1007/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1007 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1007/2007
Legislator headnote
AI generated1007/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1007 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1007/2007
Full text
Απόφαση 1007 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1007/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ......., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρπιδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσίβλητης: ....., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Παπαδογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 795/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3431/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 29-11-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 12-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΑΚ συνάγεται, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης πραγματικού ισχυρισμού των διαδίκων υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να κάνει ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από αυτά, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Οι ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, σύμφωνα με το άρθρο 270 Κ.Πολ.Δ., αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου προκύπτει, αυτό απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και λύθηκε ο μεταξύ των διαδίκων γάμος λόγω ισχυρού κλονισμού των μεταξύ των συζύγων σχέσεων, από λόγους που αφορούν το πρόσωπο του εναγομένου (ΑΚ 1439), αφού έλαβε υπόψη του, όπως στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο πρωτοβαθμίου δικαστήριο, τις υπ' αριθμ. 17.663 και 17.664/19.11.2003 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του ειρηνοδίκη Αθηνών που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο ήδη αναιρεσείων και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα. Το ότι αναμφίβολα ελήφθησαν υπόψη οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις από το εφετείο, αποδεικνύεται αφ' ενός μεν από το ότι γίνεται ρητή μνεία αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφ' ετέρου δε από το ότι γίνεται αξιολόγηση των περιεχομένων σ' αυτές καταθέσεων με την αναφορά, ότι οι καταθέσείς των μαρτύρων που περιέχονται σ' αυτές είναι εντελώς αόριστες, διότι δεν αναφέρουν συγκεκριμένα περιστατικά αντισυζυγικής συμπεριφοράς της ενάγουσας. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι, κατά το οικείο μέρος τους, με τους οποίους ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβιάσεων από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' και αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στο εφετείο αντίστοιχα τις αιτιάσεις, ότι αυτό δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στις άνω, νομίμως ληφθείσες, ένορκες βεβαιώσεις που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα και ότι χωρίς απόδειξη απέρριψε την έφεσή του και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον διάδικο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που θεμελιώνουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι όμως και η αιτιολογημένη άρνηση αυτών, ούτε τα συμπεράσματα που αντλεί το δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για να είναι παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά γεγονότα, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός ήταν νόμιμος και επομένως ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης και να καθορίζεται ο τρόπος που αυτός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν ο ισχυρισμός είχε προταθεί νομίμως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, ο αναιρεσείων κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στο εφετείο την πλημμέλεια, ότι "δεν έλαβε υπόψη πράγματα που νομίμως προτάθηκαν...... Αφού παρέλειψε να διαλάβει στο σκεπτικό της απόφασής του το κρίσιμο και ουσιώδες στοιχείο της αδικαιολόγητης απομάκρυνσης της αντιδίκου από τη συζυγική οικία". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ποίον ισχυρισμό και με ποίο τρόπο αυτός επανέφερε στο εφετείο, τον οποίο το εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης, εξ αιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, η φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη του ουσιαστικού νόμου, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση της οποίες και δεν περιέχει και οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. ΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι "διέλαβε ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης που καθιστούν ανέφικτο τον ακυρωτικό έλεγχο γιατί δεν προήλθε ως έπρεπε κατά νόμο στη σύγκριση και αξιολόγηση του βαθμού της υπαιτιότητας εκάστου των διαδίκων μερών, αφού δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που αποκλείουν την υπαιτιότητα της αντιδίκου". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει την φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, μολονότι δε επικαλείται ανεπάρκεια των αιτιολογιών δεν αναφέρει ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η προβαλλόμενη απόφαση του εφετείου, ούτε τέλος αναφέρει τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Νοεμβρίου 2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3.431/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χiλια εκατόν εβδομήντα (1.170).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ