Legislator Case Law & Legislation
1006/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against enforcement order due to lack of explicit intent to violate prior judgment.

Case Number 1006/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance enforcement order, remanding the case for further proceedings. The court found the lower court's decision insufficient because it lacked explicit reasoning establishing the specific intent required to violate a prior judgment. Consequently, the appeal was accepted, the case was remitted to a different judge for retrial, and the losing parties were ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 937(1)(b), (c) of the Code of Civil Procedure; Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure: An enforcement order based on a prior judgment may be challenged by appeal, and such an order is void if the lower court fails to explicitly establish the requisite intent to violate the prior judgment.

Keywords

AI generated
enforcement order appeal intent to violate judgment lack of explicit reasoning remittal for retrial legal costs allocation Code of Civil Procedure prior judgment violation

Cited Legislation

AI generated
Art. 937(1)(b), (c) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 189(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 191(2) of the Code of Civil Procedure
Art. 495(3), (4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1006 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1006/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Η Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Λαδά, πληρεξούσιο δικηγόρο, Προϊστάμενο της Δ/νσης των Νομικών Υπηρεσιών της, ο οποίος παραστάθηκε και διόρισε τους πληρεξούσιους δικηγόρους Γεώργιο Τριανταφυλλάκη, Δημήτριο Τσικρικά, Θεόδωρο Λύτρα και Σπυρίδωνα Τσαντίνη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) της υπό εκκαθάριση τελούσας ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Σ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το δ.τ. "E. S. Α.Ε.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Κωνσταντίνου Καλαβρού, Γεωργίου Σωτηρόπουλου, Δημητρίου Μπαμπινιώτη και Θεόδωρου Φορτσάκη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και 2) Ι. Ρ. χήρα Ι., κατοίκου ..., ως νόμιμης εκπροσώπου της υπό εκκαθάριση ως άνω εταιρίας και μοναδικής καθολικής διαδόχου εκ διαθήκης, του αποβιώσαντος, αρχικού διαδίκου Ι. Ρ. του Π., που παραστάθηκε μετά των ως άνω πληρεξουσίων δικηγόρων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2018 αγωγή και από 18-5-2018 αίτηση των ήδη αναιρεσίβλητων, τις από 22-5-2018 και 25-5-2018 πρόσθετες παρεμβάσεις που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν η 39/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3784/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-9-2021 αίτησή της και τους από 13-1-2022 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 937 παρ. 1 εδ. β και γ, όπως ίσχυε από 1.1.2016 μετά την τροποποίηση με το ν. 4335/2015, στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση σε περίπτωση εκτέλεσης, που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση μόνο έφεσης. Στις λοιπές περιπτώσεις των εκτελεστών τίτλων του άρθρου 904 παραγρ. 2, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση όλων των ενδίκων μέσων πλην της ανακοπής ερημοδικίας.

Στις περιπτώσεις των προηγουμένων εδαφίων η άσκηση ενδίκου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός αν το δικαστήριο του ενδίκου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται και αυτοτελώς, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.,διατάξει την αναστολή υπό τoυς όρους που αναφέρονται σε αυτό.

Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η ανακοπή, μπορεί μετά από αίτηση του ανακόπτοντος, που δικάζει με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 947 παρ.1 ΚΠολΔ, όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωσή του, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες [100.000] ευρώ υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση έως ένα έτος.

Αν η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης δεν περιέχεται στην απόφαση που καταδικάζει τον οφειλέτη να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, απαγγέλεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο. Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση.

Στην τελευταία περίπτωση δικάζει σύμφωνα με τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ. Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 947 § 1 του ΚΠολΔ, η οποία, κατά το μέρος, που προβλέπει ποινές, έχει χαρακτήρα κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον με αυτή θεσπίζεται ενοχή από αδικοπραξία, προκύπτει ότι η διαδικασία της έμμεσης αυτής αναγκαστικής εκτέλεσης διέρχεται δύο στάδια και απαιτεί την έκδοση δύο δικαστικών αποφάσεων.

Κατά το πρώτο στάδιο βεβαιώνεται με την απόφαση η υποχρέωση του εναγομένου σε παράλειψη ή ανοχή της πράξης, εναντίον του απειλούνται για την περίπτωση παράβασης της σχετικής υποχρέωσής του οι ποινές αθροιστικά και καθορίζονται το ποσό της χρηματικής ποινής και ο χρόνος της προσωπικής κράτησης. Κατά το δεύτερο στάδιο γίνεται διάγνωση της παράβασης, βεβαιώνεται δηλαδή εκ μέρους του καθ' ου η εκτέλεση παραβίασης της υποχρέωσής του προς παράλειψη ή ανοχή και καταδικάζεται ο οφειλέτης στην καταβολή της χρηματικής ποινής και σε προσωπική κράτηση [ΑΠ 927/2020, 1333/2020, 804/2018].

Η απόφαση επί της δεύτερης αγωγής, η οποία εισάγει διαγνωστική δίκη [με σκοπό την απόκτηση εκτελεστού τίτλου] αποτελεί τον τίτλο εκτελεστό για την εφαρμογή των κυρώσεων εκ μέρους του δανειστή, ο οποίος μπορεί να επιδιώξει την ικανοποίηση των αξιώσεών του μέσω κατασχέσεως και πλειστηριασμού για την είσπραξη της χρηματικής ποινής.

Η κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής των ειδικοτέρων στοιχείων των όρων της παράβασης [υπαιτιότητα, σκοπός κλπ.] αποτελεί ουσιαστικό ζήτημα και επομένως κατά το μέρος που επιβάλλει ποινές εισάγει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελεγχόμενο δυνάμει των υπ' αριθ. 1 και 19 λόγων αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ [ΑΠ 892/2021, 134/2015].

Κατά τα ως άνω, η διάταξη του άρθρου 937 ΚΠολΔ όσον αφορά το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων ρυθμίζει περιοριστικώς και μόνον την περίπτωση ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται επί της ανακοπής και προβαίνει στη διαφοροποίηση α] αν μεν πρόκειται για αναγκαστική εκτέλεση η οποία διενεργείται στηριζόμενη σε εκτελεστό τίτλο, ο οποίος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής τότε κατά της αποφάσεως, η οποία εκδίδεται επί της ασκηθείσης ανακοπής είναι παραδεκτή η άσκηση μόνο του ενδίκου μέσου της εφέσεως και δεν είναι παραδεκτή η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, β] αν όμως πρόκειται για αναγκαστική εκτέλεση, η οποία διενεργείται στηριζόμενη στις άλλες περιπτώσεις των εκτελεστών τίτλων του άρθρου 904 παράγρ. 2 ΚΠολΔ, τότε κατά της αποφάσεως που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση όλων των ενδίκων μέσων, άρα και της αναιρέσεως, πλην της ανακοπής ερημοδικίας.

Η εν λόγω διάταξη του άρθρου 937 δεν αναφέρεται στο παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων κατά των άλλων δικαστικών αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται στο πλαίσιο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης των άρθρων [άρθρα 904 έως 1054 ΚΠολΔ]. Ειδική διάταξη, η οποία απαγορεύει την άσκηση ενδίκων μέσων εναντίον των λοιπών αποφάσεων, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 937, οι οποίες εκδίδονται στα πλαίσια της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν υπάρχει.

Κατ' ακολουθίαν, η απάντηση θα πρέπει να αναζητηθεί στη διαδικασία εκδίκασης είτε της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας βάσει των διατάξεων 1 έως 590 ΚΠολΔ είτε κάποιας ειδικής διαδικασίας, στο βαθμό κατά τον οποίο η υπόθεση και η αντίστοιχη απόφαση επιτρέπει εκ του νόμου να προσβληθεί παραδεκτά. Επί αγωγής του δευτέρου σταδίου του άρθρου 947 ΚΠολΔ στην παράγραφο 1 εδ.

δ, του οποίου προβλέπεται ότι το δικαστήριο που βεβαιώνει την παράβαση και καταδικάζει στην χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση δικάζει με τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ, εφαρμόζονται τα άρθρα 1 έως 590 [άρθρα. 591 παρ. ΚΠολΔ], που επιτρέπουν την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως.

Επί πλέον, το αντικείμενο της δεύτερης δίκης του άρθρου 947, βεβαίωσης της παράβασης και επιβολής ποινών, δεν συνιστά κύρια πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας λόγω του διαγνωστικού χαρακτήρα της δίκης.

Συνεπώς, κατ' αυτής επιτρέπονται όλα τα τακτικά και έκτακτα ένδικα μέσα [άρθρ. 591 παρ.7] και η αναίρεση [βλ. και ΑΠ 927/2020, 478/2023]. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 18.9.2021 αίτηση προσβάλλεται η υπ' αριθ. 3784/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 19.2.2020 εφέσεως των εναγόντων κατά της υπ' αριθ. 39/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η υπό κρίση αίτηση παραδεκτά απευθύνεται κατά της Ι. χήρας Ι. Ρ., ως μοναδικής καθολικής διαδόχου, εκ διαθήκης, του αποβιώσαντος την 1.6.2021, αρχικού διαδίκου και εκκαλούντος Ι. Ρ. του Π., ως φορέα της διατηρούμενης ατομικής επιχείρησης με τον διακριτικό τίτλο <<E. S. ΟΔΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ>> [άρθρ. 558 ΚΠολΔ]. Η ως άνω τελεσίδικη απόφαση δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των εκκαλούντων και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή των υποχρεώνοντας την εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία <<Η Ε.>> να καταβάλει στον καθένα εκ των εναγόντων διαιρετώς και κατ' ισομοιρίαν το συνολικό ποσό των 11.288.000 ευρώ ως καταπεσούσα χρηματική ποινή ύψους 2000 ευρώ για κάθε μελλοντική παράβαση, που απειλήθηκε σε βάρος της δυνάμει της υπ' αριθ. 743/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και συνολικά για 5.644 παραβάσεις, που φέρεται να τέλεσε από 1.1.2010 έως 31.8.2010, και συνίσταντο στην παραβίαση της απαγόρευσης << να συνάπτει συμβάσεις παροχής οδικής βοήθειας, να διαφημίζει στο κοινό ότι παρέχει οδική βοήθεια και να προσφέρει οδική βοήθεια χωρίς η ίδια ή οι συνεργαζόμενες με αυτήν για το σκοπό αυτό επιχειρήσεις να διαθέτουν οχήματα προορισμένα και διαμορφωμένα για την υπηρεσία αυτή, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, και χωρίς το ανάλογο προσωπικό και την εν γένει απαραίτητη υλικοτεχνική υποδομή και εγκαταστάσεις προς παροχή στους πελάτες της σχετικής υπηρεσίας παροχής οδικής βοήθειας>>.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], είναι παραδεκτή, αφού, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε, η απόφαση βεβαίωσης παράβασης του άρθρου 947 παρ. 1 εδ. γ ΚΠολΔ υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης. Θα ερευνηθεί δε περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ], συνεκδικαζόμενη με τους από 13.1.2022 πρόσθετους λόγους, που ασκήθηκαν εμπρόθεσμα την 13.1.2022 με κατάθεση στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και επίδοση τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση [άρθρ. 37, 120 Ν. 4842/2021].

Θα εξετασθούν δε περαιτέρω για το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναιρέσεως λόγω της συναφείας τους [άρθρ. 569, 573 παρ.1, 246 ΚΠολΔ], εφόσον καταβλήθηκε το οφειλόμενο παράβολο από την αναιρεσείουσα κατ' άρθρο 495 παρ. 3 Γ ΚΠολΔ. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 543/2021, 838/2019).

Εξ άλλου η σε βάρος τού κατά το άρθρο 947 παρ.1 ΚΠολΔ οφειλέτη επέλευση των συνεπειών που έχουν απειληθεί από το δικαστήριο της ουσίας προϋποθέτει εκτός από την παραβίαση της προαναφερθείσας αποφάσεως γνώση, δυνατότητα συμμόρφωσης και πρόθεση μη συμμόρφωσης. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής του δανειστή, με την οποία επιδιώκεται ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου η βεβαίωση της παράβασης και η καταδίκη του οφειλέτη στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση.

Οι επί μέρους περιστάσεις, όμως, από τις οποίες επιβεβαιώνεται ή αποκλείεται η βασιμότητα της συνδρομής των στοιχείων αυτών, είναι επιτρεπτό να συμπληρωθούν κατά την αποδεικτική διαδικασία. Το δικαστήριο της ουσίας, πάντως, για να εκπληρώσει την υποχρέωση εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης της απόφασής του, οφείλει να διαλάβει σ' αυτήν, έστω και με γενικό, αλλά σαφή τρόπο, περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ή να μην προκύπτει η συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων (ΑΠ 1631/2018, 54/2012, 1257/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 συνάγεται ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι με την υπ' αριθ. 743/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης απαγορεύθηκε στην αναιρεσείουσα, να συνάπτει συμβάσεις οδικής βοήθειας να διαφημίζει στο κοινό ότι παρέχει οδική βοήθεια και να προσφέρει οδική βοήθεια χωρίς η ίδια ή οι συνεργαζόμενες για το σκοπό αυτό με την ίδια επιχειρήσεις να διαθέτουν οχήματα προορισμένα και διαμορφωμένα για την υπηρεσία αυτή, κατά τις ισχύουσες διατάξεις και χωρίς το ανάλογο προσωπικό και την εν γένει απαραίτητη υλικοτεχνική υποδομή και εγκαταστάσεις για την παροχή στους πελάτες της σχετικής υπηρεσίες παροχής οδικής βοήθειας.

Υποχρεώθηκε δε να παραλείπει στο μέλλον κάθε μία από τις ως άνω ενέργειες με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε παραβίαση της [ανωτέρω] υποχρεώσεως προς παράλειψη. 'Ότι η αναιρεσείουσα ενεργώντας κατά παραπλάνηση του καταναλωτικού κοινού, αφού γνώριζε τα ανωτέρω, διαφήμιζε στο κοινό ότι είχε τη δυνατότητα να παράσχει προσηκόντως υπηρεσίες οδικής βοήθειας με δέλεαρ την καταβολή ιδιαίτερα χαμηλού ασφαλίστρου.

Ακόμη ότι η αναιρεσείουσα μετά την ισχύ του ν. 3651/2008 από 18.3.2008 και του άρθρου 14 του Ν. 3783/2009 από 1.1.2010, ενήργησε σε βάρος των εναγόντων αθεμίτως ανταγωνιστικές πράξεις κατά παράβαση του νόμου κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 31.8.2010. Υπό την ισχύ δε συμβάσεως συνεργασίας με την <<M. A. E. NV>>, ασφαλιστική επιχείρηση δραστηριοποιούμενη στον κλάδο οδικής βοήθειας με ίδια μέσα στο ν.

Θεσσαλονίκης και με τα μέσα της μικτής επιχείρησης <<U. EΠΕ>> στην Αττική, συνήψε στο νομό Λάρισας 5644 συμβάσεις παροχής οδικής βοήθειας και ρυμούλκησης χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις κατά παράβαση του διατακτικού της υπ' αριθ. 743/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αφού η αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία M.

δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις συνεργασίας, [καθότι δραστηριοποιείτο με ίδια μέσα μόνο στο νομό Θεσσαλονίκης όχι όμως και στην Αττική ]. Ακόμη, δέχθηκε το Εφετείο σχετικά με την πρόθεση των παραβιάσεων ότι έγγραφα αρμοδίων ελεγκτικών αρχών, όπως η υπ' αριθ. 002/56/3.3.2009 οριστική άδεια [μικτής] πανελλαδικής επιχείρησης οδικής βοήθειας, που είχε λάβει η Μ.

δεν αφορούσε την εν λόγω επιχείρηση, το υπ' αριθ. 2147/24.2.2009 πιστοποιητικό της αρμόδιας εποπτεύουσας αρχής κατά το οποίο η αναιρεσείουσα πληρούσε τις προϋποθέσεις για την δραστηριότητα μικτής επιχείρησης οδικής βοήθειας και το με αριθ. 1169 έγγραφο της ΤτΕ/Διεύθυνσης Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης δυνάμει του οποίου η Μ.

πληρούσε τις προϋποθέσεις του ν. 3651/2008, δεν επαρκούσαν ώστε ευλόγως η πρώτη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα να έχει την πεποίθηση <<ότι η Μ. λειτουργούσε νομίμως ως μικτή ασφαλιστική επιχείρηση, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη [η προσβαλλομένη] ότι η ίδια [η αναιρεσείουσα] είναι μια μεγάλη ασφαλιστική εταιρεία πανελλαδικής εμβέλειας, με πολυετή παρουσία στην ασφαλιστική αγορά και στελεχωμένη με εξειδικευμένο προσωπικό, ώστε ήταν σε θέση να γνωρίζει άριστα και να κατανοεί τις νόμιμες υποχρεώσεις της από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις νόμου στον χώρο που δραστηριοποιείται...η πρώτη εφεσίβλητη γνώριζε ότι τελεί με τους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες σε μακροχρόνια δικαστική αντιδικία ....στο πλαίσιο της οποίας έχουν εκδοθεί πληθώρα αποφάσεων, πολλές από τις οποίες βεβαίωσαν ότι με πρόθεση παραβίασε επανειλημμένα αντίστοιχη απαγόρευση ...μετά την επακολουθήσασα συνολική ρύθμιση της αγοράς οδικής βοήθειας με το ν. 3651/2008.... ...έπεται ότι η πρώτη εφεσίβλητη όφειλε και ευχερώς μπορούσε να διαπιστώσει αν ο εκάστοτε συνεργάτης της πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις λειτουργίας, ώστε να μην εκτεθεί εκ νέου στον κίνδυνο νέων δικαστικών αμφισβητήσεων με τους αντιδίκους της.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν διαπιστώνεται έλλειψη προθέσεως παραβιάσεως του διατακτικού της υπ' αριθ. 743/2009 στο πρόσωπο της πρώτης εφεσίβλητης, ούτε βεβαίως οποιαδήποτε πραγματική ή νομική πλάνη της....>>.

Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεώς της η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ασαφούς και ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς την συνδρομή του στοιχείου της προθέσεως στην παραβίαση των διατάξεων της υπ' αριθ. 743/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού το Μονομελές Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 947 παρ. 1 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα της πρόθεσης της αναιρεσείουσας (εναγομένης) περί παραβιάσεως της επιβληθείσας σε βάρος της απαγόρευσης δυνάμει της υπ' αριθ. 743/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση για τη θεμελίωση της αναφερόμενης μη διαπίστωσης έλλειψης προθέσεως παραβιάσεως του διατακτικού της πιο πάνω αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης αναφέρεται ότι η υπ' αριθ. 56/3.3.2009 οριστική άδεια επιχείρησης οδικής βοήθειας (μικτής) πανελλαδικά δεν αφορούσε την αναφερόμενη αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση-συνεργάτιδα της πρώτης εφεσίβλητης (αναιρεσείουσας), χωρίς όμως να διασαφηνίζεται σε τι ακριβώς αφορούσε η εν λόγω άδεια.

Επίσης, αναφέρεται ότι το υπ' αριθ. 2147/24.2.2009 έγγραφο εκδόθηκε υπό διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς σε σχέση με αυτό που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο (1.1.2010 έως 31.8.2010), δεν εκτίθεται όμως γιατί η τροποποίηση της σχετικής διάταξης ασκεί επιρροή στο κρίσιμο θέμα της πρόθεσης παραβιάσεως της προαναφερόμενης αποφάσεως.

Περαιτέρω, ως προς το επικαλούμενο από την πρώτη εφεσίβλητη (αναιρεσείουσα) υπ' αριθ. 1169/9.9.2013 έγγραφο της ΤτΕ/Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλειας, αυτό κρίνεται ως αόριστο και ως προς το ότι ουδόλως προσδιορίζεται σε ποια από τις αναφερόμενες στο ν. 3651/2008 κατηγορίες υπάγει την επιχείρηση και με βάση ποια πραγματικά δεδομένα, χωρίς όμως να αναφέρεται γιατί τούτο επέδρασε στην πρόθεση, στο σκοπό δηλαδή και τη συνείδηση των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας για παραβίαση της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιπλέον, στην προβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει σαφής και ρητή αιτιολογία κατά θετικό τρόπο περί συνδρομής του απαιτουμένου από το νόμο στοιχείου (προϋποθέσεως) για την παραδοχή της ένδικης αγωγής της υπάρξεως προθέσεως παραβάσεως της προαναφερόμενης αποφάσεως, αλλά μόνο ασαφώς κατ' αρνητικό τρόπο εκτίθεται ότι "δεν διαπιστώνεται έλλειψη προθέσεως παραβιάσεως", με συνέπεια η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσεως.

Επομένως, είναι βάσιμος ο τέταρτος λόγος του κύριου δικογράφου αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, ως και των προσθέτων λόγων αυτής, καθ` όσον η αναιρετική εμβέλεια του λόγου, που έγινε δεκτός στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους, αφού η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1509/2022, 309/2019). Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), ως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 3, 4 ΚΠολΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3784/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσσει την απόδοση στον καταθέσαντα του παραβόλου, που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ