Legislator Case Law & Legislation
1007/2010 AI generated

1007/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1007/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1007 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1007/2010

Legislator headnote

AI generated

1007/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1007 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1007/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1007 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1007/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θεοφανόπουλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Σεπτεμβρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6276/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8071/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Ιουνίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 19 Απριλίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου κατά το πρώτο μέρος του της από 2-6-2008 αιτήσεως αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 8071/2007 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της μόνο που αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου: 1) απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας με εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 367 παρ. 1 και 2. του Π.Κ ως προς τα διαθοθέντα εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου προς τους ενόρκους βεβαιώσαντες μάρτυρες ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ και 2) απέρριψε συνακόλουθα αναγκαίως χωρίς περαιτέρω έρευνα και τους πέμπτο και έκτο λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας ως προς το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης και ως προς το αίτημα απαγγελίας προσωπικής κράτησης του αναιρεσιβλήτου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα .../31-3-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο Ψ. Ο τελευταίος, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Ι. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007). Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του ουσιαστικού δικαστηρίου τελεσίδικη απόφαση και επικαλέσθηκε το δεδικασμένο που προκύπτει από αυτήν για την απόδειξη της αγωγικής του βάσης και τον αντίστοιχο ισχυρισμό δεν ερεύνησε το δικαστήριο. Δεν στοιχειοθετείται, όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι "με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους", συνάγεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει για την ορθότητα ή μη της εκκαλουμένης απόφασης με βάση τους λόγους της έφεσης, δηλαδή τα σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που αποδίδονται σ' αυτήν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου-δικαστηρίου, που δεν έχουν προσβληθεί με λόγο έφεσης, δεν εξετάζονται αυτεπάγγελτα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε επιτρέπεται σ' αυτό, σε περίπτωση διαπίστωσής τους, να εξαφανίσει ή μεταρρυθμίσει γι' αυτά την εκκαλουμένη απόφαση, στην αντίθετη δε περίπτωση ιδρύεται ο εκ του αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την έφεση για λόγο που δεν είχε περιληφθεί στο δικόγραφό της. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 57 ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον ... . Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού. λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβαλλόντος μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια, αφού και κατά μεν το άρθρο 914 ΑΚ: "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομη και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά δε το άρθρο 920 Α.Κ. "όποιος γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση (κατά την έννοια που καθορίζεται και στη διάταξη του άρθ. 920 του Α.Κ.) από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι. δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου ως στοιχεία της προσωπικότητάς του. Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ. περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης. Έτσι, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 367, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης κατ' αρχήν - αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις Κατ' εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 1897/2006). Από την ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 367 του ΠΚ προκύπτει ότι ο νόμος εισάγει εξαιρέσεις, όσον αφορά την εκδήλωση έκφρασης γνώμης ή κρίσης, έστω και δυσμενούς, υπό περιστάσεις δε υπάρχει δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή άσκηση δικαιώματος σε δυσμενείς κρίσεις και εκδηλώσεις σε σχέση με δικόγραφα, ενώπιον των Δικαστηρίων ή με εκδηλώσεις εξώδικες κατά τη διάρκεια της δικαστικής αντιδικίας και ενόψει αυτής, που τείνουν σε ενίσχυση των απόψεων του διαδίκου μέρους που συμμετέχει σε αυτές. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται λόγος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της εξύβρισης και απλής δυσφήμησης. Νόμιμο καθήκον δε είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων. Στο πλαίσιο εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης του αρθρ. 367 παρ. 1 του Π.Κ. το δικαστήριο ή το συμβούλιο υποχρεούται να ελέγχει κατά προτεραιότητα τον χαρακτηρισμό των φράσεων ως συκοφαντικών, απλώς δυσφημιστικών ή ότι ενέχουν σκοπό εξύβρισης. Εάν αποφανθεί αρνητικά, αναφορικά με την συκοφαντική δυσφήμιση, η οποία υπάγεται στην παρ. 2 του άρ. 367 ΠΚ, αφού, η συκοφαντική δυσφήμιση, ως προσβάλλουσα την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, δεν εξοβελίζεται έναντι της κριτικής ή νομίμων καθηκόντων, θα προχωρήσει περαιτέρω και θα σταθμίσει τα προβαλλόμενα ως απλή δυσφήμιση ή εξύβριση. Οι διατάξεις των άρθρων 361 έως 367 για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ, ώστε αιρουμένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367), αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζημίας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (ΑΠ 1030/2009). Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθ. 367 παρ. 1 του Π.Κ. η συνδρομή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος (όπως η διαφύλαξη - προστασία δικαιώματος) στο πρόσωπο του δράστη, η οποία αποτελεί λόγο άρσης του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων της απλής δυσφήμισης και της εξύβρισης, παρέχει βάση αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης), με την οποία αποκρούεται η αξίωση του παθόντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία απλής δυσφήμισης ή εξύβρισης και, επομένως, αποτελεί "πράγμα" υπό την έννοια του αριθμ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο το δικαστήριο της ουσίας δεν μπορεί να λάβει υπόψιν αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο αν προταθεί από τον εναγόμενο, όταν πρόκειται δε περί έφεσης του εναγομένου κατά της αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που δέχθηκε την αξίωση του ενάγοντος ως βάσιμη - έστω και εν μέρει - ο ως άνω ισχυρισμός πρέπει, προκειμένου να μπορέσει να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο, να έχει περιληφθεί στο δικόγραφο της έφεσης, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 522 του Κ.Πολ.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 8071/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων. "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 13-1-1985 από τον οποίο απέκτησαν μια κόρη την ΔΔ. Ο γάμος τους λύθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 2116/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ήδη αμετάκλητη) για λόγους που αφορούν αποκλειστικά τον εναγόμενο. Ο τελευταίος κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1999 έως 2002 συνομίλησε σε διαφορετικούς χρόνους με τους ΕΕ, ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ στους οποίους ανέφερε διάφορα γεγονότα και κρίσεις αναφορικά με την έγγαμη συμβίωσή του με την ενάγουσα. Ειδικότερα, το καλοκαίρι του έτους 1999 είπε στον ΕΕ ότι η εναγομένη είχε φύγει από το σπίτι και έμενε με τους γονείς της και το παιδί τους στο εξοχικό τους σπίτι στο ... και ότι αδιαφορούσε γι' αυτόν. Ότι τον Δεκέμβριο 1999 του είπε ότι τσακωνόταν συνεχώς με την εναγομένη, η οποία του ζητούσε να φύγει από το σπίτι γιατί δεν ήθελε να ζουν πλέον μαζί. Επίσης ο εναγόμενος είπε στον ΕΕ, ότι στην προσπάθεια του να περισώσει την οικογένεια του η ενάγουσα του απάντησε "άμα θες να μείνεις σπίτι, θα μείνεις με τον όρο ότι θα μου δίνεις όλο σου το μισθό και θα σου δίνω χαρτζιλίκι και θα βγαίνω όποτε θέλω και δεν θα με ρωτάς πού θα πηγαίνω". Τα ως άνω αναφερόμενα διαδόθηκαν από τον ΕΕ, όπως ο τελευταίος αναφέρει στην υπ' αριθμ. .../16-3-2000 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της Συμ/φου Αθηνών Ελένης Δρόσου-Κατσουράκη. Με την υπ' αριθμ. 4512/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την επικυρώσασα αυτή υπ' αριθμ. 2582/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ο ΕΕ και ο εναγόμενος υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 7.000 ευρώ ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη, συνεπεία των συκοφαντικών περιστατικών τα οποία ο πρώτος εξ αυτών κατόπιν προτροπής του δευτέρου ισχυρίσθηκε για την ενάγουσα δια

της άνω ενόρκου βεβαιώσεως. Ήδη όμως για τα γεγονότα αυτά ο ΕΕ και ο εναγόμενος, ως κατηγορούμενοι ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα, συκοφαντικής δυσφήμισης, ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμιση (ο δεύτερος) αθωώθηκαν με την υπ' αριθμ. 35.780/05 απόφασή του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος το έτος 1999 είπε στον ΑΑ ότι η ενάγουσα παραμελούσε τον εναγόμενο, αδιαφορούσε για εκείνον και ότι φαινόταν σαν η ενάγουσα να επιδίωκε να χωρίσουν. Επίσης του είπε ότι η ενάγουσα δεν έδινε στον εναγόμενο φαγητό για τη δουλειά του και ότι ούτε όταν γύριζε σπίτι δεν έβρισκε ένα πιάτο ζεστό φαγητό για εκείνον, ούτε σπίτι τακτικό και καθαρό και ότι η ενάγουσα έβγαινε διαρκώς με φίλες της. Τα ως άνω αναφερόμενα διαδόθηκαν από τον εναγόμενο στον ΑΑ όπως ο τελευταίος αναφέρει στην υπ' αρ. ...16-3-2000 ένορκη βεβαίωση του ενώπιον της Συμ/φου Ελένης Δρόσου-Κατσουράκη. Περί τα μέσα του έτους 1999 ο εναγόμενος είπε στον ΒΒ ότι είχε προβλήματα με τη συμπεριφορά της ενάγουσας και ότι η συμπεριφορά της προς το πρόσωπό του είχε αιφνιδίως αλλάξει χωρίς κανένα λόγο εκ μέρους του και ότι αυτή η αλλαγή οφειλόταν στις διάφορες απαιτήσεις που είχε η ενάγουσα. Συγκεκριμένα του είπε ότι η ενάγουσα άρχισε αιφνιδίως να πραγματοποιεί συνεχείς καθημερινές εξόδους, να δημιουργεί και να αποκτά νέες παρέες και φιλίες με τις οποίες διασκέδαζε. Επίσης, μετά το καλοκαίρι του 1999, ο εναγόμενος είπε στον ΒΒ ότι η ενάγουσα δήλωσε στον εναγόμενο ότι ένοιωθε να έχει χάσει τη ζωή της μαζί του, ότι δεν έχει ζήσει ως κοπέλα αφού από μικρή ηλικία είχε μπει στη ρουτίνα της συζυγικής και οικογενειακής καθημερινότητας που της είχε στερήσει τη διασκέδαση και ότι γι' αυτό το λόγο η ενάγουσα ανεζήτησε και βρήκε νέες παρέες και φιλίες με τις οποίες διασκέδαζε. Ότι επειδή ο ενάγων την παρετήρησε, περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2000, για τον τρόπο ζωής της και τη συμπεριφορά της την οποία συνέχιζε να επιδεικνύει προς το πρόσωπό του και τη συζυγική τους σχέση, η ενάγουσα εξαγριώθηκε, εξύβρισε τον εναγόμενο και του είπε να φύγει από το σπίτι. Τα ως άνω αναφερόμενα διαδόθηκαν από τον εναγόμενο στον ΒΒ, όπως ο τελευταίος αναφέρει στην υπ' αριθμ. .../28-9-2001 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του δευτέρου εξαμήνου του έτους 1999 είπε στον ΓΓ ότι η συμπεριφορά της ενάγουσας προς το πρόσωπό του είχε αιφνιδίως αλλάξει και ότι λόγω των διαφόρων αξιώσεων που είχε η ενάγουσα, είτε για συνεχείς καθημερινές εξόδους με νέες παρέες και φιλίες, είτε με την ανεξήγητη και αναιτιολόγητη αλλαγή του, μέχρι τότε, καθημερινού τρόπου της ζωής της, είχε δημιουργηθεί με τη συμπεριφορά της πρόβλημα στις σχέσεις τους και στην επικοινωνία μεταξύ τους, ως συζύγων. Επίσης, ο εναγόμενος είπε στον Αλέξανδρο Μαράκη, περί τα τέλη του έτους 1999, ότι η ενάγουσα δήλωσε στον εναγόμενο ότι ένοιωθα να έχει χάσει τη ζωή της, ότι δεν έχει ζήσει ως κοπέλα, αφού από μικρή ηλικία είχε μπει στη ρουτίνα της συζυγικής και οικογενειακής καθημερινότητας που της είχε στερήσει τη διασκέδαση και ότι γι' αυτό το λόγο ανεζήτησε και βρήκε νέες παρέες με τις οποίες διασκέδαζε. Ότι με τη συμπεριφορά της ενάγουσας δεν ήταν δυνατόν να συνεχισθεί η έγγαμη συμβίωσή τους και ότι με τον τρόπο που ζούσε εξωθούσε το γάμο τους σε οριστική διάλυση. Τέλος, ο εναγόμενος είπε στον ΓΓ ότι περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2000 δημιουργήθηκε ένα επεισόδιο μεταξύ των διαδίκων, το οποίο προκλήθηκε από τη συμπεριφορά της ενάγουσας και από το γεγονός, ότι ο τελευταίος την παρετήρησε για τον τρόπο ζωής της και για την εν γένει συμπεριφορά της και ότι κατά το ίδιο επεισόδιο η ενάγουσα έγινε έξαλλη, εξύβρισε τον εναγόμενο και τον έδιωξε από το σπίτι. Τα ως άνω αναφερόμενα διαδόθηκαν από τον εναγόμενο στον ΓΓ, όπως ο τελευταίος αναφέρει στην υπ' αρ. .../28-9-2001 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Ως προς το γεγονός ότι ο εναγόμενος εκδιώχθηκε από τη συζυγική οικία από την ενάγουσα τον Φεβρουάριο 2000, που διέδωσε στους ΑΑ και ΒΒ σημειώνεται, ότι, όπως κρίθηκε με την υπ' αριθμ. 6630/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου επί δίκης διατροφής η ενάγουσα από εύλογη αιτία διέκοψε την έγγαμη συμβίωσή της με τον εναγόμενο με αποκορύφωμα τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους με τη μετοίκηση του εναγομένου από τη συζυγική οικία στις 4-2-2000, στην οποία τελικώς συμφώνησε η ενάγουσα. Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι τα γεγονότα (δημιουργία φιλιών της ενάγουσας με τρίτους με τους οποίους πραγματοποιούσε καθημερινές εξόδους, αδιαφορία για τις ανάγκες του οίκου τους, εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης από την ενάγουσα το έτος 1999 και εγκατάσταση της στο ..., εξύβριση του εναγομένου από την ενάγουσα) που διέδωσε ο εναγόμενος στους ανωτέρω ενόρκως καταθέσαντες είναι ψευδή. Επομένως ως προς αυτά δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος της ενάγουσας. Ωστόσο τα ανωτέρω γεγονότα που ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος ήταν ικανά να προσβάλουν την τιμή, την υπόληψη της ενάγουσας και την εν γένει προσωπικότητά της. Επίσης οι αξιολογικές κρίσεις (αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας αναφορικά με το διαζύγιο των διαδίκων, ύπαρξη προβλημάτων στη σχέση τους λόγω αξιώσεων της ενάγουσας) ήταν ικανές να προσβάλουν την προσωπικότητά της. Από τον τρόπο όμως της εκδήλωσης και τις περιστάσεις που τελέστηκαν οι ανωτέρω πράξεις, ήτοι ενόψει δικών διατροφής, διάσπαση της έγγαμης σχέσης των διαδίκων, προβλήματα σχετικά με την ανάθεση της επιμέλειας του τέκνου τους, ζητήματα ως προς την μετοίκηση του εναγομένου από την συζυγική οικία, δεν προκύπτει ότι ο σκοπός του κατευθυνόταν ειδικά στην προσβολή της τιμής και της αξιοπρέπειας της ενάγουσας, άλλα ήταν αναγκαίο μέσο προς διαφύλαξη του δικαιώματός του, χωρίς το οποίο η διαφύλαξή του δεν είναι δυνατή. Ο εναγόμενος ενήργησε αποκλειστικά με το σκοπό προστασίας του συμφέροντός του και ως εκ τούτου τα ανωτέρω δεν συνιστούν άδικη πράξη (ΑΠ 688/2003 Ελλ. Δ/νη 44, 1466). Πρέπει να σημειωθεί ότι η ένδικη αγωγή της ενάγουσας αποτελεί μαζί με άλλες σειρά δικών εναντίον του εναγομένου που διαταράσσουν την ήρεμη και ομαλή εξέλιξη της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου που ασκεί πλέον αυτός. Επομένως έσφαλε η εκκαλουμένη που έκρινε ότι η προαναφερόμενη συμπεριφορά του εναγομένου συνιστά αδικοπραξία σε βάρος της ενάγουσας και με βάση αυτή την κρίση επεδίκασε υπέρ αυτής ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη το ποσό των 2.600 ευρώ και οι αντίθετοι λόγοι έφεσης που αυτή προβάλλει με την κρινομένη έφεση της κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 21-2-2007 έφεση της ενάγουσας, να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 22-3-20067 έφεση του εναγομένου, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και ακολούθως αφού κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο ν' απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Α) Ο αναιρεσίβλητος, στο δικόγραφο της έφεσής του κατά της υπ' αριθμ. 6275/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την επισκόπησή του, δεν περιέλαβε τον αυτοτελή ισχυρισμό της διαφύλαξης δικαιώματός του ή περί της ύπαρξης οιουδήποτε δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, κατ' άρθρον 367 παρ. 1 Π.Κ., ούτε επικαλέστηκε γεγονότα τα οποία να θεμελιώνουν τις εκ της ανωτέρω διάταξης περιστάσεις που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της απλής δυσφήμισης και της εξύβρισης, αλλά περιορίστηκε στην άρνηση της ένδικης αξίωσης της αναιρεσείουσας ως προς την αλήθεια των επιδίκων ισχυρισμών του και της εντεύθεν αβασιμότητας της αγωγής της. Πέρα από το γεγονός ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν έχει προβληθεί από τον αναιρεσίβλητο, ούτε με τις έγγραφες προτάσεις του, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Επομένως, το Εφετείο δεχόμενο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι οι πράξεις της δυσφήμισης και της εξύβρισης, τις οποίες, κατά τις παραδοχές της ιδίας της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, τέλεσε ο αναιρεσίβλητος, δεν είναι άδικες, καθόσον έγιναν με σκοπό την προστασία δικαιώματός του, έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού συνδέονταν με τον άδικο χαρακτήρα των επιδίκων εκδηλώσεων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία, όμως, δεν προτάθηκαν από αυτόν, ούτε με το δικόγραφο της έφεσής του, ούτε με άλλο δικόγραφό του και υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος της που δέχθηκε την έφεσή του, που βάσιμα προβάλλεται με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του.

Β) Από τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλομένης δεν προκύπτει ότι ερευνήθηκε και αξιολογήθηκε θετικά για τον αναιρεσίβλητο ως λόγος απόρριψης της ένδικης αγωγής και η ένστασή του (αναιρεσίβλητου) για καταχρηστικότητα της ένδικης αξίωσης από τη διάταξη του άρθρ. 281 του Α.Κ., που προβλήθηκε μεν παραδεκτά από αυτόν ως εναγόμενο στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπου και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, αλλά δεν επαναφέρθηκε προσηκόντως στο Εφετείο από αυτόν ως εκκαλούντα με το δικόγραφο της έφεσής του. Επομένως, το Εφετείο, που δεν ερεύνησε την αντίστοιχη μη προταθείσα σ' αυτό ένσταση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, και επομένως τα όσα αντίθετα προβάλλονται με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος του, και αφορούν την έρευνα της ίδιας ένστασης και την παραδοχή της από το Εφετείο, κρίνονται αβάσιμα, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Γ) Η αναιρεσείουσα με το δικόγραφο της έφεσής της και τις κατατεθείσες στο Εφετείο έγγραφες προτάσεις της επικαλέσθηκε σχετικά με την αναλήθεια των ένδικων ισχυρισμών σε βάρος της εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, την ύπαρξη δεδικασμένου που δημιουργήθηκε: α) από την υπ' αριθ. 6630/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί αγωγής της (αναιρεσείουσας) κατά του αναιρεσίβλητου για επιδίκαση διατροφής ατομικά για την ίδια και για την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων, με την οποία κρίθηκε ότι η αναιρεσείουσα (και τότε ενάγουσα) από εύλογη αιτία διέκοψε την έγγαμη συμβίωσή της με τον αναιρεσίβλητο (και τότε εναγόμενο), β) από την υπ' αριθ. 4512/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 2582/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες κρίθηκε ότι ήταν ψευδές ότι η αναιρεσείουσα παραμελούσε το σπίτι της και αδιαφορούσε για οποιοδήποτε ζήτημα αφορούσε το σπίτι της. Από το σύνολο, όμως, των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης συναγεται, σαφώς και ανενδοιάστως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψεν ως αβάσιμο εκ του πράγματος. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ και τα όσα αντίθετα προβάλλονται με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και αφορούν τη μη έρευνα του ίδιου ισχυρισμού περί δεδικασμένου και τη μη παραδοχή του από το Εφετείο, κρίνονται αβάσιμα, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Δ) Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με τη οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα, την οποία τελικά απέρριψε στο σύνολό της με την παραδοχή ως βάσιμου του (μη προβληθέντος) ισχυρισμού από τη διάταξη του άρθρ. 367 παρ. 1 του Π.Κ., και με το να απορρίψει τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε (με την επιφύλαξη της ίδρυσης του αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 8 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ), τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 του Α.Κ. 361, 362, 363 και 367 του ΠΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι δεν ήταν ψευδή τα διαδοθέντα προς τους ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρές του, δεν πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της συκοφαντικής δυσφήμησης και δικαιολογούν την απόρριψη της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας με την παραδοχή ότι οι ενέργειες του αναιρεσιβλήτου με την έννοια της απλής δυσφήμησης ή της προβολής της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας ήταν αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του στο πλαίσιο της αντιδικίας του με την αναιρεσείουσα χωρίς να προκύπτει σκοπός εξύβρισής της. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Ε) Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 του Α.Κ. και 361, 362, 363, 367 του Π.Κ. τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, και κατά τα τρία μέρη του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, που αφορά την παραδοχή της έφεσής του αναιρεσιβλήτου και την απόρριψη των λόγων της έφεσης της αναιρεσείουσας που είχαν σχέση με το ψευδές των διαδόσεων του αναιρεσιβλήτου προς τους ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρές του και την ύπαρξη δεδικασμένου.

ΣΤ) Εξ' άλλου, οι ίδιοι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα περί του κατά πόσον δηλαδή οι σε βάρος της αναιρεσείουσας διαδόσεις κατέτειναν σε προστασία των συμφερόντων του αναιρεσιβλήτου, και εάν πράγματι συνέτρεξε στο πρόσωπο του τελευταίου σκοπός εξύβρισης της αναιρεσείουσας και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσίβλητου, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση: α) με το ότι τα όσα διέδωσε ο αναιρεσίβλητος ήταν ψευδή, β) δεν απέβλεπαν σε προστασία του συμφέροντός του και γ) συνέτρεχε στο πρόσωπό του σκοπός εξύβρισης της κρίνεται ως αβάσιμος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, (με την επιφύλαξη επίσης της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 8), με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, απαραδέκτως, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Ζ) Από τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλομένης δεν προκύπτει ότι ερευνήθηκε και αξιολογήθηκε θετικά ως λόγος απόρριψης της ένδικης αγωγής και η καταχρηστικότητα της ένδικης αξίωσης από την διάταξη του άρθρ. 281 του Α.Κ., και επομένως ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ, που έχει σχέση με ευθεία παραβίαση της ίδιας διάταξης του άρθ. 281 του Α.Κ. κρίνεται αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Η. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ του ΚΠολΔ. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην, κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.ΑΠ 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993). Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στη κρίση ότι τα όσα διέδωσε ο αναιρεσίβλητος για την αναιρεσείουσα δεν ήταν ψευδή και να απορρίψει τον σχετικό αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και την έφεσή της στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και την υπ' αριθ. 35780/2005 απόφαση του Τριμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ο μεν ΕΕ ύστερα από έγκληση της αναιρεσείουσας (εκτός από δύο περιστατικά που δεν αφορούν την ένδικη υπόθεση) κηρύχθηκε αθώος για τα όσα περιέλαβε στην υπ' αριθ. .../18-3-2000 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Ελένης Δρόσου-Κατσουράκη για έλλειψη του υποκειμενικού στοιχείου "της εν γνώσει ψευδορκίας και συκοφαντικής δυσφήμισης", ο δε αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε αθώος της ηθικής αυτουργίας στις ίδιες πράξεις. Προβάλλει ειδικά δε ως προς το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενό του με το να δεχθεί ότι κρίθηκε με εκείνη την απόφαση ότι τα κατατεθέντα από τον ΕΕ δεν ήταν ψευδή. Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά το πιο πάνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο ούτε η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτηση ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω έγγραφο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ., πέμπτος λόγος αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι τα κατατεθέντα από τον ΕΕ ήταν ψευδή πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δ που καθιερώνει λόγο αναίρεσης προτεινόμενο αυτεπαγγέλτως και από τον Εισηγητή Δικαστή (άρθ. 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 332 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, το οποίο, εφόσον πρόκειται για δικαίωμα, που έχει ήδη κριθεί επί της ουσίας μεταξύ των ιδίων προσώπων για το ίδιο αντικείμενο της βασιζόμενης στην ίδια νομική και ιστορική αιτία διαφοράς, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους και τα αναφερόμενα στα άρθρα 325-329 του αυτού Κώδικα άλλα πρόσωπα, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν εκείνο που έχει ήδη κριθεί. Στην περίπτωση αυτή το δεδικασμένο κατά τη διάταξη του άρθ. 331 του Κ.Πολ.Δ δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται εκ των υστέρων μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στην δίκη που προηγήθηκε έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (ΑΠ 386/2000).

Εξάλλου, ο ενάγων, ο οποίος είχε στηρίξει το αγωγικό αίτημα που σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται, αν η αγωγή εκείνη έγινε δεκτή, να στηρίξει με νέα αγωγή του διαφορετικό αίτημα του σε διάφορη όμως ιστορική αιτία. Η βάση όμως επί της οποίας το δικαστήριο έκρινε, κρίνεται από την ίδια την προηγούμενη απόφαση. Διότι αυτή αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή επί της οποίας έκρινε και αποφάνθηκε επί της ιστορικής αιτίας της, η δε επ' αυτής κρίση της παράγει δεδικασμένο, η έκταση του οποίου καθορίζεται από την αιτιολογία της. Προκειμένου επομένως να εξετασθεί, αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση, βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, νέου αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε (Ολ. ΑΠ 15/1998). Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου όταν κρίνει επί λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 16 του άρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ, αλλά και όταν αυτεπάγγελτα ερευνά ύστερα από πρόταση του Εισηγητή την ύπαρξη του ίδιου λόγου, επισκοπεί με την έννοια του άρθ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ ως διαδικαστικά (και όχι ως αποδεικτικά) έγγραφα τις αγωγές και τις αποφάσεις, που εκδόθηκαν στις δίκες (προγενέστερη και μεταγενέστερες) μεταξύ των οποίων προβάλλεται η συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων, που δικαιολογούν τη συνδρομή ή όχι δεδικασμένου. Ειδικότερα, από την επισκόπηση αυτή των πιο κάτω αναφερομένων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την υπ' αριθ. 4512/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε από την υπ' αριθ. 2582/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγινε δεκτή κατά ένα μέρος προγενέστερη αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου και του ΕΕ, υποχρεώθηκαν δε και οι δύο σ' ολόκληρο να καταβάλλουν στην αναιρεσείουσα και τότε και τώρα ενάγουσα το ποσό των 7.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία εκείνη υπέστη συνεπεία των ψευδών και συκοφαντικών περιστατικών, τα οποία ο ΕΕ κατόπιν προτροπής και διηγήσεων του αναιρεσίβλητου, ισχυρίσθηκε για την αναιρεσείουσα με την υπ' αριθ. .../16-3-2000 ένορκη βεβαίωσή του στη Συμβ/φο Αθηνών Ελένη Δρόσου-Κατσουράκη. Κρίθηκε δε με τις αποφάσεις εκείνης ότι τα κατατεθέντα σ' εκείνη την ένορκη βεβαίωση ότι η αναιρεσείουσα αντιμετώπιζε αδιάφορα και με επιπολαιότητα τους σοβαρούς θεσμούς του γάμου και της οικογένειας ήταν ψευδή και προσβλητικά της προσωπικότητάς της ως ατόμου και ως συζύγου. Ενόψει αυτών, το περιεχόμενο εκείνης της ένορκης βεβαίωσης, ως προς την κατάθεση του ΕΕ, που αποτέλεσε και το αντικείμενο της προγενέστερης εκείνης αγωγής της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου ως ηθικού αυτουργού εκείνης της ένορκης βεβαίωσης εκώλυε την εκ νέου επίκληση και έρευνα των ίδιων περιστατικών στο πλαίσιο της ένδικης αγωγής με την ίδια ιστορική αιτία, της διάδοσης δηλαδή των ίδιων περιστατικών προς τον ΕΕ ως τρίτο πρόσωπο, αφού η ιστορική αιτία της ηθικής αυτουργίας της πρώτης αγωγής ταυτίζεται εννοιολογικά με τη διάδοση των ίδιων περιστατικών στον ΕΕ ως τρίτο. Προφανώς για το λόγο αυτό η ένδικη από 2-9-2002 αγωγή (112184/7041/2002) δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο της .../16-3-2000 ως άνω ένορκης βεβαίωσης, ούτε μνημονεύεται, καθ' οιονδήποτε τρόπο το όνομα του καταθέσαντος ΕΕ. Συναφώς, ούτε και το Εφετείο ασχολήθηκε με τα περιστατικά που ερευνήθηκαν στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η άνω 4512/2004 πρωτόδικη απόφαση (αφού δεν είναι και τώρα επίδικα) Περαιτέρω, τα ίδια πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, που ερευνήθηκαν στο πλαίσιο της προγενέστερης αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων, σε εφαρμογή της ένορκης βεβαιώσεως του ΕΕ, δεν οδηγούσαν, λόγω της διαφοράς της ιστορικής αιτίας, στη δημιουργία δεσμευτικού δεδικασμένου και για την ουσία της ένδικης διαφοράς ούτε στο πλαίσιο εφαρμογής της σε σχέση με το αν ήταν ψευδή και τα διαδοθέντα από τον αναιρεσίβλητο προς τους επίσης ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρές του ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ, και είχαν σχέση με τη δημιουργία φιλιών της αναιρεσείουσας με τρίτους, με τους οποίους πραγματοποιούσε νυχτερινές εξόδους, αδιαφορία της για τις ανάγκες του οίκου τους, εγκατάλειψή της συζυγικής στέγης από αυτήν το έτος 1999 και εγκατάστασή της στο ... και εξύβριση της αναιρεσείουσας. Εξ άλλου, και με την τελεσίδικη υπ' αριθ. 6830/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε επί δίκης διατροφής της αναιρεσείουσας κρίθηκε ότι αυτή από εύλογη αιτία διέκοψε την έγγαμη συμβίωσή της με τον αναιρεσίβλητο ο οποίος αποχώρησε από τη συζυγική οικία στις 4-2-2000 ύστερα από συμφωνία με την αναιρεσείουσα. Η κρίση όμως αυτή δεν οδηγούσε στη δημιουργία δεσμευτικού δεδικασμένου και για την ουσία της ένδικης διαφοράς, ούτε στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθ. 331 του ΚΠολΔ, σε σχέση με τα διαδοθέντα στους ΒΒ και ΓΓ, ότι ο αναιρεσίβλητος εκδιώχθηκε από τη συζυγική οικία το Φεβρουάριο του 2000. Επομένως, το Εφετείο, που δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεσμευτικού δεδικασμένου, από τις υπ' αριθ. 2582/2007 και 6630/2002 προγενέστερες αποφάσεις του, στο ορθό κατέληξε αποτέλεσμα, συνεκτιμώντας στη συνέχεια τις ίδιες αποφάσεις αλλά και την απαλλακτική με αριθμό 35780/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών ως δικαστικά τεκμήρια, και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 16 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, που αβάσιμα προβάλλεται με τον έκτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος κατά το πρώτο μέρος του της από 2-6-2008 αίτησης αναίρεσης, να απορριφθούν οι λοιποί, και να αναιρεθεί η υπ' αριθ. 8071/2007 οριστική απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της μόνο που αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου: 1) απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας με εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 367 παρ. 1 και 2 του Π.Κ. ως προς τα διαθοθέντα εκ μέρους του αναιρεσίβλητου προς τους ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ και 2) απέρριψε συνακόλουθα αναγκαίως χωρίς περαιτέρω έρευνα και τους πέμπτο και έκτο λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας ως προς το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης και ως προς το αίτημα απαγγελίας προσωπικής κράτησης του αναιρεσίβλητου, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά τα αναφερόμενα μέρη της στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 8071/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα εις το σκεπτικό μέρη της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα μέρη της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ