1007/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1007/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ή κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Full text
Απόφαση 1007 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1007/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων α) Χ, που δεν παρέστη και β) Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γιαννάκη Ιωάννου, για αναίρεση της με αριθμό 400/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ και με πολιτικώς ενάγοντα το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Oικονoμικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. Αντώνη Αντωνίου. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27 Ιουνίου 2005 και 21 Ιουνίου 2005, αντίστοιχα, αιτήσεις τους περί αναιρέσεως, καθώς και στους από 24 Νοεμβρίου 2005, αντίστοιχα, προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1291/2005.
Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 27 Ιουνίου 2005 αίτηση αναίρεσης του Χ και να απορριφθεί η από 21 Ιουνίου 2006 αίτηση αναίρεσης του Ψ, καθώς και οι από 24 Νοεμβρίου 2005 πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση από 21.6.2005 και 27 Ιουνίου 2005 αιτήσεις αναιρέσεως των Ψ και Χ, αντιστοίχως, οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής υπ΄αριθ. 400/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, λόγω της πρόδηλης συναφείας τους, πρέπει να συνεκδικαστούν.
Από τα αποδεικτικά με χρονολογία 14.10.2005 του δικαστικού επιμελητή ..... και 14.11.2005 της δικαστικής επιμελήτριας των Δικαστηρίων ..... προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, δι΄ επιδόσεως της κλήσεως στην κατοικία του δια θυροκολλήσεως (αποδεικτικό της 14.10.2005) και δια κλητεύσεως του ορισθέντος με την αναίρεσή του ως αντικλήτου δικηγόρου Φραγκίσκου Βαρθαλίτη (αποδεικτικό της 14.11.2005).
Κατά συνέπεια, πρέπει η αναίρεσή του να απορριφθεί και να καταδικασθεί στα έξοδα και τη δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 501 παρ. 1 εδ. α΄ και 340 παρ. 2 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 48 παρ. 1 και 24 παρ. 1 του Ν.3160/30.6.2003, αντιστοίχως, στα πλημμελήματα επιτρέπεται η εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από συνήγορο, ο οποίος διορίζεται για το σκοπό αυτόκατά το άρθρο 42 παρ.2 του ίδιου Κώδικα από τον κατηγορούμενο και με απλή έγγραφη δήλωσή του, της γνησιότητας της υπογραφής του βεβαιουμένης από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο.
Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί γι΄ αυτόν όλες τις διαδικαστικές πράξεις. Η εκπροσώπησή του όμως αυτή δεν περιλαμβάνει και την κατά το άρθρο 366 του ΚΠΔ απολογία του, η οποία είναι πάντοτε προφορική και άμεση, πρέπει δε να δίνεται από τον ίδιο και όχι από τον εκπροσωπούντα αυτόν, ο οποίος δεν αποκτά την ιδιότητα του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να απολογηθεί για λογαριασμό του και να απαντά στις τυχόν ερωτήσεις αντ΄ αυτού.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ΄ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του εφαρμόστηκε.
Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ή κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Δεν αποτελεί όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του Κ. Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες και δη, τον μεν εξ αυτών Ψ, για λαθρεμπορία κατ΄ εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα, από την οποία οι δασμοί και οι λοιποί φόροι που στερήθηκε το Δημόσιο ανέρχονται σε σημαντικό ποσό, τον δε εξ αυτών Χ, για άμεση συνέργεια σε λαθρεμπορία κατ΄ εξακολούθηση, από την οποία οι δασμοί και οι λοιποί φόροι που στερήθηκε το Δημόσιο ανέρχονται σε σημαντικό ποσό και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως, τεσσάρων (4) ετών και έξι (6) μηνών στον πρώτο και ενός (1) έτους και έξι (6) μηνών στον δεύτερο.
Την ανωτέρω περί ενοχής κρίση του το Τριμελές Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στήριξε στα αναφερόμενα σ΄ αυτό, γενικώς κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων δεν διαλαμβάνονται οι απολογίες των κατηγορουμένων, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, δεν ήταν παρόντες κατά την εκδίκαση των εφέσεών τους και εκπροσωπήθηκαν κατ΄ αυτήν από συνηγόρους, που είχαν διορίσει νομίμως.
Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι από τον εκ των αναιρεσειόντων, Ψ με το κύριο δικόγραφο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ και Δ΄ του Κ.Ποιν.Δ λόγοι αναιρέσεως, με τον πρώτο των οποίων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή δεν δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο του, που τον εκπροσωπούσε στη δίκη για να απολογηθεί για λογαριασμό του και με τον δεύτερο, για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επειδή δεν γίνεται καμμιά αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως των απολογιών των κατηγορουμένων, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν, ο δε προβαλλόμενος από τον εκ των αναιρεσειόντων Χ με το δικόγραφο της αναιρέσεώς του μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ΄ του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά τα άνω επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επειδή α)πουθενά δεν αναφέρει στο σκεπτικό της «τον τρόπο με τον οποίο έγινε η μεταβίβαση των πληροφοριών για τις αφίξεις των εμπορευματοκιβωτίων» και β)ουδέν αναφέρει «για κάποιον ....., τον οποίον μνημόνευσαν οι μάρτυρες ...., .....
και ....., στις καταθέσεις των οποίων αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση προς επίρρωση του καταληκτικού της συμπεράσματος», κατά το πρώτο μεν σκέλος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ο τρόπος μεταβιβάσεως των πληροφοριών των αφίξεων των εμπορευματοκιβωτίων, δεν ανάγεται, ούτε στα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, ούτε στα συστατικά στοιχεία (αντικειμενικά ή υποκειμενικά) της συμμετοχικής δράσεως του αναιρεσείοντος στην άδικη πράξη της λαθρεμπορίας με την μορφή της άμεσης συνέργειας, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, κατά δε το δεύτερο σκέλος του, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί, διότι με την επίκληση, κατ΄ επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επιχειρεί ο αναιρεσείων να πλήξει την περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 του Κ.Ποιν.Δ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ΄ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου εγγράφων, που δεν είναι βεβαία η ανάγνωση τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ. Α΄ του ΚΠΔ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, εκτός αν αυτά αναφέρονται απλώς ιστορικώς στο αιτιολογικό της απόφασης ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης προκύπτει ότι, αν και οι καταθέσεις των απόντων μαρτύρων, ..... και ....., που δόθηκαν κατά την προδικασία, δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, ούτε το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα, εν τούτοις στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται μνεία των καταθέσεων αυτών.
Όμως, από το περιεχόμενο του σκεπτικού της εν λόγω αποφάσεως προκύπτει, ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών λήφθηκαν υπόψη και συναξιολογήθηκαν σε συνδυασμό με την αναγνωσθείσα (υπ΄αριθμ. 53 του καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων) κατάθεση του μάρτυρος Φ, για τον προσδιορισμό της ταυτότητας ως μισθωτή και τη θεμελίωση της ενοχής του συγκατηγορουμένου των αναιρεσειόντων, Ζ και πιο συγκεκριμένα, για τον προσδιορισμό του προσώπου που μίσθωσε από τον Φ, ως ....., την επί της οδού ....
κειμένη αποθήκη (υπ΄ αριθμ.54 του καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων), εντός της οποίας ο Ζ κατείχε 448 χαρτοκιβώτια με τσιγάρα, μάρκας SUPER KING και 436 χαρτοκιβώτια με τσιγάρα, μάρκας REGAL,που είχε εισαγάγει παρανόμως από την Κύπρο χωρίς να καταβάλει τον αναλογούντα στα εμπορεύματα αυτά ειδικό φόρο κατανάλωσης.
Δηλαδή, οι μη αναγνωσθείσες καταθέσεις των μαρτύρων αυτών λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του κατηγορουμένου, Ζ και συνακολούθως, για την εξαγωγή της περί ενοχής αυτού κρίσεως του Δικαστηρίου για το έγκλημα της λαθρεμπορίας, χωρίς αυτό να ασκεί καμμιά επιρροή έστω και έμμεση, για την κήρυξη ως ενόχου και του αναιρεσείοντος Ψ για το έγκλημα της λαθρεμπορίας, για το οποίο ο αναιρεσείων καταδικάστηκε και είναι διάφορο εκείνου που αποδόθηκε στον Ζ.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α΄του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων, του αναιρεσείοντος Ψ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα επειδή λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο που την εξέδωσε, έγγραφα κατά του αναιρεσείοντος, των οποίων δεν προκύπτει η ανάγνωση στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί.
Περίπτωση μη αναγνώσεως εγγράφου, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, υπάρχει και όταν το έγγραφο ήταν συνταγμένο σε ξένη γλώσσα και αναγνώσθηκε, χωρίς να βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενό του. Στην περίπτωση αυτή πάντως πρέπει, για να επέλθει ακυρότητα, να αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα αναγνωσθέντα έγγραφα είχαν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα και ποία ακριβώς και ότι αναγνώσθηκαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Ψ αναφέρεται, στα αναγνωσθέντα, όπως, στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, έγγραφα, με αριθ. 15, με τον προσδιορισμό «αλληλογραφία με τη Γαλλική Πρεσβεία στην Ιταλία με αριθ.803/1998 από 15-9-1998, που αποτελείται από: α) μία σελίδα με χειρόγραφο κείμενο, β) μία μηχανογραφημένη σελίδα αναζήτησης του φυσικού προσώπου, ....., γ) μία σελίδα με τα αποτελέσματα της επίσης συνημμένης υπ΄ αριθ.7449/18-9-1998 εντολής ελέγχου ή έρευνας που υπογράφει ο προϊστάμενος εφοριακός ΠΕ Α΄ .....» και με αριθ.19 έγγραφο με τον προσδιορισμό «αλληλογραφία με Δανία με αριθ.99/98-5131-150/2-2-1999».
Από τον προσδιορισμό όμως των εγγράφων αυτών στα πρακτικά, δεν προκύπτει εναργώς, ότι τα έγγραφα αυτά είχαν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα και ποία ακριβώς και σε κάθε περίπτωση, ότι αυτά αναγνώσθηκαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση, ώστε να τεθεί θέμα ακυρότητας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 δ΄ του ΚΠΔ. Εξ άλλου, από τον προσδιορισμό του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων συνάγεται ότι πρόκειται περί διαδικαστικών-διαβιβαστικών εγγράφων και όχι περί εγγράφων, σχετιζομένων με την ενοχή του αναιρεσείοντος, το περιεχόμενο άλλωστε των οποίων, ιστορικώς προκύπτει και από τις καταθέσεις των ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία και η ανάγνωσή τους.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α΄του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο πλήττεται από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, επειδή το εκδόσαν αυτήν Δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα κρίσεως του ξενόγλωσσα έγγραφα, χωρίς αυτά να συνοδεύονται από νόμιμη ελληνική μετάφραση ή να βεβαιώνεται στην απόφαση, ότι ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως το περιεχόμενο τους, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 577 παρ.2 εδ.α΄, β΄ και δ΄ του ΚΠΔ «το δελτίο του ποινικού μητρώου επισυνάπτεται υποχρεωτικά με ευθύνη του αρμόδιου γραμματέα σε κάθε δικογραφία για εγκλήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου και άνω μέσα σε σφραγιστό αδιαφανή φάκελλο και αποσφραγίζεται μόνο μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του δικαστηρίου, γενομένης ειδικής μνείας στα πρακτικά.
Σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως κατά της καταδικαστικής απόφασης, το δελτίο ποινικού μητρώου σφραγίζεται και πάλι με ευθύνη του γραμματέα της έδρας του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου σε αδιαφανή φάκελο, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά του προηγουμένου εδαφίου. Η παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων από τον γραμματέα συνεπάγεται την πειθαρχική του ευθύνη».Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αντίγραφο του ποινικού μητρώου επισυνάπτεται υποχρεωτικά με ευθύνη του αρμοδίου γραμματέα σε κάθε δικογραφία για εγκλήματα της αρμοδιότητας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και πάνω μέσα σε σφραγιστό αδιαφανή φάκελο, ο οποίος αποσφραγίζεται μετά την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου και πριν από την έκδοση της αποφάσεως περί ποινής, την ίδια δε υποχρέωση για φύλαξη του ποινικού μητρώου σε αδιαφανή φάκελο έχει και ο γραμματέας του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου επί ασκήσεως εφέσεως κατ΄ αυτής.
Περαιτέρω από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, ότι η ανάγνωση στο ακροατήριο του ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου είναι αναγκαία, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο το λαμβάνει υπόψη, κατά νόμιμη υποχρέωση, στο στάδιο της διαδικασίας που ακολουθεί την περί ενοχής απόφαση και δη, κατά την επιβολή της ποινής και τη χορήγηση ή μη στον καταδικασθέντα αναστολής εκτελέσεως της επιβληθείσης ποινής, η ύπαρξη δε αυτού στη δικογραφία και η τοποθέτησή του εντός αποσφραγισμένου φακέλου ή εκτός αυτού ή εντός σφραγιστού διαφανούς φακέλου, δεν παράγει ακυρότητα της διαδικασίας, αφού δεν απαγγέλλεται τέτοια από τις προδιαληφθείσες διατάξεις, παρά μόνο συνεπάγεται την πειθαρχική ευθύνη του αρμοδίου για τη φύλαξη εντός σφραγιστού αδιαφανούς φακέλου του ποινικού μητρώου γραμματέα, ούτε προκαλείται ακυρότητα της διαδικασίας, όταν το δελτίο του ποινικού μητρώου, δεν διαβάστηκε στο ακροατήριο και δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του για την ενοχή του κατηγορουμένου, διότι στην περίπτωση αυτή δεν παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 εδ.
δ΄ του ΚΠΔ, που καθορίζει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.
Στην προκειμένη περίπτωση. από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του σχετικά με την τέλεση από τον αναιρεσείοντα του αξιόποινου αδικήματος της λαθρεμπορίας, δεν έλαβε υπόψη του, αμέσως ή εμμέσως, ούτε συνεκτίμησε καθ΄οιονδήποτε τρόπο με τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό αυτής αποδεικτικά μέσα, το αντίγραφο του ποινικού μητρώου του αναιρεσείοντος ή και οποιουδήποτε άλλου από τους συγκατηγορουμένους του, ενώ, εξ άλλου, από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι μετά την απόφαση περί ενοχής των κατηγορουμένων διαβάστηκαν τα ποινικά τους μητρώα (εκ παραδρομής γίνεται μνεία στα πρακτικά ότι διαβάστηκε το ποινικό μητρώο «του κατηγορουμένου» αντί των κατηγορουμένων), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ.2 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 1805/1988, οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ από 4-4-2002.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενος με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, επειδή τα αντίγραφα των ποινικών μητρώων των συγκατηγορουμένων του αναιρεσείοντος, από τα οποία προέκυπταν καταδίκες αυτών εκτός των άλλων αξιοποίνων αδικημάτων και για οικονομικά εγκλήματα, ευρίσκονται χύδην ανάμεσα στα άλλα έγγραφα της δικογραφίας και ως εκ τούτου το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή των κατηγορουμένων, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ.δ΄ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ανάγνωση τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ.
Α΄του Κ.Ποιν.Δ, γιατί αποστερείται έτσι το κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του.
Είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιό έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν βέβαια με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του Κ.Ποιν.Δ), τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου.
Ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του που ενδεχομένως περιλαμβάνει και το συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς στήριξε την κρίση του για την ενοχή των κατηγορουμένων, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα αναγνωσθέντα έγγραφα, ανάμεσα στα οποία: α) το χωρίς αριθμό θεώρηση δηλωτικό απόσπασμα – κατάσταση εισαγωγής εμπορευμάτων, β) πορισματική αναφορά που συνέταξαν οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ ΠΔ Αττικής, ....., ....., ....., ....., ..... και ..... (αριθ. υπόθ.1873/1999), γ) πορισματική αναφορά με χρονολογία 9-12-1998 των υπαλλήλων του ΣΔΟΕ Αττικής, ....., ....., ..... και ....., δ) χειρόγραφη εξουσιοδότηση σε πράσινο χαρτί με σφραγίδα της εταιρείας MEGA TRADE και DISTRIBUTION SA, ε) έκθεση προσδιορισμού δασμών κλπ χωρίς χρονολογία που υπογράφει η ελεγκτής, ....., στ) δύο εκθέσεις προσδιορισμού δασμών κλπ.,που υπογράφει η ελεγκτής ....., ζ) το από 1-7-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής στέγης, η) το από 1-10-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης και θ) διασαφήσεις με χρονολογία 29-10-1998, των οποίων το περιεχόμενο γνωστοποιήθηκε.
Με την άνω αναφορά των εγγράφων αυτών, εφόσον μάλιστα, δεν προκύπτει, ότι στη δικογραφία υπήρχαν και άλλα έγγραφα, φέροντα τον ίδιο μάλιστα τίτλο με αυτά με διαφορετικό περιεχόμενο, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά προσθέτων στοιχείων για τον προσδιορισμό τους, εν όψει ιδίως του ότι, μετά την πραγματική ανάγνωσή τους, έγιναν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες, οι οποίοι πλέον είχαν τη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α΄ του Κ.Ποιν.Δ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, με αποτέλεσμα να στερηθούν αυτοί της δυνατότητας να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 2 παρ.1β και 3 της απόφασης του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 24-6-1998, που εγκρίθηκε με την 76742/1937/23 Αυγούστου 1988 (ΦΕΚ Β΄622/25-8-1988) απόφαση των Υπουργών Αναπληρωτή Εξωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και κυρώθηκε με το άρθρο 37 του Ν.1828/1989 (ΦΕΚ Α΄2/3-1-1989), « 1. Συνιστούν ιδίους πόρους που εγγράφονται στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων τα έσοδα που προέρχονται από α)……,β)τους δασμούς του κοινού δασμολογίου και τους λοιπούς δασμούς, που θεσπίζονται ή θα θεσπισθούν από τα όργανα των Κοινοτήτων επί των συναλλαγών με χώρες μη μέλη, από τους δασμούς που επιβάλλονται στα προϊόντα, τα οποία υπάγονται στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα. 3.
Τα Κράτη μέλη παρακρατούν, ως έξοδα είσπραξης το 10% των ποσών, που πρέπει να καταβάλλονται, σύμφωνα με την παρ.1 εδ. α΄ και β΄. Σύμφωνα με τις τελευταίες αυτές διατάξεις, οι οικονομικές επιβαρύνσεις των εμπορευμάτων που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως από χώρα μη μέλος, αποτελούν ιδίους πόρους αυτής και εισπράττονται για λογαριασμό της με βάση το κοινοτικό δασμολόγιο από το Κράτος-Μέλος, στο έδαφος του οποίου εισέρχονται και το οποίο ακολούθως υποχρεούται να καταβάλλει σε ειδικό λογαριασμό, που για το σκοπό αυτό έχει ανοιχθεί στο όνομά της, αφού όμως παρακρατήσει ποσοστό 10% για έξοδα εισπράξεως αυτών».
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το Δημόσιο, στην ανωτέρω περίπτωση είναι αμέσως ζημιούμενο κατά το σύνολο του ποσού των δασμών (100%), που απέφυγε ή επιδίωξε να αποφύγει να καταβάλει ο δράστης και όχι μόνο κατά το ποσό των δασμών που αναλογεί στο 10% του συνολικού ποσού αυτών που δικαιούται το Δημόσιο να παρακρατήσει, για έξοδα εισπράξεως αυτών, αφού το υπόλοιπο ποσό που αναλογεί στο 90% του συνολικού ποσού των δασμών, είναι υποχρεωμένο να καταβάλει το Δημόσιο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για ολόκληρο δε το ποσό αυτό(100%)των εισπραχθέντων ή διαφυγόντων δασμών, νομιμοποιείται ενεργητικώς το Ελληνικό Δημόσιο να παραστεί ως πολιτικώς ενάγον για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σύμφωνα με το άρθρο 18 του ΝΔ 72/1973 «κατά το οποίο, επί παραβάσεως φορολογικής, δασμολογικής ή τελωνειακής ποινικής διατάξεως, ανεξαρτήτως πάσης άλλης αξιώσεως, το δημόσιο δύναται εις πάσαν περίπτωσιν να παραστεί ως πολιτικώς ενάγον».
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 100 παρ.1 στοιχ. β΄ του Ν. 1065/1918 «περί Τελωνειακού Κώδικος»,όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΑΝ 2081/1939, «λαθρεμπορία είναι και πάσα οιαδήποτε ενέργεια σκοπούσα να στερήσει το Δημόσιο των υπ΄ αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν έτι ταύτα εισπράχθησαν κατά τρόπον έτερον ή τον υπό του νόμου οριζόμενον».
Από τη διάταξη αυτή και ιδίως από τη γενικότητά της, η οποία, μαζί με τις περιπτώσεις της παρ.2 του ίδιου άρθρου, διευρύνει την έννοια της λαθρεμπορίας, συνάγεται ότι με τον όρο «πάσα οιαδήποτε ενέργεια» νοούνται και όλα τα τεχνάσματα, τα οποία η ανθρωπίνη εφευρετικότητα ήθελε επινοήσει, με σκοπό να αποφευχθεί η προς το ελληνικό δημόσιο, για τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, πληρωμή των οφειλόμενων εισαγωγικών δασμών, τελών, φόρων και λοιπών δικαιωμάτων.
Το έγκλημα αυτό τελείται στην περίπτωση αυτή με τη χρησιμοποίηση οποιωνδήποτε τεχνασμάτων, που αποβλέπουν να στερηθεί το δημόσιο από τους δασμούς, τέλη, φόρους και λοιπά δικαιώματα, στα οποία υπόκεινται κατά νόμον τα εμπορεύματα που έχουν εισαχθεί από τα σύνορα του κράτους ή έχουν εξαχθεί από αυτά. Στην έννοια των τεχνασμάτων περιλαμβάνονται και όλες οι προπαρασκευαστικές της λαθρεμπορίας πράξεις, οι οποίες συνιστούν το ιδιώνυμο έγκλημα της δεύτερης περίπτωσης τελεσμένο (του οποίου απόπειρα δεν είναι νοητή),για το οποίο προβλέπεται ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός έτους ( άρθρο 102 παρ.
Ιβγ Ν.1165/1918). Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεστεί και από περισσότερους του ενός δράστες, κατά συναυτουργία, οία υπάρχει σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, όταν οι περισσότεροι δράστες συμπράττουν στην εκτέλεση της κύριας πράξης και ο καθένας από αυτούς θέλει ή αποδέχεται να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος.
Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι αυτή πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Τέλος, από το άρθρο 98 παρ.1 του Π.Κ. προκύπτει ότι, κατ΄ εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες επί μέρους ομοειδείς πράξεις, οι οποίες έχουν αυτοτέλεια και διακρίνονται χρονικώς μεταξύ τους, προσβάλλουν δε το ίδιο έννομο αγαθό και συνδέονται με ταυτότητα της προς εκτέλεση αυτών αποφάσεως (ενότητα δόλου).
Η αυτοτέλεια των μερικότερων πράξεων συνίσταται στο ότι, κάθε μία από αυτές περιέχει τα στοιχεία, που συγκρατούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος, ενώ δεν απαιτείται ταυτότητα του φορέως του προσβαλλόμενου έννομου αγαθού, εκτός αν οι πράξεις αυτές στρέφονται κατά προσωποπαγούς έννομου αγαθού, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση απαιτείται οι εν λόγω πράξεις να στρέφονται κατά του αυτού παθόντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε ανελέγκτως και με αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που επιτρεπτώς κατ΄ είδος αναφέρει, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων Ψ με βάση κοινό εγκληματικό σχέδιο και την κατανομή αρμοδιοτήτων στην εφαρμογή του που συμφώνησε με τον συγκατηγορούμενό του, Ζ, με περισσότερες επί μέρους πράξεις που αυτός μόνος τέλεσε και που συνιστούν εξακολούθηση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας Α) Στον Πειραιά, προέβη σε ενέργειες που σκοπούσαν να στερήσουν το Ελληνικό Δημόσιο των υπ΄ αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων, χρησιμοποιώντας προς τούτο τεχνάσματα και συγκεκριμένα στις 15-10-1998 με την ιδιότητα του ως εξαγωγέας εξήγαγε από την Λεμεσσό Κύπρου με προορισμό τον Πειραιά, δηλώνοντας ψευδώς ότι εξήχθηκαν από το Ρότερνταμ, τα υπ΄ αριθμ. ...
και ... εμπορευματοκιβώτια, για τα οποία δηλώθηκε ψευδώς ότι περιέχουν 160 βαρέλια με χυμούς φρούτων, ενώ αυτά περιείχαν 30.400 χιλιόγραμμα καθαρό οινόπνευμα και επίσης εξήγαγε από Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, μέσω Λεμεσσού με προορισμό τον Πειραιά, δηλώνοντας ψευδώς ότι εισήχθη από το Ρότερνταμ, το υπ΄ αριθμ. ...
εμπορευματοκιβώτιο, για το οποίο δηλώθηκε ψευδώς ότι περιέχει 390 κλινοσκεπάσματα, ενώ αυτό περιείχε 408.500 πακέτα με τσιγάρα μάρκας REGAL, επιμελώς κρυμμένα πίσω από 40 χαρτοκιβώτια με κλινοσκεπάσματα. Τα παραπάνω έπραξε με σκοπό να διαθέσει αυτά στην εσωτερική κατανάλωση στην Ελλάδα, χωρίς να καταβάλει τον ειδικό φόρο κατανάλωσης που αναλογούσε σ΄ αυτά και που ανέρχεται για μεν το οινόπνευμα στο ιδιαίτερα σημαντικό ποσό των 138.303.790 δραχμών, για δε τα τσιγάρα στο ιδιαίτερο σημαντικό ποσό των 241.882.755 δραχμών, Β) Στον Πειραιά, προέβη σε ενέργειες που σκοπούσαν να στερήσουν το Ελληνικό Δημόσιο των υπ΄αυτού εισπρακτέων δασμών φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων, χρησιμοποιώντας προς τούτο τεχνάσματα και συγκεκριμένα στις 18-8-1998, με την ιδιότητα του ως εξαγωγέας, εξήγαγε από τη Λεμεσσό της Κύπρου με προορισμό τον Πειραιά, τα υπ΄ αριθμ. ...
και ... εμπορευματοκιβώτια με περιεχόμενο 160 βαρέλια καθαρό οινόπνευμα, βάρους 34.200 χιλιόγραμμων, στις 22-4-1998 εξήγαγε τα υπ΄ αριθμ. ... και ... εμπορευματοκιβώτια, με περιεχόμενο 34.700 χιλιόγραμμα καθαρό οινόπνευμα και στις 2-2-1998 εξήγαγε τα υπ΄ αριθμ. ..., ..., ... και ... εμπορευματοκιβώτια, με περιεχόμενο 69.400 χιλιόγραμμα καθαρό οινόπνευμα δηλώνοντας ψευδώς ότι όλα τα εμπορευματοκιβώτια περιέχουν χυμούς φρούτων.
Τα παραπάνω έπραξε με σκοπό να διαθέσει τις ως άνω ποσότητες καθαρού οινοπνεύματος στην εσωτερική κατανάλωση και δη στην Ελλάδα, χωρίς να καταβάλει τον ειδικό φόρο που αναλογούσε σ΄ αυτό και που ανέρχεται στο ιδιαίτερο σημαντικό ποσό των 628.940.805 δραχμών και Γ) Στον Πειραιά προέβη σε ενέργειες που σκοπούσαν να στερήσουν το Ελληνικό Δημόσιο των υπ΄ αυτού εισπρακτέων δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων, χρησιμοποιώντας προς τούτο τεχνάσματα και συγκεκριμένα στις 12-10-1998 εξήγαγε από τα Αραβικά Εμιράτα μέσω Λεμεσσού, με προορισμό τον Πειραιά τα υπ΄ αριθμ. ..., ..., ...
και ... εμπορευματοκιβώτια, έμφορτα με 1.527.000 πακέτα τσιγάρα, επιμελώς κρυμμένα πίσω από χαρτοκιβώτια με 576 ψηστιέρες, με σκοπό να διαθέσει αυτά στην εσωτερική κατανάλωση, χωρίς να καταβάλει τον ειδικό φόρο που αναλογούσε σε αυτά και ανέρχεται στο ιδιαίτερο σημαντικό ποσό των 886.158.765 δραχμών. Στη συνέχεια δε κήρυξε αυτόν ένοχο λαθρεμπορίας κατ΄ εξακολούθηση, με ιδιαίτερα τεχνάσματα, από την οποία οι δασμοί και λοιποί φόροι που στερήθηκε το Δημόσιο ανέρχονται σε σημαντικό ποσό και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών και έξι (6) μηνών.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού παραθέτει τις αποδείξεις, στις οποίες στήριξε την περί ενοχής κρίση του κα εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας κατ΄ εξακολούθηση, από κοινού, με ιδιαίτερα τεχνάσματα, από την οποία οι δασμοί και οι λοιποί φόροι που στερήθηκε το Δημόσιο ανέρχονται σε σημαντικά ποσά, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, καθώς και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 100 παρ.1 εδ.
β΄ του Ν. 1165 / 1918, 98 παρ.1, 45 του Π.Κ. και 2 παρ.1 β και 3 της αποφάσεως του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 24 Ιουνίου 1988, που εγκρίθηκε με την 76742/23 Αυγούστου 1988 απόφασης του Υπουργού Αναπληρωτή Εξωτερικών. Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και κυρώθηκε με το άρθρο 37 του Ν.1828/1989, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, παραβίασε.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων διέπραξε τις μερικότερες πράξεις λαθρεμπορίας με την ιδιότητά του, ως εξαγωγέα, από τη Λεμεσσό της Κύπρου δια της εταιρείας του στην Κύπρο « ELVET TRADING L.T.D» και ακόμη, ότι τα ιδιαίτερα τεχνάσματα, που αυτός μεταχειρίστηκε, συνίσταντο στις υπό στοιχ.
Α΄ και Β΄ περιπτώσεις: α) στην ψευδή δήλωσή του, ότι τα εντός των εμπορευματοκιβωτίων (ΚΟΝΤΑΙΝΕRRS) μεταφερόμενα βαρέλια περιείχαν χυμούς φρούτων, ενώ αυτά περιείχαν τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης ποσότητες καθαρού οινοπνεύματος και στην υπό στοιχ. Γ΄ περίπτωση, ότι τα εντός των εμπορευματοκιβωτίων μεταφερόμενα 1.527.000 πακέτα τσιγάρων, ήταν επιμελώς κρυμμένα πίσω από χαρτοκιβώτια με 576 ψηστιέρες και β) στην πολυπλοκότητα των δηλωθεισών διαδρομών των συγκεκριμένων λαθρεμπορευμάτων, μέχρι του τελικού αυτών προορισμού στον Πειραιά, οι οποίες προκύπτουν από την έκθεση των πραγματικών περιστατικών στο σκεπτικό της ανωτέρω αποφάσεως.
Περαιτέρω, εκ περισσού αιτιολογείται η κατά προσυνεννόηση τέλεση εκ των επί μέρους λαθρεμπορικών πράξεων με το συγκατηγορούμενό του, Ζ, εκείνης της υπό στοιχ. Γ΄, με την αναφορά στο σκεπτικό, ότι την επί μέρους αυτή πράξη τέλεσε βάσει κοινού εγκληματικού σχεδίου και της κατανομής των αρμοδιοτήτων, που αυτό προέβλεπε, Η αιτιολογία αυτή δεν ήταν αναγκαία, διότι, όπως από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ο αναιρεσείων τέλεσε όλες τις ανωτέρω επί μέρους λαθρεμπορικές πράξεις, ως αυτουργός.
Τέλος, η κρίση, αν περισσότερες πράξεις μπορούν να θεωρηθούν έγκλημα κατ΄ εξακολούθηση, ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων, η οποία καταλείπεται στο δικαστήριο της ουσίας και είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Άλλωστε, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1 και 98 παρ.1 του Π.Κ, προκύπτει ότι, αν το δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε, ότι το έγκλημα για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τελέστηκε κατ΄ εξακολούθηση και εσφαλμένα εφήρμοσε το άρθρο 98 παρ.1 αντί του άρθρου 94 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ο καταδικασθείς δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση, διότι η ποινική του μετεταχείριση είναι επιεικέστερη.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων του αναιρεσείοντος Ψ, με τον πρώτο των οποίων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και με το δεύτερο για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφήρμοσε, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με τον πρώτο απ΄ αυτούς, πλήττεται με την επίκληση κατ΄ επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας, αναφορικώς με την τέλεση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, κατ΄ εξακολούθηση, η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν.
Μετά ταύτα, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, καθώς και σε εκείνα του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 27 Ιουνίου 2005 και 21 Ιουνίου 2005 αιτήσεις των 1) Χ και 2) Ψ και τους προσθέτους λόγους, αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ΄ αριθ.400/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Απορρίπτει τις αιτήσεις και τους προσθέτους λόγους. Και,
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ, καθώς και σε εκείνα του πολιτικώς ενάγοντος εκ διακοσίων ενενήντα έξι (296) ευρώ του καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ