαση περί ακυρότητας ισχύει έναντι πάντων. Αν η προσβαλλόμενη απόφαση της συνέλευσης καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ., καταχωρίζεται και η δικαστική απόφαση που την ακυρώνει". Κατά δε το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που εισβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη, ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας . Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του. Τέλος για την κατάφαση της καταχρηστικότητος δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ Α.Π. 16/2006,ΑΠ 1871/2014) Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που διαλαμβάνονται περιοριστικά στην υπόψη διάταξη και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα λόγος (ΑΠ 82/2011, ΑΠ1130/2009), ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος. Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σε αυτή και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή, αντίθετα, έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 314/ 2004). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, ανάλογη του άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ το οποίο προστέθηκε με το άρθρο τρίτο ν. 4335/23-7-2015 και εν προκειμένω ,ως εκ του χρόνου κατάθεσης αναίρεσης, ισχύει (βλ.άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου), αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δεν θεμελιώνεται όταν ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός είναι αόριστος ή μη νόμιμος.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παραδεκτά προβληθέντα με τις προτάσεις τους λόγο έφεσης περί αοριστίας της ένδικης αίτησης και με το δεύτερο σκέλος του ότι, σε κάθε περίπτωση, υπέπεσε στην εκ του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, διότι, κρίνοντας την ένδικη αίτηση ορισμένη, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 74 παρ1 του Ν.4072/2012.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με τις προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (10.11.2018) ενώπιον του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου, στις οποίες επιτρεπτώς, είχαν ενσωματωθεί αυτουσίως, αποτελώντας ενιαίο μετ'αυτών κείμενο οι ενώπιον του Ειρηνοδικείου προτάσεις, καλυπτόμενες από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου των ήδη αναιρεσειόντων ως εκκαλούντων (ΑΠ 258/2019) νομοτύπως οι τελευταίοι, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 764 και 240 ΚΠολΔ (ΑΠ207/2019) με πρόσθετο, κατ' εκτίμηση του Αρείου Πάγου, λόγο έφεσης επανέφεραν τον περί αοριστίας της ένδικης αίτηση λόγω των επικαλούμενων απ' αυτούς ελλείψεων του δικογράφου αυτής ισχυρισμό τους πλην όμως ανεξαρτήτως τούτου, ο λόγος αυτός αναίρεσης αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον ο επαναφερθείς, κατά τα ανωτέρω με πρόσθετο λόγο έφεσης ισχυρισμός περί αοριστίας της αίτησης λόγω των αναφερόμενων ελλείψεων δεν ήταν νόμιμος, δεδομένου ότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες, ως ελλείψεις του δικογράφου της, συνεπαγόμενες την αοριστία αυτής δεν συνιστούσαν τέτοιες. Και τούτο διότι, στην ενώπιον του Ειρηνοδικείου ασκηθείσα αίτηση, διαλαμβάνονται με πληρότητα τα στοιχεία που απαιτούνται για την θεμελίωσή της στην ως άνω διάταξη του άρθρου 74 παρ.1 του Ν.4072/2012 και ειδικότερα: ο χρόνος ίδρυσης της εταιρίας, το κεφάλαιο που καταβλήθηκε, ο σκοπός, η έδρα της, τα ποσοστά συμμετοχής ενός εκάστου των εταίρων, η κατά πλειοψηφία προς βλάβη των συμφερόντων της αιτούσας ληφθείσα απόφαση της από 27.12.2015 έκτακτης γενικής συνέλευσης, με την οποία, σε αντίθεση με την απόφαση της από 20. 9.2015 τακτικής γενικής συνέλευσης καθορίστηκαν για την προσφερομένη από τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτη των καθών προσωπική τους εργασία στην πρώτη των αναιρεσειόντων εταιρία αδικαιολόγητα υψηλές αμοιβές για το έτος 2015 με προέγκριση για το έτος 2016 εν σχέσει με το χρόνο λειτουργίας, τις ζημίες και τα χαμηλά κέρδη της εταιρίας καταφανώς δυσανάλογες με την απόδοση και τον κύκλο εργασιών της και η συνδεόμενη με αυτή βλάβη στα συμφέροντα της αιτούσας. Οι επικαλούμενες ως "ελλείψεις" του δικογράφου της αίτησης που συνίστανται στο ότι δεν αναγράφονται στο δικόγραφο της: α) το ποσό των καθαρών απολαβών του εταίρου, β) η φύση των καθηκόντων του, γ) ο βαθμός, ο χρόνος και η ένταση της απασχολήσεώς του, δ) ο βαθμός αναλήψεως ευθυνών εκ μέρους του και η ειδικότερη φύση τους, ε)η συνδρομή ή μη ειδικών προσόντων στο πρόσωπο του, στ)το αποτέλεσμα της εργασίας του και ζ) ο καθορισμός του ύψους στο οποίο οφείλει να κυμαίνεται η κατά την ίδια εύλογη αμοιβή, με μνεία και αναφορά στην αμοιβή προσώπων που απασχολούνται υπό παρόμοιες συνθήκες και περιστάσεις ... .

Συνεπώς οι αναφερόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις, τόσο ως προς το πρώτο σκέλος, με το οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο κατά τα όσα αναλυτικά στο δικόγραφο της αναίρεσης εκθέτουν, ότι δεν έλαβε υπόψη του τον με τις προτάσεις τους ενώπιον του εφετείου επαναφερόμενο με λόγο έφεσης ισχυρισμό τους, με τον οποίο προέβαλαν δικονομικό απαράδεκτο για την, λόγω των ελλείψεων αυτών, αοριστία της αίτησης, όσο και ως προς το δεύτερο σκέλος με το οποίο οι ίδιοι διατείνονται, ότι συντρέχει ευθεία παραβίαση του άρθρου 74παρ1 του Ν.4072/2012, επειδή δεν παρατίθενται στο δικόγραφο της αίτησης τα ως άνω στοιχεία, τα οποία από τους τελευταίους επισημαίνονται ως "ελλείψεις", δεν στοιχειοθετούν τους από τους αριθμούς 5 και 1 αντίστοιχα αναιρετικούς λόγους του άρθρου 560ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π.9/2016,). Επομένως, ο λόγος αυτός από το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, εάν το σφάλμα της ελάσσονος πρότασης αναφέρεται σε γεγονότα που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς, καθώς και εκείνα που θεμελιώνουν αλυσιτελή ισχυρισμό, δηλαδή ισχυρισμό, που και αν δεν τον λάμβανε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας θα κατέληγε στο ίδιο διατακτικό (Ολ.Α.Π. 24/1992 ΑΠ336/2019).

Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης του νόμου λόγω ανεπαρκούς και ασαφούς αιτιολογίας που διέλαβε η προσβαλλομένη σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα αν, η προσβαλλομένη, κατά πλειοψηφία ληφθείσα, απόφαση της Γ.Σ της πρώτης των αναιρεσειόντων σχετικά με το ύψος των αμοιβών που καθόρισε η προσβαλλομένη απόφαση για τον δεύτερο τρίτο και τέταρτη εταίρους αυτής και αντίστοιχους ήδη αναιρεσείοντες υπερέβη τα από το άρθρο 281ΑΚ τιθέμενα όρια.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, ως προς το πληττόμενο με τον λόγο αυτό μέρος της δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του ως αποδειχθέντα, τα εξής: "Η πρώτη των καθ' ων και ήδη εκκαλούντων είναι ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία (Ι.Κ.Ε.), η οποία συστήθηκε νόμιμα δυνάμει της από ... πράξης σύστασης, που καταχωρήθηκε την ... λαμβάνοντας αριθμό καταχώρισης και ΓΕΜΗ .... Σκοπός της εν λόγω εταιρείας είναι, μεταξύ άλλων, η λειτουργία και εκμετάλλευση ιδιωτικού κέντρου τεχνικού ελέγχου οχημάτων (Ι.Κ.Τ.Ε.Ο.), λειτουργεί δε πράγματι ένα τέτοιο κέντρο από τον Ιούλιο του 2014 σε εγκαταστάσεις της στο ..., όπου είναι και η έδρα της. Το κεφάλαιο της εταιρείας ανέρχεται σε 100.000,00 ευρώ, αποτελούμενο από 100 εταιρικά μερίδια, ονομαστικής αξίας 1.000,00 ευρώ το καθένα, το οποίο εισφέρθηκε από τους 5 εταίρους της (αιτούσα - εφεσίβλητη, 2°, 3°, 4η και 5η των καθ' ων - εκκαλούντες) σε μετρητά. Η αιτούσα κατέχει 30 εταιρικά μερίδια και ποσοστό 30% του κεφαλαίου, ο δεύτερος των καθ' ων (θείος της αιτούσας) κατέχει 25 εταιρικά μερίδια και ποσοστό 25% και καθένας από τους λοιπούς (τέκνα του δεύτερου καθού) κατέχει 15 εταιρικά μερίδια και ποσοστό 15% του κεφαλαίου. Διαχειριστής της καθ' ης εταιρείας ορίσθηκε ο δεύτερος καθ' ου, Η. Α., ο οποίος υπήρξε επί πολλά έτη συνεταίρος του πατέρα της αιτούσας, Θ. Κ., σε επιχείρηση συνεργείου αυτοκινήτων. Ο τελευταίος είναι εγγυητής σε σύμβαση δανείου που συνήψε το έτος 2014 η καθ' ης εταιρεία με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ποσού 177.707,35 ευρώ, και προς εξασφάλιση της απαίτησης αυτής της ΕτΕ έχει εγγράφει σε ακίνητα ιδιοκτησίας του προσημείωση υποθήκης. Την 20.09.2015 έλαβε χώρα η ετήσια συνέλευση των εταίρων της καθ' ης εταιρείας με θέματα την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας για τη χρήση 06.08.2013 - 31.12.2014, την απαλλαγή του διαχειριστή από κάθε ευθύνη και την αμοιβή των 2ου, 3ου και 4ηετων καθ' ων για την προσωπική τους εργασία στην εταιρεία. Στη συνέλευση αυτή, όπου η αιτούσα εκπροσωπήθηκε από εξουσιοδοτημένο για τον σκοπό αυτό τρίτο πρόσωπο και οι λοιποί εταίροι ήταν παρόντες, εγκρίθηκαν οι οικονομικές καταστάσεις και απαλλάχθηκε ομόφωνα ο διαχειριστής από κάθε ευθύνη αποζημίωσης, όσον δε αφορά στο θέμα της αμοιβής των ανωτέρω καθ' ων, αποφασίσθηκε ομόφωνα πως αυτοί θα αποζημιωθούν αναλόγως της εργασίας τους όταν οι συνθήκες, οι ταμειακές ροές και η οικονομική κατάσταση της εταιρείας το επιτρέψουν. Ακολούθως, κατόπιν πρόσκλησης του διαχειριστή της καθ' ης εταιρείας και απόρριψης αιτήματος της αιτούσας για αναβολή, συνήλθε την 27.12.2015 έκτακτη συνέλευση των εταίρων της καθ' ης εταιρείας, με θέματα ημερήσιας διάταξης τον ορισμό αμοιβής των 2ου των καθ' ων ως διαχειριστή, του 3ου των καθ' ων ως υποδιευθυντή - οικονομικού διευθυντή και της 4φ των καθ' ων ως διευθύντριας εξυπηρέτησης πελατών, καθώς και τη σύναψη σύμβασης με την ΕτΕ σχετικά με την έκδοση πιστωτικής κάρτας. Αναφορικά με το πρώτο ως άνω, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, στη συνέλευση αυτή, όπου δεν παραστάθηκε η αιτούσα, αποφασίσθηκε με την πλειοψηφία των λοιπών εταίρων της καθ' ης εταιρείας, κατόπιν, όπως αναφέρθηκε στο οικείο πρακτικό, εκτίμησης των συνθηκών, των ταμειακών ροών και της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας, να καταβληθεί στον διαχειριστή της εταιρείας - 2° καθ' ου αμοιβή για το έτος 2015 ποσού 60.000,00 ευρώ, στον 3° καθ' ου αμοιβή για το έτος 2015 ποσού 50.000,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ, και στην 4η καθ' ης αμοιβή για το έτος 2015 ποσού 42.000,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Οι ανωτέρω εταίροι δήλωσαν ότι παραιτούνται της αμοιβής τους για το προηγούμενο χρονικό διάστημα λειτουργίας της εταιρείας. Επίσης, αποφασίσθηκε η προέγκριση αμοιβών τους για το έτος 2016, που θα εγκρίνει η τακτική συνέλευση, ύψους 60.000,00 ευρώ για τον 2° καθ' ου, 50.000,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ για τον 3° καθ' ου και 42.000,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ για την 4η καθ' ης. Η απόφαση αυτής της από 27.12.2015 συνέλευσης της πλειοψηφίας των εταίρων της καθ' ης εταιρείας, κατά το σκέλος δηλαδή που αφορά στην αμοιβή των 2ου, 3ου και 4ns γοι ν καθ' ων, είναι ακυρωτέα, διότι κρίνεται ότι ελήφθη κατά κατάχρηση της εξουσίας της ανωτέρω πλειοψηφίας των εταίρων, ήτοι καθ' υπέρβαση των αξιολογικών ορίων, που διαγράφονται από την καλή πίστη και τον οικονομικό σκοπό του σχετικού δικαιώματος, καθώς και της αρχής της αναλογικότητας, θίγουσα δυσανάλογα τα συμφέροντα της αιτούσας ως μετόχου της μειοψηφίας, αλλά και το εταιρικό συμφέρον, καθόσον κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν δικαιολογείτο η καταβολή αμοιβών και μάλιστα τόσο υψηλών στους εν λόγω καθ' ων, λαμβάνοντας υπόψη τη διάρκεια λειτουργίας τη εταιρείας, τα οικονομικά δεδομένα της και την προ τριμήνου μόλις ομόφωνη απόφαση των εταίρων για καθορισμό της αμοιβής τους αναλόγως της εργασίας τους όταν οι συνθήκες, οι ταμειακές ροές και η οικονομική κατάσταση της εταιρείας το επιτρέψουν. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ναι μεν ο κύκλος εργασιών της καθ' ης εταιρείας κατά τους μήνες Σεπτέμβριο - Δεκέμβριο του 2014 ήταν μεγαλύτερος των μηνών Ιανουαρίου - Αυγούστου 2014 (622.197,00 ευρώ έναντι 501.510,00 ευρώ), πλην όμως η αύξηση αυτή οφειλόταν στη λήξη της προθεσμίας που είχε θέσει το Υπουργείο Οικονομικών για τον έλεγχο των εκπρόθεσμων από τον έλεγχο οχημάτων χωρίς την επιβολή προστίμου μέχρι το τέλος του 2015, γεγονός το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την αυξημένη προσέλευση οχημάτων προς έλεγχο (βλ. από Μαρτίου 2016 έκθεση ορκωτού ελεγκτή - λογιστή Α. Σ., που συντάχθηκε με εντολή των εκκαλούντων). Ακόμη, παρά την εμφάνιση κερδοφορίας ύψους 152.000,00 ευρώ περίπου το έτος 2015 σε σχέση με τις ζημίες ύψους 180.649,00 ευρώ κατά τους λίγους μήνες λειτουργίας του έτους 2014, κρίνεται ότι ήταν όλως πρόωρη η ανωτέρω απόφαση για καταβολή τέτοιων υψηλών αμοιβών, διότι δεν δικαιολογούνταν από το βραχύ χρονικό διάστημα λειτουργίας της εταιρείας, κατά το οποίο δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για τη θέση και την πορεία της εταιρείας και την απόδοση των καθ' ων που εργάζονται σε αυτήν, δεδομένου ότι πρόκειται για μία οικογενειακή επιχείρηση, με μικρή, σε σχέση με άλλες ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, διάθεση ιδίων κεφαλαίων και χωρίς σύστημα εσωτερικού ελέγχου για τους κινδύνους και την ορθή τήρηση των υφιστάμενων πολιτικών και διαδικασιών, την αποδοτική λειτουργία των επιμέρους τμημάτων κτλ. (βλ. ως άνω έκθεση Α. Σ. και από ... έκθεση Μ. Φ. της αλλοδαπής εταιρείας "A." που συντάχθηκε με εντολή των εκκαλούντων), ενώ επίσης τα κέρδη της χρήσης 2015 δεν είχαν ακόμη αποσβέσει τις ζημίες της χρήσης 2014 και δεν είχε σχηματισθεί τακτικό αποθεματικό" Με τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο το οποίο απέρριψε κατά το κεφάλαιο αυτό την έφεση των αναιρεσειόντων, δεχόμενο όπως και η πρωτόδικη, ότι η παραπάνω απόφαση της από 27.12.2015 έκτακτης Γ.Σ. της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρίας κατά το προσβαλλόμενο μέρος της είναι άκυρη, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 74παρ.1 του Ν.4072/2012, αλλά διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς , χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της συνδρομής των όρων του άρθρου 281ΑΚ σε βάρος της αναιρεσίβλητης, της σύνδεσης αυτού με την ως άνω απόφαση της πλειοψηφίας των εταίρων και της βλάβης που εξ αυτής επήλθε στα συμφέροντα της μειοψηφίας. Ειδικότερα, διέλαβε ότι οι αμοιβές συνολικού ποσού 152.000 ευρώ για τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσειόντων εταίρους για το έτος 2015, αλλά και η προέγκριση των ίδιων ποσών για το επόμενο έτος (2016) που αποφάσισαν κατά πλειοψηφία με την απόφαση, της, από 27.12.2015 έκτακτης Γ.Σ της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρίας, είναι για τα δεδομένα της εταιρίας λόγω του μικρού χρόνου λειτουργίας της, καταφανώς διογκωμένες ενόψει των ζημιών ύψους 182.000 € που παρουσίασε κατά το πρώτο εξάμηνο από την έναρξη της λειτουργίας της (Ιούλιος 2014), συνιστούν πρόωρη αλλά και δυσανάλογη λειτουργική δαπάνη που βλάπτει τα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης, ενόψει του ισόποσου με αυτές ετήσιου για το έτος 2015 κέρδους της, το οποίο όμως οφείλεται στην, κατά το έτος αυτό συνδρομή ειδικών, για τον κλάδο των αυτοκινήτων, χωρίς διαχρονικότητα, περιστάσεων, οι οποίες, δεν παρέχουν ασφάλεια για τη θέση και την πορεία της εταιρίας και ούτε εξασφαλίζουν την αναγκαιότητα του χρόνου και του είδους της απασχόλησης που πρέπει να διαθέσουν οι ως άνω αμειβόμενοι εταίροι. Παρατίθεται ακόμη, ότι το χρονικό διάστημα των τριών μηνών που παρήλθε μέχρι την ως άνω έκτακτη Γενική Συνέλευση στις 27.12.2015, από την προηγηθείσα στις 20.09.2015 ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση της εταιρίας, δεν ήταν ούτε ικανό, ούτε εύλογο για να συντρέξουν οι προϋποθέσεις που τέθηκαν με αυτήν, ("όταν οι ταμειακές ροές και η οικονομική κατάσταση της εταιρείας το επιτρέψουν") για την αποζημίωση των εταίρων. Οι επικαλούμενες δε με το αναιρετήριο ελλείψεις της αποφάσεως, επειδή το Εφετείο, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζει το είδος της εργασίας που αντιστοιχεί στον τομέα των καθηκόντων απασχόλησης ενός εκάστου των αμειβομένων με τα ως άνω ποσά εταίρων, οι εξειδικευμένες γνώσεις και η μακρόχρονη επαγγελματική εμπειρία, ο βαθμός ευθύνης που συνεπάγεται η ιδιότητα του καθενός απ'αυτούς στην εταιρία, ο μόχθος και η ένταση που απαιτείται να καταβάλουν για την άσκηση των καθηκόντων που τους ανατέθηκαν, το καθαρό ύψος της μηνιαίας αμοιβής τους, όπως αυτό διαμορφώνεται μετά την αφαίρεση των εισφορών, των φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων και τέλος, το ύψος των αποδοχών που αναλογούν στο χρόνο, το είδος της εργασίας σε σχέση με τα προσόντα τους, δεν αποτελούν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης στοιχεία, ικανά να ανατρέψουν το πόρισμα στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη, κυρίως δε την βλάβη που υφίστανται τα συμφέροντα της αναιρεσίβλητης ενόψει της συμμετοχής της στην πρώτη αναιρεσείουσα εταιρία κατά ποσοστό 30%, που αποτελεί τη μειοψηφία, έναντι υπολοίπου 70% που κατέχουν δεύτερος έως και πέμπτη των αναιρεσειόντων. Σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτες αφού ανάγονται στην πληρέστερη, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Εξάλλου οι περί αντιφάσεων στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αιτιάσεις, των αναιρεσειόντων, ερειδόμενες επί αναληθών προϋποθέσεων, είναι αβάσιμες, δεδομένου ότι, ο ποσοτικός συσχετισμός του ύψους της αμοιβής των ως άνω εταίρων με τα κέρδη και τις ζημίες της εταιρίας σε συνδυασμό με το μικρό χρόνο λειτουργίας της, συνθέτουν κατά τις παραδοχές του Εφετείου το στοιχείο καταχρηστικότητας στην, (κατά πλειοψηφία ληφθείσα), προσβαλλομένη απόφαση της έκτακτης Γ.Σ της 27.12.2015, στηρίζοντας το πόρισμα της, ενώ ουδεμία παραδοχή διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη σχετικά με τις υπηρεσίες που με την "υπερεντατικοποίηση" των δυνάμεών τους, (όπως επακριβώς αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο) προσέφεραν οι εκ των αμειβομένων εταίρων αναιρεσείοντες στην εταιρία. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αβάσιμος, διότι με τις αμέσως παραπάνω παρατεθείσες αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε επαρκή, σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της συνδρομής των όρων του άρθρου 281ΑΚ σε βάρος της αναιρεσίβλητης, της σύνδεσης αυτού με την ως άνω απόφαση της πλειοψηφίας των εταίρων και της βλάβης που εξ αυτής επήλθε στα συμφέροντα της μειοψηφίας. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος απαραδέκτως προβάλλεται διότι οι φερόμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι δεν συνιστούν τέτοιες, αποτελούν επιχειρήματα των αναιρεσειόντων με τα οποία, υπό την επίκληση της εκ πλαγίου παραβάσεως των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων ανεπίτρεπτα κατά το άρθρο 561 παρ1 ΚΠολΔ πλήττεται η ουσία της υπόθεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ1 εδ α του Ν.4072/2012 αν δεν προβλέπεται κάτι άλλο στον παρόντα νόμο ή το καταστατικό, τα εταιρικά μερίδια παρέχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις, ανεξάρτητα από το είδος της εισφοράς στην οποία αντιστοιχούν". Κατά τις διατάξεις των παρ 2,3 και 4 του ίδιου άρθρου "Κάθε εταίρος δικαιούται να λαμβάνει γνώση αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο της πορείας των εταιρικών υποθέσεων και να εξετάζει τα βιβλία και τα έγγραφα της εταιρείας. Δικαιούται επίσης με δαπάνες του να λαμβάνει αποσπάσματα του βιβλίου των εταίρων και του βιβλίου πρακτικών του άρθρου 66. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι τα δικαιώματα του παρόντος άρθρου ασκούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα όχι μεγαλύτερα του τριμήνου. Η εταιρεία μπορεί να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών ή την πρόσβαση στα βιβλία αν υπάρχει σοβαρή απειλή στα επιχειρηματικά συμφέροντα της εταιρείας"(2). "Κάθε εταίρος δικαιούται να ζητεί πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την κατανόηση και την εκτίμηση των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης της συνέλευσης".(3) και "Εταίροι που έχουν το ένα δέκατο (1/10) του συνολικού αριθμού των εταιρικών μεριδίων δικαιούνται οποτεδήποτε να ζητήσουν από το δικαστήριο το διορισμό ανεξάρτητου ορκωτού ελεγκτή-λογιστή για να διερευνήσει σοβαρές υπόνοιες παράβασης του νόμου, ή του καταστατικού και να γνωστοποιήσει το αποτέλεσμα με έκθεσή του στους εταίρους και την εταιρεία". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ανάλογη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 560/2013).. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 65/2017).

Με τον τρίτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στο Εφετείο, ότι με το να απορρίψει την έφεση κατά το δεύτερο κεφάλαιο της εκκαλουμένης με την οποία διατάχθηκε ο έλεγχος της πρώτης αναιρεσείουσας από ορκωτό λογιστή, υπέπεσε στην πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 94 του Ν.2072/2012, της οποίας οι όροι εφαρμογής κατά τα όσα αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση δεν συνέτρεξαν.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ.), το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο ως προς το πληττόμενο με τον λόγο αυτό κεφάλαιο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του ως αποδειχθέντα, τα εξής: "Περαιτέρω, η αιτούσα επικαλείται ότι υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες παράβασης του νόμου ή του καταστατικού από τους καθ' ων εταίρους. Ειδικότερα, επικαλείται το γεγονός της εγγραφής στα εμπορικά βιβλία και τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας, για το έτος 2014, του δευτέρου καθ ου - διαχειριστή ως πιστωτή της καθ' ης εταιρείας, με ποσό 215.000,00 ευρώ, χωρίς να έχει ληφθεί σχετική απόφαση ή να έχουν προσκομισθεί σχετικά παραστατικά. Πάντως, κατά την ετήσια συνέλευση των εταίρων της ..., όπου όπως προαναφέρθηκε η αιτούσα εκπροσωπήθηκε από εξουσιοδοτημένο τρίτο πρόσωπο, εγκρίθηκε ομόφωνα ο ισολογισμός της 31ης Δεκεμβρίου 2014. Ότι, ακόμη, στα ισοζύγια της ... και ... φέρεται και η ίδια ως πιστώτρια της εταιρείας για ποσό 30.000,00 ευρώ, το οποίο, όπως η ίδια ισχυρίζεται, δεν κατέβαλε ποτέ στην εταιρεία. Επίσης, η αιτούσα έχει υποβάλει ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 18.05.2016 έγκλησή της, κατά παντός υπευθύνου, για το αδίκημα της πλαστογραφίας, επικαλούμενη ότι έλαβαν χώρα δύο τροποποιήσεις του καταστατικού της εταιρείας, την ... και την ..., αν και η ίδια δεν είχε παραστεί στις σχετικές συνελεύσεις και δεν υπέγραψε τα σχετικά πρακτικά, ενώ, σχετικά, ο δεύτερος καθ' ου έχει υποβάλει κατά της αιτούσας και του πατέρα της την από 02.06.2016 έγκληση για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης. Τέλος, η αιτούσα έχει ζητήσει από τον δεύτερο καθ' ου - διαχειριστή της εταιρείας την παροχή διάφορων οικονομικών εγγράφων της εταιρείας, εκ των οποίων δεν της χορηγήθηκε το ισοζύγιο του μηνός Δεκεμβρίου 2015 ούτε το αναλυτικό καθολικό προμηθευτών, πιστωτών - πελατών. Ειδικότερα, ο δεύτερος καθ' ου αρνήθηκε να χορηγήσει στην αιτούσα φωτοαντίγραφα των ανωτέρω εγγράφων, επικαλούμενος αβάσιμα το γράμμα της διάταξης του άρθρου 94 παρ. 2 και 3 του ν. 4072/2012, που προβλέπει δικαίωμα των εταίρων να λαμβάνουν γνώση των εταιρικών υποθέσεων και να εξετάσουν τα βιβλία και τα έγγραφα της εταιρείας, καθότι ο εταίρος, ασκώντας τον προαναφερόμενο έλεγχο, έχει δικαίωμα να λαμβάνει αποσπάσματα και αντίγραφα από όλα τα βιβλία της εταιρείας, διότι εφόσον έχει δικαίωμα να τα ελέγξει μπορεί και να τα αντιγράψει ή να λάβει φωτοαντίγραφα. Η άρνηση του δεύτερου καθ' ου να παραδώσει στην αιτούσα αντίγραφα των ανωτέρω εγγράφων, αν και αυτή αμφισβητεί την πραγματική και οικονομική κατάσταση της επιχείρησης, χωρίς να υπάρχει σοβαρή απειλή για τα επιχειρηματικά συμφέροντα της εταιρείας με την έννοια της επικαλούμενης από τους καθ' ων χρήσης από την αιτούσα των προσωπικών δεδομένων των πελατών της εταιρείας, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η αιτούσα προτίθεται να πράξει κάτι τέτοιο ή ότι δεν αποδέχθηκε να δεσμευθεί σχετικώς, συνιστά παραβίαση της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 2 και 3 του ν. 4072/2012 υποχρέωσης για παροχή πληροφοριών στους εταίρους για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων και τον τρόπο άσκησης της εταιρικής διαχείρισης και, επομένως, συντρέχει περίπτωση διορισμού από το Δικαστήριο ανεξάρτητου ορκωτού ελεγκτή - λογιστή, ο οποίος θα προβεί σε έλεγχο των οικονομικών στοιχείων της καθ' ης εταιρείας και θα διερευνήσει τις προβαλλόμενες από την αιτούσα ως άνω περιπτώσεις υπόνοιας παράβασης του νόμου και του καταστατικού" Με τις παραδοχές αυτές το δικάσαν ως Εφετείο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την εκκαλουμένη κατά την, περί διεξαγωγής ελέγχου της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρίας από ορκωτό λογιστή διάταξή της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παρ. 2,3 και 4 άρθρου 94 του Ν 4072/2012. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι προβληθείσες προς στοιχειοθέτηση αυτού αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί υπαγωγικού σφάλματος του Δικαστηρίου ουσίας επειδή δεν συνέτρεξαν τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αναγκαία για την εφαρμογή τους περιστατικά, ενώ αντιθέτως εκείνοι υπό τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στον αναιρετικό λόγο περιστατικά, ενήργησαν νομίμως εντός των πλαισίων των παραπάνω διατάξεων, δεν ιδρύουν τον από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αφού, υπό την κατ' επίφαση επίκληση από το λόγο αυτό πλημμέλειας της ευθείας παραβίασης της παραπάνω διάταξης, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας για το ζήτημα αυτό κρίση του ως άνω Δικαστηρίου ουσίας. Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον το δικαστήριο, κρίνοντας επί της ουσίας, με τα πραγματικά περιστατικά που κατά την κρίση του αποδείχθηκαν και συναπαρτίζουν τον ελάσσονα συλλογισμό της, κάλυψε πλήρως το πραγματικό των διατάξεων των ως άνω παραγράφων του άρθρου 94 του Ν.4072/2012. Συγκεκριμένα παρέθεσε στην προσβαλλομένη: α) την χωρίς παραστατικά και την εγγραφή του δευτέρου καθ ου - διαχειριστή στα εμπορικά βιβλία και τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας, ως πιστωτή της καθ' ης εταιρείας, με ποσό 215.000,00 ευρώ, για το έτος 2014,χωρίς τη λήψη σχετικής απόφασης β) το ότι η ίδια η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα εμφανίζεται στις ίδιες καταστάσεις ως πιστώτρια της εταιρείας για ποσό 30.000,00 ευρώ, το οποίο ουδέποτε κατέβαλε γ) την επικαλούμενη από την ίδια πλαστογραφία της υπογραφής της στα πρακτικά των από ...και την ... Γενικών συνελεύσεων της εταιρίας από τις οποίες απουσίαζε και τέλος δ)την άρνηση του δεύτερου καθ' ου και ήδη δευτέρου των αναιρεσειόντων να παραδώσει στην αιτούσα αντίγραφα των εγγράφων από το ισοζύγιο του μηνός Δεκεμβρίου 2015 και το αναλυτικό καθολικό προμηθευτών, πιστωτών - πελατών, χωρίς τα οποία η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη, δεν έχει εικόνα για την πραγματική και οικονομική κατάσταση της επιχείρησης, και ε) ότι η χορήγηση των ως άνω αντιγράφων στην αιτούσα δεν ενέχει απειλή για τα επιχειρηματικά συμφέροντα της εταιρείας. Ως εκ τούτου ο τρίτος αναιρετικός λόγος πρέπει, κατά ως άνω εκτεθέντα ν'απορριφθεί.

Μετά απ' αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από 12.10.2018 και αριθ. εκθ. καταθ 96227/150/2018 αίτηση για την αναίρεση της με αριθμό 6777/2018 απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ