Legislator Case Law & Legislation
1006/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment claim due to lack of legal basis violation. Appeal rejected as unfounded regarding Article 904 Civil Code.

Case Number 1006/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the final judgment of the Single Member Court of Appeal in Thessaloniki. The appellant argued that the lower court incorrectly rejected an ancillary claim based on unjust enrichment, but the court found the lower court's interpretation of Article 904 of the Civil Code correct. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the state's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 564, 577, 559, 904 of the Code of Civil Procedure and Articles 13, 904 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the lower court correctly applied the law to reject an ancillary claim based on unjust enrichment when the primary claim relies on the same factual circumstances which are legally invalid.

Keywords

AI generated
unjust enrichment ancillary claim appeal admissibility Civil Code Article 904 legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 561 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 564 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 no. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 904 of the Civil Code
Article 13 no. 1 of Law 2882/2001
Article 495 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 189 no. 1, 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 355/99
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1006 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1006/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ροδούλα Μιχαηλίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 15-12-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2297/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 709/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-7-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 25-7-2019 (ειδ. αρ. κατ. 253/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 709/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε την 28-6-2019 (βλ. την επί του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως με ίδια ημερομηνία σημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο, Θεσσαλονίκης Κ. Κ.), η δε αναίρεση ασκήθηκε στις 26-7-2019, ήτοι εντός της προθεσμίας των 30 ημερών που τάσσει το άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι ο ενάγων-εκκαλών, ήδη αναιρεσείων, άσκησε κατά του εναγομένου-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, την από 23-4-2013 αγωγή του, στην οποία εξέθετε ότι με την υπ' αριθμ. 1124308/8768/0010/23-12-1997 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας (για την κατασκευή της Εγνατίας Οδού), υπέρ και με δαπάνες του εναγομένου Ελλ.

Δημοσίου, μεταξύ άλλων, και το με αριθμό κτηματολογικού πίνακα (… ακίνητο -αγροτεμάχιο) που βρίσκεται στη θέση "…" της κτηματικής περιοχής … του Δήμου …, του οποίου κατέστη συγκύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία, καθώς νέμεται αυτό κατά το ως άνω ποσοστό για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, καλλιεργώντας το και απολαμβάνοντας τους καρπούς του, χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από κανέναν.

Ότι, με την ως άνω απόφαση ειδικότερα, από την συνολική έκταση 4.749 τμ του προαναφερόμενου ακινήτου, απαλλοτριώθηκε έκταση 2.297 τμ και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 2.452 τμ. Ότι για την ανωτέρω απαλλοτρίωση, με την υπ' αριθμ. 28844/1998 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε, κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, προσωρινή τιμή μονάδος και στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 503/2004 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το επίδικο απαλλοτριωθέν ακίνητο στο ποσό των 50 ευρώ /τμ., ενώ δεν καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για την εκτός απαλλοτρίωσης εναπομείνασα έκταση και τέλος, ότι με την 6716/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της κάθε είδους αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση του ως άνω ακινήτου, κατά το ποσοστό της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητάς του σε αυτό.

Στη συνέχεια, εκθέτει ότι ο έτερος (κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου συγκύριος και αντίστοιχα συνδικαιούχος της αποζημίωσης για το ως άνω απαλλοτριωθέν … ακίνητο) Α. Χ. του Α., ο οποίος δεν είχε εκπροσωπηθεί κατά τον προαναφερόμενο καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης με την 503/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, άσκησε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου την από 1-3-2005 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 940/2005 αίτησή του, με την οποία ζητούσε τον καθορισμό αφενός οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, αφετέρου και ιδιαίτερης αποζημίωσης σε ποσοστό 100% επί της καθορισθησομένης αποζημίωσης για την εκτός απαλλοτρίωσης εναπομείνασα έκταση.

Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η 2784/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης με την αιτιολογία ότι είχε ήδη καθορισθεί οριστική τιμή για το εν λόγω ακίνητο, με την 503/2004 απόφαση, στο ποσό των 50 ευρώ/τμ, έκανε όμως δεκτό το αίτημά του περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης της εκτός απαλλοτρίωσης εναπομείνασας έκτασης, την οποία καθόρισε σε ποσοστό 65% επί της ήδη καθορισθείσης ως άνω αποζημίωσης.

Ακολούθως, εκθέτει ότι η απόφαση αυτή (503/2004) κατέστη τελεσίδικη, αφού η ασκηθείσα, από το Ελληνικό Δημόσιο (από 16-1-2006 με αριθμ. κατάθ. 23/2006) αίτηση αναίρεσης, απορρίφθηκε με την 869/2012 απόφαση του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου και το Ελληνικό Δημόσιο παρακατέθεσε υπέρ του Α. Χ. του Α. το ποσό των 39.845 ευρώ, ως ιδιαίτερη αποζημίωση της εκτός απαλλοτρίωσης εναπομείνασας έκτασης, εμβαδού 2.452 τμ του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.

Ότι οι ως άνω 503/2004 και 2784/2005 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αφορούν στην ιδιαίτερη αποζημίωση της εκτός απαλλοτρίωσης εναπομείνασας έκτασης του ανωτέρω ακινήτου, είναι αντιφατικές μεταξύ τους και ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του το εναγόμενο αρνείται ν' αναγνωρίσει την ισχύ της 2784/2005 αποφάσεως και ως προς τον ίδιο (ενάγοντα-ήδη αναιρεσείοντα Ε.

Χ.) και να του αποδώσει την ιδιαίτερη αποζημίωση που καθορίσθηκε με αυτήν και του αντιστοιχεί (αφού έχει αναγνωρισθεί με την 6716/2001 απόφαση δικαιούχος της κάθε είδους αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση του με αριθμό … ακινήτου κατά το ποσοστό της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητάς του σ' αυτό), η οποία ανέρχεται σε 39.845 ευρώ, διασπώντας τον κανόνα της ενιαίας και πλήρους αποζημίωσης για όλο το απαλλοτριούμενο ακίνητο, με αποτέλεσμα να έχουν λάβει οι δύο μοναδικοί συγκύριοι του ίδιου απαλλοτριωθέντος ακινήτου διαφορετικά ποσά αποζημίωσης γι'αυτό.

Με αυτό το ιστορικό, ζήτησε ν' αναγνωρισθεί δικαιούχος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της ιδιαίτερης αποζημίωσης του … ακινήτου, όπως αυτή καθορίσθηκε με την 2784/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 39.845 ευρώ, επικουρικά δε με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα στην αγωγή του.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2297/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια αλλά και την επικουρική της βάση. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 5-5-2017 (αρ. κατ. 1070/2017) έφεση του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 709/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση.

Από τις διατάξεις των αρθρ. 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δεδικασμένο, που πηγάζει κατά λογική αναγκαιότητα από το σκοπό της πολιτικής δίκης και αποτυπώνει το τέλος ενεργοποίησης του δικαιοδοτικού μηχανισμού, που είχε τεθεί σε κίνηση προκειμένου να αποκατασταθούν οι διαταραγμένες ισορροπίες στο χώρο του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή αποτελεί έννομη συνέπεια της δικαστικής απόφασης που διασφαλίζει τη δεσμευτικότητα του περιεχομένου της, απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και εκτείνεται τόσο στο ουσιαστικό ζήτημα αναφορικά με έννομη σχέση που κρίθηκε ύστερα από άσκηση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης ή ένστασης συμψηφισμού όσο και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε σε συνάρτηση με το ουσιαστικό ζήτημα, υπάρχει δε μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ειδικότερα το ως άνω ουσιαστικό δεδικασμένο, (σε αντιπαραβολή με το τυπικό δεδικασμένο ή τελεσιδικία της απόφασης), εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των αυτών προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση που το στηρίζει, δηλαδή το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν ότι απορρέουν από την έννομη σχέση και όχι τα πραγματικά γεγονότα που τη γέννησαν ή αναλόγως την κατέλυσαν (ΑΠ 613/2007).

Η ταυτότητα των προσώπων ως αναγκαία κατ' αρχήν υποκειμενική προϋπόθεση για την ενέργεια του δεδικασμένου και επακόλουθο του συζητητικού συστήματος, που ισχύει κατά το αρθρ. 106 ΚΠολΔ στην πολιτική δίκη, αποτυπώνεται και στο αρθρ. 325 ΚΠολΔ, που θέτει τον κανόνα ότι το δεδικασμένο ισχύει πρωταρχικά υπέρ και κατά των διαδίκων.

Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό, ώστε να καλύπτονται από το δεδικασμένο και τρίτα πρόσωπα, αποτελούν οι προβλεπόμενες στο ίδιο άρθρο περιπτώσεις, καθώς και οι περιπτώσεις των επόμενων άρθρων 326-329 ΚΠολΔ, που δεν επιδέχονται ανάλογης εφαρμογής. Αποκλείεται έτσι η επέκταση του δεδικασμένου σε τρίτα πρόσωπα απλώς και μόνον επειδή η διαφορά τους είναι όμοια κατά την ιστορική και νομική αιτία της με το αντικείμενο δίκης στην οποία δεν μετείχαν.

Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι η απόφαση του Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων είναι τελεσίδικη και παράγει δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων της σχετικής δίκης, το οποίο δεδικασμένο λειτουργεί ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, με συνέπεια η υποβαλλόμενη από κάποιον από τους διαδίκους νέα αίτηση οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως να πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (Ολ.

ΑΠ 20/2005). Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η μεταβολή της νομολογίας δεν επιδρά στο δεδικασμένο, είτε πρόκειται για κύριο ζήτημα, είτε πρόκειται για ζήτημα που κρίθηκε παρεμπιπτόντως. Αδιάφορο είναι, επίσης, αν η δεύτερη δίκη, που διεξάγεται μετά τη μεταβολή της νομολογίας, έχει το ίδιο αντικείμενο με το δεδικασμένο ή το δεδικασμένο επιτελεί στη δίκη αυτή προδικαστική λειτουργία.

Κατά το άρθρο 5 του Ν. 2882/2001, η αναγκαστική απαλλοτρίωση αφορά στο πράγμα, ανεξάρτητα από το πρόσωπο που έχει την κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτό, ενώ περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι : "Μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης κατά το άρθρο 7 του παρόντος νόμου, με βάση την τιμή που καθορίστηκε έπειτα από κλήτευση ή παράσταση των φερόμενων ως ιδιοκτητών στα κτηματολογικά στοιχεία, κάθε εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου οποιουδήποτε τρίτου, είτε αυτός έλαβε μέρος είτε όχι, ακόμη και αν δεν κλητεύτηκε στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης, μετατρέπεται σε ενοχική αξίωση επί της αποζημίωσης που παρακατατέθηκε ή κατά εκείνου που εισέπραξε την αποζημίωση ή κατά του υπέρ ου εκδόθηκε το χρηματικό ένταλμα πληρωμής. 'Οποιος δεν κλητεύτηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωσή του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και, σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 εδάφιο δεύτερο του ιδίου νόμου, όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωσή του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έλαβε γνώση, μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση.

Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι η θεσπισθείσα βραχυχρόνια παραγραφή του εξαμήνου, με αφετηρία αναγκαίως τη γνώση στου ενδιαφερομένου, επιβλήθηκε από λόγους δημοσίου συμφέροντος, που επιβάλλει την άρση της αβεβαιότητας και την εντός ευλόγου χρόνου εκκαθάριση των δημιουργούμενων από την αναγκαστική απαλλοτρίωση σχέσεων.

Ο σκοπός αυτός δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος που προστατεύει την ιδιοκτησία, ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει την περιουσία (ΟλΑΠ 17/2006), όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια της παρούσης. Ακολούθως, στο άρθρο 13 παρ.1 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), ως προς τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου ορίζεται ότι:" Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν".

Η αποζημίωση του απαλλοτριωμένου, καθώς και η τυχόν κατά τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 13 ιδιαίτερη αποζημίωση, προσδιορίζεται κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου και των αμέσως επομένων 19 έως 20. Τα άρθρα 1 έως 590 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται και στην ειδική αυτή διαδικασία, εκτός αν αντιβαίνουν στις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 2, 6 και 12 του Ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων) προκύπτει ότι η απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, η οποία αποφαίνεται οριστικώς και αμετακλήτως με βάση τα υπάρχοντα στη διάθεση του δικαστηρίου αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να περιορίζεται στον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα, αποτελεί δεδικασμένο έναντι πάντων για το ποιός είναι δικαιούχος να εισπράξει την αποζημίωση και επιπροσθέτως για το εμβαδόν των απαλλοτριουμένων ακινήτων και τον όγκο των επ`αυτού κτισμάτων.

Από το συνδυασμό όσων προεκτέθηκαν σαφώς συνάγεται ότι, όταν ο νομοθέτης στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 και σε αυτήν του άρθρου 21 του ν. 2882/2001 κάνει λόγο για οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως ή για καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως, μη διακρίνοντας περαιτέρω, εννοεί τόσο τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεων και επικειμένων όσο και τον καθορισμό οριστικής ιδιαίτερης αποζημιώσεως, για την από την απαλλοτρίωση μείωση της αξίας του απομένοντος στον ιδιοκτήτη τμήματος του ακινήτου του, αφού ο καθορισμός και των δύο επιβάλλεται να γίνεται ενιαίως, η δε καταβολή και των δύο είναι επιβεβλημένη προκειμένου να έχει καταβληθεί πλήρης η εκ της απαλλοτριώσεως αποζημίωση και να συντελεσθεί η απαλλοτρίωση (Ολ ΑΠ 10/2004, ΑΠ 641/2004, ΑΠ 627/2007).

Περαιτέρω, από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, με το οποίο ορίζεται, ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του, προκύπτει, ότι η εφαρμογή κάθε μέτρου που συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα του φυσικού ή νομικού προσώπου για σεβασμό της περιουσίας του, οφείλει να γίνεται με την τήρηση "δίκαιης και εύλογης ισορροπίας", μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών και την εναρμονισμένη με τον παραπάνω κανόνα αρχή, που διέπει τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. 'Eτσι, οι δυσμενείς για τον καθού η απαλλοτρίωση συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας και υπό την έποψη αυτή είναι ανίσχυρη, ως προσκρούουσα, τόσο στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος, όσο και στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" (ήδη άρθρο 20 του Ν. 2882/2001) ρύθμιση, του περιορισμού της αρμοδιότητας του Εφετείου στη δίκη για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, αποκλειστικά και μόνο στον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης (Ολ.

ΑΠ 10/2004, 11/2004). Επομένως, το Εφετείο, κατά την εκδίκαση αιτήσεως για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος του απαλλοτριούμενου ακινήτου, είναι, επιπλέον, αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως, πέραν από τον εν λόγω καθορισμό της αποζημίωσης: α) την αναγνώριση των δικαιούχων αυτής, β) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη, που αποκτά μετά την απαλλοτρίωση, πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό, καθώς και κάθε άλλο συναφές με την απαλλοτρίωση ζήτημα και γ) το αίτημα περί ορισμού της οφειλόμενης δικαστικής δαπάνης (Ολ.

ΑΠ 10/2004 και 11/2004). Η επιβαλλόμενη, όμως, ενιαία εκδίκαση των περισσότερων αυτών θεμάτων, προϋποθέτει αναγκαίως, ότι τα εν λόγω αιτήματα θα υποβληθούν ενώπιον του Εφετείου κατά τρόπο παραδεκτό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στους ισχύοντες δικονομικούς κανόνες και δεν θα υπάρχει δέσμευση από τις δικονομικές διατάξεις περί εκκρεμοδικίας ή και δεδικασμένου που ισχύουν για το κράτος μέλος.

Και τούτο διότι το ΕΔΔΑ δεν υποκαθιστά τον εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, αλλά μόνον ελέγχει, με τα προβλεπόμενα μέσα, αν οι κανόνες αυτοί ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κοινοτικής έννομης τάξης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναιρείται η απόφαση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τα όργανα και τη διαδικασία παροχής έννομης προστασίας δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά την πιο πάνω διάταξη και αν προβληθεί τέτοιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Δικονομικές είναι οι διατάξεις περί δεδικασμένου καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) κατά το μέρος που επιτάσσουν να γίνεται κατά τρόπο ενιαίο ο προσδιορισμός της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το τμήμα του ακινήτου που απομένει, ήτοι με την απόφαση καθορισμού αποζημίωσης για το απαλλοτριωμένο τμήμα.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα, μόνον για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Προκειμένου να εξετασθεί, εάν υφίσταται από προκληθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με τη νέα αγωγή φερομένου προς κρίση αιτήματος βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης, όσον αφορά την ιστορική αιτία την οποία έκρινε και ο λόγος της απόρριψης.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση απ` όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολ.

ΑΠ 15/1998). Τέλος, με το άρθρο 559 αρ. 16 περ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του ΑΠ υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτό συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν το δεδικασμένο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση του περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 & 2του ιδίου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης Ο αναιρεσείων, με όλους τους λόγους αναιρέσεως, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα:1) με τους πρώτο και τρίτο λόγους αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 5, 9 παρ. 4, 13 παρ. 1, 18 παρ. 1, 26 παρ. 1, 2 και 12 ΚΑΑΑ (ν. 2882/2001), αυτές των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ, τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με το να δεχθεί εσφαλμένως (πρώτος λόγος) :

α) ότι η απόφαση καθορισμού τιμής μονάδος αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης παράγει δεδικασμένο και για το πρόσωπο του δικαιούχου, ενώ αν εφάρμοζε ορθά τις ως άνω διατάξεις θα έκρινε ότι δεδικασμένο από την εν λόγω απόφαση (καθορισμού τιμής μονάδος) παράγεται μόνο ως προς το ύψος της αποζημίωσης και όχι ως προς τον δικαιούχο της αποζημίωσης, ως προς τον οποίο παράγεται δεδικασμένο μόνον από την απόφαση αναγνώρισης δικαιούχων, στις περιπτώσεις συνιδιοκτητών ακινήτων και :

β) (τρίτος λόγος αναιρέσεως), ότι η διάταξη του άρθρου 5 ΚΑΑΑ, επιφέρει σε κάθε περίπτωση ως έννομη συνέπεια την αρχή του ενιαίου της αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων πραγμάτων. 2) Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ως προς την κρίση του περί ύπαρξης αρνητικού δεδικασμένου απορρέοντος από τις υπ' αριθμ. 2784/2005, 503/2004 και 6716/2001 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης και τέλος 3) με τον τέταρτο λόγο της αποδίδει την ως άνω πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι παραβίασε τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 904 ΑΚ και των προπαρατεθεισών στους δύο πρώτους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως διατάξεων, λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού με την εσφαλμένη επίκληση του αρνητικού δεδικασμένου.

Κρίνοντας, εν προκειμένω την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα κρίσιμα : " ..Με την αγωγή του, ο ενάγων και ήδη εκκαλών, ζήτησε να αναγνωρισθεί δικαιούχος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της ιδιαίτερης αποζημίωσης του … ακινήτου όπως αυτή καθορίστηκε με την 2784/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 39.845 ευρώ, επιχειρώντας με τον τρόπο αυτό να επεκτείνει το εκ της προαναφερομένης 2784/2005 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου απορρέον δεδικασμένο και στο πρόσωπό του, παρότι δεν ήταν διάδικος στη δίκη που προηγήθηκε και σε ευθεία αντίκρουση του δεδικασμένου που απορρέει και δεσμεύει αυτόν (αφού υπήρξε διάδικος στην προηγηθείσα δίκη) από την 503/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.

Ως εκ τούτου η αγωγή είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη κατά την κύρια βάση της, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής του, με την 6716/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίσθηκε δικαιούχος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της κάθε είδους αποζημίωσης για αναφερόμενο στην αγωγή του ακίνητο ενώ με την 503/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, στην οποία συμμετείχε ως διάδικος και από την οποία απορρέει για τον ίδιο δεδικασμένο, καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης γι' αυτό και δεν καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για την εκτός απαλλοτρίωσης εναπομείνασα έκτασή του.

Σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας, το δεδικασμένο που απορρέει από την 2784/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που καθόρισε κατόπιν αιτήσεως του Α. Χ. του Α. (ο άλλος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου συγκύριος του ίδιου ακινήτου) ιδιαίτερη αποζημίωση για την εναπομείνασα έκταση του ακινήτου ενεργεί μόνον υπέρ και κατά του συμμετασχόντος στη δίκη αυτή διαδίκου και η ενέργειά του δεν επεκτείνεται και στον ήδη ενάγοντα, ο οποίος άλλωστε δεσμεύεται από το απορρέον από την 503/2004 απόφαση δεδικασμένο.

Ουδόλως τα δύο αυτά δεδικασμένα βρίσκονται σε αντίφαση μεταξύ των, αφού αφορούν σε διαφορετικούς διαδίκους, έστω και αν αφορούν στο ίδιο ακίνητο, σε διάφορο, όμως ποσοστό συγκυριότητας επ' αυτού. Ως προς την, στηριζόμενη στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, επικουρική της βάση, η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, με βάση τα ως άνω εκτεθέντα, η παράλειψη καταβολής αποζημίωσης για ιδιαίτερη αποζημίωση της εναπομείνασας έκτασης από το εναγόμενο στον ενάγοντα δεν έγινε χωρίς νόμιμη αιτία, αλλά ενόψει του απορρέοντος, από την 503/2004 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δεδικασμένου.

Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα, δεχόμενο τα ίδια, απέρριψε την αίτηση, ορθώς ερμήνευσε κι εφάρμοσε το νόμο, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα είναι απορριπτέα, όπως και η έφεσή του, εν συνόλω, που άλλο λόγο προς έρευνα δεν διαθέτει.".

Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος Ε. Χ. του Α., με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί δικαιούχος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της ιδιαίτερης αποζημίωσης του …. ακινήτου, όπως αυτή καθορίστηκε με την υπ' αριθμ. 2784/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει για την αιτία αυτή το ποσό των 39.845 ευρώ), με την αιτιολογία ότι με την υπ' αριθμ. 503/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για την απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία ….

και στην έκδοση της οποίας συμμετείχε ο αναιρεσείων ως διάδικος, καθορίστηκε μόνο οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν ακίνητό του "και δεν καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για την εκτός απαλλοτρίωσης εναπομείνασα έκτασή του", όπως άλλωστε και ο αναιρεσείων δέχεται στην αίτηση αναίρεσης, αναφέροντας ότι "η προγενέστερη απόφαση 503/2004 απέρριψε σιγή το αίτημα ιδιαίτερης αποζημίωσης για πολλά επίδικα, μεταξύ άλλων και για το επίδικο", αιτίαση, όμως την οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να προβάλει ως λόγο αναίρεσης (από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) κατά της υπ' αριθμ. 503/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, μεταξύ άλλων και για το απαλλοτριωθέν ακίνητό του.

Συνεπώς, οι προβαλλόμενες με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης αναιρετικές πλημμέλειες υπό τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι εσφαλμένως το Εφετείο απέρριψε το ως άνω αίτημά του επειδή έκρινε ότι η απόφαση οριστικού καθορισμού τιμής μονάδος αποζημίωσης παράγει δεδικασμένο για το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημίωσης και ότι η διάταξη του άρθρου 5 ΚΑΑΑ επιφέρει σε κάθε περίπτωση ως συνέπεια την αρχή του ενιαίου της αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων πραγμάτων είναι απορριπτέες ως αβάσιμες ως στηριζόμενες σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όπως και οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης.

Εξάλλου, καθόσον αφορά στο δεύτερο λόγο αναίρεσης, το Εφετείο με το να δεχτεί ότι το δεδικασμένο που απορρέει από την μεταγενέστερη της υπ' αριθμ. 2784/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία καθόρισε κατόπιν αιτήσεως του Α. Χ. του Α. (του άλλου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου συγκύριου του ίδιου ακινήτου) ιδιαίτερη αποζημίωση για την εναπομείνασα έκταση του ίδιου ακινήτου ενεργεί μόνον υπέρ και κατά του συμμετάσχοντος στη δίκη αυτή διαδίκου και η ενέργειά του δεν επεκτείνεται και στον ήδη ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα), οποίος άλλωστε δεσμεύεται από το απορρέον από την 503/2004 απόφαση δεδικασμένο", και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο με το να δεχτεί τα αμέσως παραπάνω δεν παραβίασε το δεδικασμένο των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα αποφάσεων, αφού, πέραν του ότι με την προγενέστερη (υπ' αριθμ.

την 503/2004 απόφαση, όπως ο ίδιος ο αναιρεσείων αναφέρει, είχε ήδη απορριφθεί σιγή το αίτημα του για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας της εκτός απαλλοτρίωσης εναπομείνασας έκτασης της … ιδιοκτησίας, και συνεπώς είχε κριθεί το ζήτημα για μείωσης ή μη της αξίας του εναπομείναντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος της ως άνω ιδιοκτησίας και της υποχρέωσης ή μη του Ελληνικού Δημοσίου για καταβολή αποζημίωσης για το εν λόγω ακίνητο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 2784/2005 απόφασης, και δέχτηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, η δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2784/2005 απόφαση, έστω και αν αφορά καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το ίδιο ακίνητο, διεξήχθη μεταξύ του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου αφ' ενός και του συγκυρίου του ήδη αναιρεσείοντος στο ίδιο ακίνητο Α.

Χ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, και συνεπώς δεν απορρέει από την απόφαση εκείνη δεδικασμένο για τους διαδίκους της παρούσας δίκης υπό την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 324 του ΚΠολΔ., εφόσον ελλείπει κατ' αρχήν μεταξύ των δύο δικών η ταυτότητα των διαδίκων, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την ενέργεια του δεδικασμένου και αποτελεί επακόλουθο του συζητητικού ζητήματος στην πολιτική δίκη, κατ' άρθρο 106 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι κατά το μέρος που αφορούν την παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 321-322 ΚΠολΔ και των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 και 26 παρ. 1, 2 ν. 2982/2001, διότι οι ως άνω διατάξεις κατά το μέρος που επιβάλλουν τον ενιαίο καθορισμό της αποζημίωσης είναι δικονομικές και η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατά τα λοιπά οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένα εφήρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, 17 παρ. 2 του Συντάγματος και παραγνώρισε ότι οι διατάξεις αυτές, όπως αυτόνομα ερμηνεύονται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ως υπερνομοθετικές, κατισχύουν των κοινών διατάξεων ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παρέβλεψε τις πιο πάνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ούτε απέκλεισε το δικαίωμα του αναιρεσείοντος ν` αξιώσει από τα αρμόδια δικαστήρια "δίκαιη ικανοποίηση" κατ` εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1α του Πρ.

Πρ. Πρ. της ΕΣΔΑ, ή αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 104 και 105 ΕισΝΑΚ, αλλά στήριξε την απορριπτική κρίση του στην υπάρχουσα δέσμευση του δεδικασμένου, το οποίο, με βάση τα όσα εκτέθηκαν στην αρχή, δεν μπορεί να ανατραπεί. Η εκ του άρθρου 904 ΑΚ αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη, έχει επιβοηθητικό ή επικουρικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί αν λείπουν οι προϋποθέσεις από σύμβαση ή αδικοπραξία ή από άλλη διάταξη νόμου.

Έτσι, αν η αγωγή στηρίζεται στα ίδια πραγματικά γεγονότα στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία ή διάταξη νόμου, είναι νομικά αβάσιμη, γιατί αφού υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία ή διάταξη νόμου ο ενάγων δύναται να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΟλΑΠ 22/03 ΕλΔ 44, 1261 - ΑΠ 222/03 ΕλΔ 45, 475 - ΑΠ 104/03 ΕλΔ 44, 983).

Αυτό γιατί προϋπόθεση αναγκαία για την έγερση αγωγής προς αναζήτηση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγόμενου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή επί ζημία του, είναι ότι ο πλουτισμός αυτός αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μία από τις ενδεικτικώς αναφερόμενες στην ανωτέρω διάταξη μορφές ελλείψεως της νομιμότητάς της και συνεπώς όταν υπάρχει νόμιμη αιτία (σύμβαση, αδικοπραξία, διάταξη νόμου) από την οποία προέκυψε ο πλουτισμός αυτός, ο λήπτης δεν είναι υποχρεωμένος να αποδώσει την ωφέλεια αυτή βάσει της ανωτέρω διατάξεως και η σχετική αγωγή δεν θεμελιώνεται σ' αυτή, εκτός αν υπάρχει ειδική διάταξη νόμου που να επιτρέπει την αναζήτηση (ΑΠ 725/04 ΕλΔ 45, 1430 - ΑΠ 355/99 ΕλΔ 40, 1535).

Με τον τελευταίο (τέταρτο) λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 904 ΑΚ απέρριψε την προαναφερθείσα αγωγή του αναιρεσείοντα ως προς την επικουρική της βάση, που στηρίζονταν στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ως άνω αγωγή του αναιρεσείοντα ως προς την επικουρική βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση που η αγωγή ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στηρίζεται στα ίδια, πραγματικά περιστατικά με τη στηριζόμενη στο άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 κύρια βάση αυτής είναι μη νόμιμη κατά τα προαναφερθέντα.

Τούτο δε, ειδικότερα διότι η μη καταβολή της ιδιαίτερης αποζημίωσης της εναπομείνασας έκτασης στον ενάγοντα έγινε με νόμιμη αιτία και δη με βάση την τελεσίδικη απόφαση 503/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καθορίστηκε μόνο οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν το τμήμα της ιδιοκτησίας του ήδη αναιρεσείοντος και δεν καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα αυτής, η οποία και μόνον αυτή, αφορά και δεσμεύει τον ενάγοντα.

Επομένως, και ο τελευταίος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί.

Ως εκ τούτου, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, ο αναιρεσείων που ηττήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ και που έχει εφαρμογή και όταν ηττάται ο αντίδικος του Ελλ. Δημοσίου), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), καθώς και άρθρ. 22 παρ. 3 ν. 2882/2001, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-7-2019 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 253/26-7-2019 αίτηση του Ε. Χ. του Α. για αναίρεση της 709/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουλίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ