Supreme Court allows appeal against appellate court's dismissal of bank's claim for interest rates.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by Eurobank against a lower appellate court decision that had dismissed the bank's claim for contractual interest. The lower court ruled that the interest rate could not be calculated because it was not explicitly stated in the payment order or supporting documents. The Supreme Court found this reasoning flawed, noting that the interest rate could be easily derived through simple mathematical calculation based on the bank's application and attached documents. Consequently, the Supreme Court set aside the lower court's decision and remanded the case for further examination by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 495 of the Code of Civil Procedure; The lower court's finding that a contractual interest rate is unascertainable is erroneous if the rate can be logically deduced from the application and attached documents, requiring remittal for recalculation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1006 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1006/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσείουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπάκα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ό. Α. του Α., 2) Χ. Α. του Α., κατοίκων ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/6/2007 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1440/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2176/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/1/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 15-1-2016, αίτηση αναίρεσης (Αριθ. Έκθ. Κατάθ. 40/2016, Αριθ. Δικ. 1395/2019) προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 2176/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην των εφεσιβλήτων, ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 26-6-2014 έφεση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας, λόγω διάσπασης με απόσχιση κλάδου, είναι η παρασταθείσα στο ακροατήριο ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κατά της 1440/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις εφεσίβλητες (ήδη αναιρεσίβλητες) στις 9-12-2015, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες, με επίκληση, Δ9072 και Δ9073/9-12-2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά, Κ. Μ., οι οποίες δεν άσκησαν κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας μέσα στην κατ' άρθρο 503 ΚΠολΔ νόμιμη προθεσμία (που συμπληρώθηκε στις 24-12-2015), όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο, με επίκληση, με αριθμό 26/9-2-2022 πιστοποιητικό της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών και, συνεπώς, η άνω απόφαση έγινε τελεσίδικη και μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση (άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 21-1-2016 (βλ. σχετική επ' αυτής βεβαίωση), ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας από τότε που η προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τελεσίδικη και, επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4, 576 παρ. 2, 575 και 226 παρ. 4 εδ.
γ και δ του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου.
Αν δε η συζήτηση αναβληθεί από το πινάκιο για μεταγενέστερη δικάσιμο, δεν απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων, επομένως και του αναιρεσίβλητου, για τη νέα δικάσιμο, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η οποία είχε οριστεί, μετά από αναβολή εκ του πινακίου, από την αρχική δικάσιμο της 19-10-2020, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες, με επίκληση, 6043ΣΤ και 6044ΣΤ/9-10-2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στης περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Π. Ρ., η αναιρεσείουσα επέδωσε στις αναιρεσίβλητες, νόμιμα και εμπρόθεσμα, ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται η ανωτέρω, αρχική δικάσιμος της 19ης Οκτωβρίου 2020 προς συζήτησή της, μαζί με κλήση για να παραστούν κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού η αναβολή εκ του πινακίου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων που κλητεύθηκαν και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφ' ετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, η απαίτηση πρέπει να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, δηλαδή να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη. Σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής παρά την έλλειψη της πιο πάνω προϋπόθεσης, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, καθόσον λόγους ανακοπής μπορεί να αποτελέσουν όλες οι ενστάσεις που καταλύουν τόσο τον τίτλο, όσο και το δικαίωμα του δανειστή που βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής και ειδικότερα οι ενστάσεις που αναφέρονται στην έλλειψη προϋποθέσεων, που τίθενται από τα άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και όσες αναφέρονται στη μη ισχύ του δικαιώματος που επικαλείται ο δανειστής και βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής.
Οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ έχουν δικονομικό χαρακτήρα και ιδρύουν πλημμέλεια από τον αριθμό 14 ΚΠολΔ, γιατί το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1305/2009). Περαιτέρω, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού.
Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση.
Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου. Στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος (ανοικτού) αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθού η αίτηση πιστούχου, αρκεί να αναφέρεται, ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας και ότι ο σχετικός λογαριασμός έκλεισε με ορισμένο υπόλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, στο οποίο εμφανίζεται η όλη κίνηση του λογαριασμού, από την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης μέχρι το κλείσιμό της (ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 872/2017), χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρονται και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων ή να προσδιορίζεται το επιτόκιο που εφαρμόστηκε για τον υπολογισμό των τόκων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο επισυναπτόμενο απόσπασμα, από το οποίο, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της αιτούσας τράπεζας (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 370/2012).
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 630 (γ), (δ) ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της επίδικης διαταγής πληρωμής, πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ορίζει ότι η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων στοιχείων, την αιτία της πληρωμής και το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, που δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά μόνο τίτλος εκτελεστός (άρθρ. 631 και 904 παρ. 1ε ΚΠολΔ), δεν απαιτείται να περιλαμβάνει πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, αλλά αρκεί ο συνοπτικός σ' αυτή προσδιορισμός του γενεσιουργού λόγου της απαίτησης, κατά τρόπο που αυτή απλώς να εξατομικεύεται και να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά της, δηλαδή δεν απαιτείται πλήρης περιγραφή όλων των περιστατικών που την συγκροτούν.
Ειδικότερα, η αναφορά στη διαταγή πληρωμής του καταβλητέου ποσού χρημάτων απαιτείται, προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη κατά την έννοια του άρθρου 916 ΚΠολΔ και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος, είναι δε εκκαθαρισμένη η απαίτηση, όταν από τον τίτλο προκύπτει αυτή κατά ποσόν και ποιόν.
Εκκαθαρισμένη, επίσης, είναι η χρηματική απαίτηση και όταν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 349/2013, ΑΠ 1825/2012).
Ενόψει αυτών, το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, αλλά μπορεί να εξαχθεί και από τα επισυναπτόμενα για την έκδοσή της απαιτούμενα έγγραφα (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1202/2018). Η παραβίαση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 630 ΚΠολΔ ιδρύει τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 196/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Με την από 27-2-2007 αίτηση της νυν εκκαλούσας - καθής η ανακοπή τραπεζικής εταιρίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5043/2007 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εις βάρος των αντιδίκων της ..., με την οποία διατάχθηκαν οι τελευταίες να της καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, το ποσό των 30.736,49 ευρώ, ως οφειλόμενο υπόλοιπο χορηγηθείσης πιστώσεως, η πρώτη ως πιστούχος και η δεύτερη ως εγγυήτρια, έντοκα, από 31-7-2006 με το συμβατικό επιτόκιο και από τις 22-12-2006 (επομένη του κλεισίματος του λογαριασμού) με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, το οποίο υπερβαίνει το συμβατικό επιτόκιο κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων μέχρι την εξόφληση.
Αυτή η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τα κατωτέρω έγγραφα, που προσκόμισε, επισυνάπτοντάς τα στην αίτησή της, η αιτούσα ..., προς απόδειξη της επικαλούμενης απαίτησής της και συγκεκριμένα εκδόθηκε με βάση: α) την υπ' αριθμ. .../19-12-2001 σύμβαση παροχής πίστωσης και την υπ' αριθμ. .../23-12-2003 πρόσθετη πράξη της, β) τα αποσπάσματα από τα εμπορικά της βιβλία του με αριθμό ...
λογαριασμού χορηγήσεων, που αποτελούν πλήρη απόδειξη με βάση ρητό όρο της σύμβασης και γ) την από 11-1-2007 εξώδικη καταγγελία εκ μέρους της, της σύμβασης πίστωσης, που επιδόθηκε στις αντιδίκους της στις 16-2-2007 με τις υπ' αριθμ. 4710/16-2-2007 και 4709/16-2-2007 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Σ.
Κ.. Από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύονται τα εξής: Η ανωτέρω σύμβαση πιστώσεως καταρτίστηκε στις 19-12-2001 ... μεταξύ της καθής η ανακοπή πιστώτριας τράπεζας και της πρώτης ανακόπτουσας ... ως πιστούχου και με αυτή συνομολογήθηκε η παροχή στην τελευταία πίστωσης μέχρι του ποσού των 5.000.000 δραχμών ή 14.673,51 ευρώ. Ακολούθως, το όριο αυτό της πίστωσης αυξήθηκε κατά το ποσό των 15.326,49 ευρώ με την υπ' αριθμ. 1 πρόσθετη πράξη, που καταρτίστηκε μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων ...
στις 23-12-2002. Έτσι η πίστωση ανήλθε συνολικά στο ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο χορηγήθηκε από την πιστώτρια τράπεζα στην πιστούχο, προκειμένου αυτή να το χρησιμοποιήσει για τις επαγγελματικές της ανάγκες ... Την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της τελευταίας που απέρρεαν από τη σύμβαση πιστώσεως και την πρόσθετη πράξη της και ειδικότερα την εμπρόθεσμη πληρωμή κάθε οφειλής της προς την αντισυμβαλλομένη της, τράπεζα, εγγυήθηκε με την ίδια έγγραφη σύμβαση η δεύτερη ανακόπτουσα ..., παραιτούμενη από την ένσταση διζήσεως.
Η πίστωση ορίστηκε αόριστης διάρκειας και για την εξυπηρέτησή της συμφωνήθηκε η τήρηση απλού δοσοληπτικού λογαριασμού. Η πιστούχος - πρωτοφειλέτρια ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην πιστώτρια τράπεζα ποσό τουλάχιστον ίσο προς ποσοστό 8% επί του εκάστοτε υπολοίπου του λογαριασμού την τελευταία ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα.
Ως συμβατικό επιτόκιο εκτοκισμού της οφειλής της (της πιστούχου) καθορίστηκε το βασικό επιτόκιο κίνησης επαγγελματιών, συν περιθώριο ποσοστού 2% συν εισφορά του ν. 128/1975 ποσοστού 0,6% και κατά το χρόνο της κατάρτισής της το συμβατικό επιτόκιο ανερχόταν συνολικά στο ποσοστό των (7,75% + 2% + 0,6%=)10,35%. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι οι τόκοι υπερημερίας θα υπολογίζονταν με το ανώτατο εκάστοτε επιτόκιο υπερημερίας που θα ίσχυε, προσαυξημένο κατά ποσοστό 2,5% και περαιτέρω προβλέφθηκε το δικαίωμα της πιστώτριας τράπεζας να καταγγείλει τη σύμβαση πίστωσης και να κλείσει τον τηρούμενο λογαριασμό, οποτεδήποτε, κατά την ελεύθερη κρίση της, κοινοποιώντας σχετική επιστολή της με το συνολικά οφειλόμενο υπόλοιπο.
Για την εξυπηρέτηση της άνω σύμβασης τηρήθηκε ο υπ' αριθ. 013 0037053640113 λογαριασμός χορηγήσεων, στον οποίο καταχωρήθηκαν οι επιμέρους αναλήψεις και οι έναντι αυτών καταβολές της πιστούχου. Λόγω της ασυνέπειας της τελευταίας ως προς την καταβολή των ελάχιστων μηνιαίων δόσεων αποπληρωμής της χορηγηθείσας πίστωσης, η πιστώτρια τράπεζα έκλεισε το λογαριασμό στις 21-12-2006 με υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό 30.736,49 ευρώ.
Ακολούθως, με την από 11-1-2007 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στις ανακόπτουσες, ..., στις 16-2-2007, σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. 4709 και 4710Γ/16-2-2007 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Σ. Κ., κατήγγειλε την άνω σύμβαση παροχής πίστωσης. Επιπρόσθετα κάλεσε τις ήδη αντιδίκους της να της καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, το ανωτέρω ποσό με τους συμβατικούς τόκους από τις 31-7-2006 και με τους συμβατικούς τόκους υπερημερίας από την επομένη του κλεισίματος του λογαριασμού, δηλαδή από τις 22-12-2006.
Λόγω της μη καταβολής οποιουδήποτε ποσού από τις ανακόπτουσες, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση εις βάρος τους της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, με την οποία αυτές διατάχθηκαν να της καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, το ποσό των 30.736,49 ευρώ ... "έντοκα, από τις 31-7-2006 με το συμβατικό επιτόκιο και από τις 22-12-2006 (επομένη του κλεισίματος του λογαριασμού), με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, το οποίο υπερβαίνει το συμβατικό επιτόκιο κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων μέχρις εξόφλησης".
Όμως, ούτε από τη διαταγή πληρωμής ως εκτελεστό τίτλο, ούτε από το νόμο, αλλά ούτε καν από τη σύμβαση πίστωσης και τα λοιπά έγγραφα που προσκομίστηκαν κατά την έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, προκύπτει το συμβατικό επιτόκιο, κατά τους ανωτέρω διαλαμβανομένους στην ανωτέρω διάταξή της κρίσιμους χρόνους έναρξης των τόκων (στις 31-7-2006 και στις 22-12-2006), το οποίο (συμβατικό επιτόκιο), κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών, αποτελεί τη βάση και του συμβατικού επιτοκίου υπερημερίας.
Στο σκεπτικό της διαταγής πληρωμής αναφέρεται μόνο το συμβατικό επιτόκιο που συμφωνήθηκε κυμαινόμενο - κατά το χρόνο σύνταξης της έγγραφης καταγγελίας, στις 11-1-2007 (ποσοστού τότε 10,75%), που δεν είναι όμως ο κρίσιμος χρόνος της ανωτέρω διατάξεως της διαταγής πληρωμής. Έτσι καθίσταται παντελώς ανέφικτος ο υπολογισμός του ποσού των συμβατικών τόκων και των συμβατικών τόκων υπερημερίας, που αορίστως αναφέρονται ως επιδικασθέντες, επί του ποσού των 30.736,49 ευρώ, με την ένδικη διάταξη της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής από τις 31-7-2006 και από τις 22-12-2006.
Συνακόλουθα η σχετική απαίτηση της δανείστριας τράπεζας δεν είναι εκκαθαρισμένη και η διάταξη αυτή της διαταγής πληρωμής είναι ακυρωτέα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη". Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας, με το μοναδικό λόγο της οποίας αυτή παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρά το νόμο ακύρωσε την επίδικη διαταγή πληρωμής ως προς την διάταξή της περί επιδίκασης συμβατικών τόκων και συμβατικών τόκων υπερημερίας, κατ' αποδοχή του πρώτου πρόσθετου λόγου ανακοπής των αναιρεσιβλήτων.
Ωστόσο, στην παρούσα περίπτωση που η έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής έγινε με βάση το κατάλοιπο του κλεισθέντος δοσοληπτικού λογαριασμού, μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και των καθών η αίτηση, πιστούχου και εγγυήτριας, αντίστοιχα, ο οποίος (λογαριασμός) κατά ρητό συμβατικό όρο αποτελούσε πλήρη απόδειξη για το ύψος της απαίτησης κατά το οριστικό κλείσιμό του, ούτε στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ήταν απαραίτητο να αναφέρεται το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων, ούτε αποτελούσε τούτο αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αφού μπορούσε να εξαχθεί και από τα επισυναπτόμενα στην αίτηση για την έκδοσή της απαιτούμενα έγγραφα.
Ειδικότερα, στην αίτηση, με βάση την οποία εκδόθηκε η ένδικη διαταγή πληρωμής, όπως προεκτέθηκε, γινόταν μνεία, με παράλληλη παραπομπή στα προσκομισθέντα έγγραφα, ότι ως συμβατικό επιτόκιο, που ήταν κυμαινόμενο, καθορίστηκε το βασικό επιτόκιο κίνησης επαγγελματιών, συν περιθώριο ποσοστού 2% συν εισφορά του Ν. 128/1975 ποσοστού 0,6%, ότι τούτο (συμβατικό επιτόκιο), κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, ανερχόταν σε ποσοστό 10,35% και ότι οι τόκοι υπερημερίας θα υπολογίζονταν με βάση το ανώτατο εκάστοτε επιτόκιο υπερημερίας που θα ίσχυε, προσαυξημένο κατά ποσοστό 2,5%, ενώ, επίσης, καθοριζόταν και ο χρόνος έναρξης της τοκοφορίας.
Με την επίδικη διαταγή πληρωμής οι αναιρεσίβλητες διατάχθηκαν να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το κεφάλαιο ποσού 30.736,49 ευρώ εντόκως, από τις 31-7-2006 με το συμβατικό επιτόκιο και από τις 22-12-2006 (επομένη του κλεισίματος του λογαριασμού) με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, προσαυξημένο κατά 2,50 ποσοστιαίες μονάδες.
Το επιτόκιο υπολογισμού των συμβατικών τόκων δεν αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής, ωστόσο μπορούσε ευχερώς να εξαχθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό, με βάση τα ανωτέρω περιεχόμενα στην αίτηση στοιχεία και τα επισυναπτόμενα σ' αυτήν για την έκδοση της διαταγής πληρωμής απαιτούμενα έγγραφα. Κατ' ακολουθία, το Εφετείο, που με τη προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι το συμβατικό επιτόκιο δεν προέκυπτε ούτε από τη διαταγή πληρωμής, ούτε από το νόμο, ούτε από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και ότι ως εκ τούτου ήταν ανέφικτος ο υπολογισμός του ποσού των συμβατικών τόκων και των συμβατικών τόκων υπερημερίας και συνακόλουθα έκρινε ότι η σχετική απαίτηση της αναιρεσείουσας τράπεζας ήταν μη εκκαθαρισμένη και ακύρωσε την ανωτέρω διάταξη της διαταγής πληρωμής, κατά παραδοχή του σχετικού πρώτου πρόσθετου λόγου της ανακοπής, υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, όπως βάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσής της.
Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του αναιρετικού αυτού λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό αίτημά της, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 192 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 2176/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ