1007/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1007 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1007/2009
Legislator headnote
AI generated1007/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1007 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1007/2009
Full text
Απόφαση 1007 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1007/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα-----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Tου αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βλάχο.
Του αναιρεσιβλήτου: 1.Σωματείου με την επωνυμία "ΑΜΑΛΙΕΙΟ ΟΙΚΟΤΡΟΦΕΙΟ ΘΗΛΕΩΝ" τέως "Αμαλιείο Ορφανοτροφείο Κορασίων", που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Καββαδία.
Του προσθέτως υπέρ του αναιρεσιβλήτου παρεμβαίνοντος παρεμβαίνοντος δια των προτάσεων: Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ασκούντος εποπτεία επί των υπέρ του Κράτους και κοινωφελών σκοπών ή ιδρυμάτων καταλειπομένων περιουσιών και δωρεών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Μακαρονίδη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/1995 προδικαστική, 760/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2267/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 9-3-2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ-Μουγάκου Μπρίλλη ανέγνωσε την από 24-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.ΑΠ 40/1996, Ολ.ΑΠ 16/1990). Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά της 19/1995 προδικαστικής απόφασης, και κατά της 760/2001 οριστικής αντίστοιχα, απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η έφεση κατά της οποίας, μετά από εξέταση της ουσίας, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 2267/2002, οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 80 και 81 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολ.ΑΠ 25/2004). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 126 παρ.1 του α.ν.2039/1939, η οποία ρητά διατηρήθηκε σε ισχύ με τη διάταξη του άρθρου 52 αριθ.18 του ΕισΝ ΚΠολΔ, επιτρέπεται η άσκηση από τον Υπουργό των Οικονομικών πρόσθετης παρέμβασης σε δίκες που ενδιαφέρουν οπωσδήποτε περιουσία που καταλήφθηκε υπέρ κοινωφελούς σκοπού κα με τις προτάσεις, χωρίς δηλαδή, να απαιτείται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η με ιδιαίτερο (χωριστό) δικόγραφο άσκηση της εν λόγω παρέμβασης και επίδοσή της στους διαδίκους, όπως ειδικότερα απαιτεί η διάταξη του άρθρου 81 παρ.1 ΚΠολΔ. Ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, επομένως, με τις από 14-1-2008 προτάσεις του, παραδεκτά παρεμβαίνει προσθέτως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου υπέρ του αναιρεσίβλητου σωματείου, ζητώντας να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, αφού πρόκειται για δίκη που ενδιαφέρει οπωσδήποτε περιουσία που καταλήφθηκε υπέρ κοινωφελούς σκοπού, πρόδηλο δε είναι στην περίπτωση αυτή το έννομο συμφέρον του Ελληνικού Δημοσίου για την άσκηση της εν λόγω παρέμβασης, η οποία κρίνεται αναγκαία για τη διασφάλιση των συμφερόντων του ένδικου κληροδοτήματος, με το με αριθμό ... έγγραφο της Δ/νσης Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. 'Υστερα απ'αυτά, η πρόσθετη αυτή παρέμβαση, που θεωρείται αυτοτελής, πρέπει να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης, 2267/2002, απόφασης του Εφετείου Αθηνών (άρθρα 31 παρ.1, 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ).
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια του άρθρου 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. 'Ετσι, δεν θεωρούνται έγγραφα αποδεικτικά, με την παραπάνω έννοια, τα διαδικαστικά, όπως είναι λ.χ. η εισηγητική έκθεση, που περιέχει τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν στην κρινόμενη υπόθεση, οι αμέσως πιο πάνω καταθέσεις, το δικόγραφο της έφεσης, καθώς και οι προτάσεις των διαδίκων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε με αυτή το περιεχόμενο: α) της 926/1997 εισηγητικής έκθεσης της Εισηγήτριας Δικαστή Φωτεινής Μάμαλη, β) των περιεχόμενων στην εν λόγω εισηγητική έκθεση καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης ... και ..., γ) της από 21-6-2001 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, δ) όλων των πρωτόδικων προτάσεων και των από 27-11-2001 προτάσεων του τελευταίου ενώπιόν του -Εφετείου-, κατά τη συζήτηση της έφεσής του μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και ε) των με αριθμούς..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., αντίστοιχα, προσωρινών διπλοτύπων είσπραξης, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του -Εφετείου- το αναιρεσίβλητο σωματείο, με το να απορρίψει την ένσταση ίδιας κυριότητας του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία ως και κατ'ουσίαν αβάσιμη και να δεχθεί την ένδικη διεκδικητική αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως προς μεν τα προμνημονευόμενα, με στοιχεία α-δ' έγγραφα, ως απαράδεκτοι, αφού τα εν λόγω έγγραφα αποτελούν διαδικαστικά της δίκης έγγραφα, ως προς δε τα υπό στοιχείο ε' έγγραφα ως αόριστοι, ενόψει του ότι δεν εκτίθεται σ'αυτούς ποιο είναι το περιεχόμενό τους και σε τι συνίσταται η επικαλούμενη παραμόρφωσή του, ποιο είναι, δηλαδή, το διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ.ΑΠ 27/1998 και 32/1996). Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ'επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Ο δεύτερος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το επίδικο ακίνητο κατέχεται από τον πατέρα του αναιρεσείοντος, και τον ίδιο πολύ πριν από το έτος 1945 και μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής με βάση μισθωτική σχέση που συνέδεε αυτούς και το αντίδικο σωματείο, με βάση δε την παραδοχή αυτή απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί κτήσης ίδιας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία ως και κατ'ουσίαν αβάσιμη, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της λόγω ελλιπών και ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται σ'αυτόν οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί σε τι συνίσταται το διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου, που οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό. Η περιλαμβανόμενη στο λόγο αυτό αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέα προεχόντως ως αόριστη, αφού δεν εκτίθεται σ'αυτόν σε τι συνίσταται η εν λόγω πλημμέλεια.
Για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται να είχε προταθεί νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της πρότασης αυτής (Ολ.ΑΠ 16/2000). Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 10 περιπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι ο πατέρας του αναιρεσείοντος ...μέχρι μεν το έτος 1945, ο ίδιος δε από το έτος 1945 και εφεξής εξακολουθητικά (μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής) συνδέονταν με το αναιρεσίβλητο σωματείο με μισθωτική σχέση σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, χωρίς να έχει διαταχθεί απόδειξη σε βάρος του τελευταίου με τη 19/1995 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου περί του ουσιώδους ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι το αντίδικο κοινωφελές σωματείο για την εκμίσθωση των ακινήτων του υπάγεται στον α.ν. 2039/1939 και στο από 30-11/4-12-1939 (άρθρο 57), β δ/μα, που απαιτούν, για το συστατικό τύπο της μίσθωσης, συμβολαιογραφικό έγγραφο (μετά από δημοπρασία), είναι απορριπτέος ως αόριστος, γιατί δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο, ότι ο αμέσως πιο πάνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος προτάθηκε παραδεκτά από μέρους του στο Εφετείο, και σε κάθε περίπτωση απαράδεκτος, γιατί δεν προτάθηκε ενώπιόν του με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045 και 199 ΑΚ, γιατί, μολονότι δέχθηκε ότι ο πατέρας του αναιρεσείοντος πολύ πριν από τον κατά το έτος 1945 επισυμβάντα θάνατό του, καθώς και ο ίδιος εφεξής εξακολουθητικά (μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής) νέμονταν το επίδικο ακίνητο, εν τούτοις απέρριψε τον ισχυρισμό του τελευταίου περί κτήσης ίδιας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία ως και κατ'ουσίαν αβάσιμο, περαιτέρω δε, γιατί δέχθηκε ότι τόσο ο πατέρας του αναιρεσείοντος, όσο και ο ίδιος κατείχαν εξακολουθητικά το επίδικο ακίνητο ως μισθωτές του αντίδικου σωματείου, λαμβάνοντας υπόψη μόνο τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, μολονότι οι μισθώσεις του αναιρεσιβλήτου, ως κοινωφελούς σωματείου, δεν συνάπτονται προφορικά, αλλά ύστερα από δημόσια δημοπρασία, τήρηση πρακτικών και σύνταξη του οικείου συμβολαιογραφικού εγγράφου, που αποτελεί το συστατικό τύπο τους-μισθώσεων-. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως προς μεν το πρώτο μέρος του, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο δέχθηκε άσκηση νομής διανοία κυρίου στο επίδικο ακίνητο τόσο του πατέρα του αναιρεσείοντος, όσο και του ιδίου, ως προς δε το δεύτερο μέρος του, ως απαράδεκτος, αφού η περιλαμβανόμενη στο λόγο αυτό αιτίαση ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, το από τις οποίες πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-3-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 2267/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου και του υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβαίνοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) και τριακόσια (300) ευρώ, αντίστοιχα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ