Supreme Court allows appeal against insurance company due to appellate court's failure to examine liability and causation. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding fault and causation in the traffic accident case. Consequently, the appeal is allowed, and the case is remanded for further examination. The court ruled that the appellate court erred by not properly addressing the liability and causation issues in the traffic accident case. The decision establishes that insufficient reasoning on fault and causation warrants remanding the case for further examination. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding fault and causation in the traffic accident case. Consequently, the appeal is allowed, and the case is remanded for further examination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a traffic accident compensation claim. The appellant argued that the lower court failed to properly examine liability and causation due to vague and incomplete reasoning. The court agreed, finding the appellate court committed a procedural error by not adequately addressing the fault and causation issues. As a result, the appeal was accepted, the case was remanded for further examination, and the insurance company was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure: When an appellate court fails to provide sufficient reasoning on liability and causation in a tort case, the appeal is allowed, and the case is remanded for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1006 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1006/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Ρ. του Κ., κατοίκου …., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καρανάσιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "…..", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 9-1-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 947/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5157/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-7-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17-7-2018 (αρ. κατ.7261/613 /2018) αίτηση για την αναίρεση της με αριθμ. 5157/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ όπως ίσχυε, πριν το Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 49/ 2019, ΑΠ 301/2018, ΑΠ 1685/2017, ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή
". Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1, 2 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματος του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού". Κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του του ως άνω νόμου "Στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας., Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο. 2
... 3. Τηρουμένων των διατάξεων της παρ. 1, σε οδοστρώματα που είναι χωρισμένα σε δύο ή περισσότερες λωρίδες κυκλοφορίας, κατά κατεύθυνση με κατά μήκος διαγραμμίσεις, οι οδηγοί οχημάτων υποχρεούνται να οδηγούν αυτά μέσα στα όρια μιας λωρίδας και κατά το δυνατόν στο μέσο αυτής". Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1205/2018).
Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αλλά και αιτιάσεις που προβάλλει με τους πρώτο και, δεύτερο αναιρετικούς λόγους, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση μεταξύ άλλων και την εκ του άρθρου 559 αριθ 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια επικαλούμενη ότι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297 -300,330 και 914 ΑΚ και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1,16 παρ.1 και 7, 19 παρ. 1-2, 17παρ.1-2, 5α και β του Ν.2696/1999-ΚΟΚ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες τέλεσης της σύγκρουσης και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ'αυτήν οδηγών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στο ζήτημα της υπαιτιότητας αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε ανελέγκτως ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις συνθήκες επελεύσεως του αναφερόμενου στην αγωγή τροχαίου ατυχήματος: "Στην περιοχή ..., στις 11-2-2014 και περί ώρα 10.10, η ενάγουσα οδηγώντας την με αριθ.
Κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας της που δεν ήταν ασφαλισμένη για την απέναντι σε τρίτους αστική ευθύνη, κινούνταν στην οδό ..., με κατεύθυνση προς .... Η οδός ... είναι διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 10.50 μέτρα και πεζοδρομίου 1,50 μέτρα ενώ, είναι ευθεία και παρουσιάζει αριστερή ομαλή στροφή στο σημείο της συμβολής της με την οδό ..., στο οποίο υπάρχει οριζόντια σήμανση, ήτοι κατά μήκος διαγράμμιση αποτελούμενη από δύο συνεχείς γραμμές, που σημαίνει διαχωρισμό των λωρίδων αντιθέτων κατευθύνσεων και στους οδηγούς των οδικών οχημάτων απαγορεύεται να διαβαίνουν την ως άνω διαγράμμιση, να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτών και να κινούνται πάνω σ' αυτή (ιππαστί) (αρθ. 5 παρ. 1, 2, 3α. 8α και δ ν. 2696/1999 Κ.Ο.Κ.).
επιπλέον, η ως άνω οδός ήταν άσφαλτος ξηρά κατά τον παραπάνω χρόνο, κατά τον οποίο ήταν ημέρα, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και επικρατούσε καλοκαιρία, ενώ η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή και των πεζών αραιή. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην παραπάνω οδό ανέρχεται σε 50 χλμ/ώρα λόγω κατοικημένης περιοχής (βλ.
έκθεση αυτοψίας). Κατά τον παραπάνω χρόνο, ο αρχικά 1ος εναγόμενος, Γ. Κ., οδηγώντας την με αριθ. Κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένη για την απέναντι σε τρίτους αστική ευθύνη στην 2η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, κινούνταν στην ως άνω οδό (Πειραιώς), ομόρροπα με το όχημα της ενάγουσας, αλλά πίσω από ένα αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο κινούνταν πίσω από τη μοτοσικλέτα της ενάγουσας.
Όταν η δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε η ενάγουσα, έφθασε στο ύψος της συμβολής της οδού... με την οδό ..., αυτή, που θα επιχειρούσε να πραγματοποιήσει ανεπίτρεπτα στροφή προς τα αριστερά και διασχίζοντας παράνομα το αντίθετο, σε σχέση με την πορεία της, ρεύμα κυκλοφορίας να εισέλθει στην οδό ..., αφού κατέστησε γνωστή αυτή την πρόθεσή της στους λοιπούς οδηγούς, χρησιμοποιώντας τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης και με ταυτόχρονη έκταση του αριστερού χεριού της, τροχοπέδησε διαδοχικά και ακινητοποίησε το όχημά της δίπλα και παράλληλα στην ως άνω διαγράμμιση (δύο συνεχείς γραμμές) για να ελέγξει την κυκλοφορία των οχημάτων στην αντίθετη, προς αυτή που κινούνταν, κατεύθυνση κυκλοφορίας, δηλαδή σε σημείο που απαγορεύεται η ακινητοποίηση οχημάτων.
Τότε ο οδηγός του προαναφερθέντος ΙΧΕ αυτοκινήτου, αφού χρησιμοποίησε το δεξιό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, πραγματοποίησε ελιγμό προς τα δεξιά και προσπέρασε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα της ενάγουσας από δεξιά. Ταυτόχρονα, ο αρχικά 1ος εναγόμενος, που οδηγούσε την παραπάνω μοτοσικλέτα του, με κανονική ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε την ανώτατη επιτρεπόμενη (50 χλμ/ώρα), κινούμενος πίσω από το ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο, που παρεμπόδιζε την ορατότητα αυτού προς τη μοτοσικλέτα της ενάγουσας, αντιλαμβανόμενος ξαφνικά την μοτοσικλέτα στην πορεία του, εμπρός από αυτόν, σε σημείο της οδού που απαγορευόταν η ακινητοποίηση οχήματος και μάλιστα στην αριστερή λωρίδα σε σχέση με την πορεία του, που είναι ταχείας κυκλοφορίας των οχημάτων, μετά την προσπέραση αυτής από το ως άνω ΙΧΕ όχημα από δεξιά και την ελευθέρωση της ορατότητάς του, γιατί βρισκόταν σε μικρή απόσταση (3-4 μέτρων) από αυτή, παρά το ότι επιχείρησε να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση και χωρίς να προλάβει να τροχοπεδήσει, λόγω της ξαφνικής εμφάνισης της μοτοσικλέτας, της κατά αυτό το χρόνο μικρής απόστασης μεταξύ των ως άνω οχημάτων και της έλλειψης επαρκούς χρόνου αντίδρασης, επέπεσε με την αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας του στο οπίσθιο τμήμα του δίκυκλου οχήματος της ενάγουσας.
Λόγω της σύγκρουσης ανατράπηκαν τα παραπάνω δίκυκλα οχήματα και η ενάγουσα κατέπεσε στο οδόστρωμα, χωρίς να εκτιναχτεί σε απόσταση, λόγω της κανονικής ταχύτητας του οχήματος του Γ.Κ., με συνέπεια να προκληθούν υλικές ζημίες στα ως άνω οχήματα και να τραυματιστεί η ενάγουσα, η οποία υπέστη συντριπτικό διαϋπερκονδύλιο κάταγμα αριστερού αγκώνα.
Τα παραπάνω προκύπτουν με σαφήνεια και πληρότητα από την έκθεση αυτοψίας και το συνημμένο σχεδιάγραμμα της αρμόδιας Τροχαίας, στα οποία αναγράφονται και απεικονίζονται, αντίστοιχα, οι συνθήκες της σύγκρουσης, οι πιθανές πορείες των δίκυκλων οχημάτων και οι επιφάνειες αυτών που υπέστησαν ζημίες. Ειδικότερα, στην ως άνω έκθεση αυτοψίας αναγράφεται "επιφάνειες των οχημάτων που συγκρούστηκαν και βλάβες αυτών:
Α όχημα (δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας 1ου αρχικά εναγομένου): φθορές στην αριστερή πλευρά και Β όχημα (δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας ενάγουσας): φθορές στην πίσω πλευρά από τη σύγκρουση και περιμετρικά από την πτώση. Η ενάγουσα δεν ανέφερε ούτε στην αγωγή της, ούτε στην από 25-3-2014 ένορκη εξέτασή της ενώπιον της αρμόδιας αρχής σε ποια θέση είχε ακινητοποιήσει το δίκυκλο όχημά της για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στο αντίθετο, από αυτό που κινούνταν αυτή, ρεύμα κυκλοφορίας.
Ο ισχυρισμός αυτής, που για πρώτη φορά πρότεινε με το σχετικό λόγο έφεσης, ότι το δίκυκλο όχημά της ήταν ακινητοποιημένο πάνω στη διπλή διαχωριστική γραμμή, κρίνεται αβάσιμος. Ειδικότερα, η ακινητοποίηση του δίκυκλου οχήματος της ενάγουσας δίπλα και παράλληλα με τη διπλή διαχωριστική διαγράμμιση προκύπτει από το γεγονός ότι ο οδηγός του προαναφερθέντος ΙΧΕ αυτοκινήτου άναψε τον δεξιό δείκτη κατεύθυνσης για να προσπεράσει τη μοτοσικλέτα της ενάγουσας που ήταν ακινητοποιημένη δίπλα και παράλληλα με την εν λόγω διαγράμμιση παρεμποδίζοντας την ευθεία πορεία του ΙΧΕ οχήματος του και πραγματοποίησε ελιγμό προς τα δεξιά, (γεγονότα που δεν αμφισβητούν οι διάδικοι) ενώ σε περίπτωση που η μοτοσικλέτα ήταν ακινητοποιημένη πάνω στη διπλή διαχωριστική γραμμή δεν θα υπήρχε λόγος να πραγματοποιήσει τέτοιον ελιγμό, καθόσον η μοτοσικλέτα δεν θα παρεμπόδιζε την πορεία του.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας στο οποίο απεικονίζεται μεν η πιθανή θέση μοτοσικλέτα της ενάγουσας πάνω στην εν λόγω διαγράμμιση, εφόσον ο συντάξας αυτό το σχεδιάγραμμα αναφέρει ότι τα βέλη δείχνουν την πορεία των οχημάτων και όχι την ακριβή θέση στο οδόστρωμα, κατά δήλωση των οδηγών, ενώ και στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας αναφέρεται ότι τα ως άνω δίκυκλα οχήματα είχαν μετακινηθεί πριν από την άφιξη των αρμοδίων αστυνομικών που επιλήφθηκαν του ενδίκου ατυχήματος.
Ομοίως, δεν αναιρούνται τα παραπάνω από τις καταθέσεις του Γ. Κ., α) στην με ημερομηνία 27-4-2014 ένορκη εξέτασή του ενώπιον της αρμόδιας αρχής, στην οποίαν κατέθεσε ότι "αφού ξεκίνησε να προσπερνά (το ΙΧΕ όχημα) στην πορεία του, μπροστά από αυτόν, βρισκόταν σταματημένη με φλας αριστερό, πάνω στη διπλή διαχωριστική γραμμή η με αριθ. ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα. Δεν πρόλαβε να φρενάρει με αποτέλεσμα να πέσει πάνω της" και β) στο πρωτοβάθμιο ακροατήριο, στο οποίο κατέθεσε ότι "είδε σταματημένο το μηχανάκι στη μέση της οδού και έπεσε πάνω του" καθόσον αυτός αναφέρει επιπλέον ότι η μοτοσικλέτα της ενάγουσας βρισκόταν σταματημένη στην πορεία του, μπροστά από αυτόν, ο οποίος, όπως αποδείχθηκε κινούνταν αρχικά πίσω από το ΙΧΕ αυτοκίνητο και όχι πάνω ή κοντά στην διαχωριστική διαγράμμιση.
Συνεπώς, ο Γ. Κ. οδηγώντας το όχημά του, μετά από το δεξιό ελιγμό του ΙΧΕ οχήματος, αντιλαμβανόμενος αιφνίδια το δίκυκλο όχημα της ενάγουσας στην πορεία του, εμπρός από αυτόν, ήτοι δίπλα και παράλληλα στην εν λόγω διαγράμμιση και όχι πάνω σε αυτή, λόγω έλλειψης χρόνου, όπως προαναφέρθηκε, επέπεσε σ' αυτό, ενώ ο δεξιός αποφευκτικός ελιγμός που επιχείρησε αυτός είχε ως συνέπεια να επιπέσει με την αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας (και όχι με το εμπρόσθιο τμήμα της) στο οπίσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας της ενάγουσας.
Αν ο παραπάνω ισχυρισμός της ενάγουσας ήταν αληθινός τότε η μοτοσικλέτα του Γ. Κ. δεν θα είχε επιπέσει στο όχημά της αλλά θα το είχε προσπεράσει. Τέλος, το γεγονός ότι ο Γ. Κ. με την από 11- 2-2014 υπεύθυνη δήλωσή του προς την 2η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ανήγγειλε το ένδικο ατύχημα και μάλιστα δήλωσε ότι ευθύνεται άλλος (δηλαδή η ενάγουσα) και όχι ο ίδιος, δεν αναιρεί τα παραπάνω αποδειχθέντα.
Από τα παραπάνω περιστατικά προκύπτει ότι η ένδικη σύγκρουση και οι συνέπειες αυτής οφείλονται σε υπαιτιότητα της ενάγουσας, γιατί αυτή δεν κατέβαλε την επιμέλεια συνετής οδηγού για να αποφύγει το ατύχημα, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει. Ειδικότερα, με βάση την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, την κοινή πείρα και τη λογική αυτή όφειλε 1) να οδηγεί με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή και να αποφύγει οποιαδήποτε συμπεριφορά που ήταν ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία ή να προκαλέσει ζημίες σε περιουσίες (αρθ. 12 παρ. 1 Κ.Ο.Κ.) και 2) ενόψει και της πυκνής κυκλοφορίας οχημάτων στην οδό ..., να μην ακινητοποιήσει το όχημά της στο σημείο όπου υπήρχε η κατά μήκος διαγράμμιση της ως άνω οδού, που αποτελούνταν από δύο συνεχείς γραμμές, προκειμένου να επιχειρήσει παράνομα να πραγματοποιήσει απαγορευμένη στροφή προς τα αριστερά για να εισέλθει, διασχίζοντας το αντίθετο ρεύμα πορείας, στην οδό ... (αρθ. 5 παρ. 1, 2, 3α, 8α και δ Κ.Ο.Κ.).
Αυτή, όμως, αγνοώντας του κανόνες του Κ.Ο.Κ., δεν συμμορφώθηκε με τις παραπάνω υποχρεώσεις της, αλλά οδηγούσε αμελώς, όπως προαναφέρθηκε.
Συνεπώς, ενόψει των παραπάνω εκτεθέντων, υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της, κατά παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, οδήγησης του δίκυκλου οχήματος από την ενάγουσα και της πρόκλησης του ενδίκου ατυχήματος. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε αμελής συμπεριφορά του αρχικά 1ου εναγομένου τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.
Ειδικότερα, ενόψει των συνθηκών που επικρατούσαν (πυκνή κυκλοφορία οχημάτων, κατοικημένη περιοχή) αυτός κινούνταν πίσω από το ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο με την ως άνω επιτρεπόμενη ταχύτητα και οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, εφόσον τηρούσε την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο, ενώ δεν ήταν δυνατό να τηρεί απόσταση ασφαλείας από τη μοτοσικλέτα της ενάγουσας, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε η τελευταία, μετά την υπέρβασή της από το αυτοκίνητο, αφού αυτή ήταν ήδη ακινητοποιημένη στο ως άνω απαγορευμένο σημείο της οδού και μάλιστα στην λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας, όπως προαναφέρθηκε.
Το γεγονός ότι το δίκυκλο όχημα του αρχικά 1ου εναγομένου δεν κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα προκύπτει και από την μη εκτίναξη της ενάγουσας εξαιτίας της σύγκρουσης και τον ως άνω τραυματισμό της. Αν το ως άνω δίκυκλο όχημα έβαινε με ταχύτητα που υπερέβαινε την ανώτατη επιτρεπόμενη, τότε η ενάγουσα θα εκτινασσόταν σε μεγάλη απόσταση και θα είχε υποστεί βαρύτερο τραυματισμό από τον προαναφερθέντα.
Εξάλλου, ο Γ. Κ. δεν ήταν δυνατό να προβλέψει την παραπάνω παράνομη ενέργεια της ενάγουσας, ενώ αυτός επιχείρησε να την αποφύγει πραγματοποιώντας ανεπιτυχή ελιγμό προς τα δεξιά, αλλά δεν την απέφυγε λόγω της περιορισμένης ορατότητας εξαιτίας του προπορευόμενου ΙΧΕ αυτοκινήτου, της ξαφνικής εμφάνισης της μοτοσικλέτας της ενάγουσας, της μικρής απόστασης μεταξύ των οχημάτων τους και της έλλειψης χρόνου αντίδρασης, όπως προαναφέρθηκε.".? Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 947/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το οποίο , κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει την ένδικη από 11.10.2014 και με αριθμό κατάθεσης, 115200/ 4997/13.10.2014 αγωγή, που η ίδια ενώπιον του είχε ασκήσει κατά του μη διαδίκου εν προκειμένω, οδηγού της με αριθμό κυκλ ...δίκυκλης μοτοσικλέτας πρώτου εναγομένου Γ.
Κ. , αλλά και της δεύτερης εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης Ασφαλιστικής εταιρίας, στην οποία το ως άνω όχημα ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη. Με τις κρίσεις του αυτές όμως το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, για το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης ή όχι υπαίτιας συμπεριφοράς του οδηγού της ζημιογόνου, ασφαλισμένης στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην πρόκληση του ατυχήματος και της συμμόρφωσής του προς τους κανόνες του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ και των ως άνω διατάξεων του ισχύοντος τότε ΚΟΚ Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση:
α) Προεχόντως, δεν αναφέρει τον λόγο που ο οδηγός της ασφαλισμένης στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία μοτοσικλέτας, δεν συνέχισε την επί της αυτής λωρίδος πορεία του στοιχιζόμενος πίσω από το προπορευόμενο αυτής ΙΧΕ, μετά την, κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης, επιτυχή και κατόπιν προειδοποίησης του οδηγού του με την χρήση του δεξιού δείκτη κατεύθυνσης (δεξί φλας) αποφυγή του δικύκλου οχήματος της αναιρεσείουσας.
Εξάλλου β) δεν ερεύνησε αν ο οδηγός της, ασφαλισμένης στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, μοτοσικλέτας τηρούσε από το προπορευόμενο αυτού ΙΧΕ την επιβαλλομένη εκ του άρθρου 19 παρ 7 του τότε ισχύοντος Ν.2696/1999 (ΚΟΚ) απόσταση, χωρίς να απαιτείται να μειώσει την ταχύτητά του οχήματος του κάτω από το ανώτατο επιτρεπόμενο, στο σημείο εκείνο, όριο ταχύτητας, ζήτημα το οποίο, σε αντίθεση με όσα παρατίθενται στην προσβαλλομένη, είναι ουσιώδες για να διαπιστωθεί η από μέρους του οδηγού ανυπαίτια έλλειψη δυνατότητας τροχοπέδησης, ή ακόμη και της διακοπής της πορείας του προ της, "αιφνιδίως", κατά τα όσα σ' αυτήν αναφέρονται, εμφανιζομένης έμπροσθέν του ακινητοποιημένης πλησίον της διαχωριστικής γραμμής μοτοσικλέτας της αναιρεσείουσας.
γ) Δεν αναφέρει τον λόγο που το εναπομένον, (μετά την ακινητοποίηση του οχήματος της αναιρεσείουσας πλησίον της διαχωριστικής των δυο ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμής), τμήμα της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας δεν επαρκούσε προκειμένου, το ως άνω, ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη, ζημιογόνο όχημα να συνεχίσει απρόσκοπτα την πορεία του στην λωρίδα κυκλοφορίας επί της οποίας αυτό εξ αρχής εκινείτο.
Συγκεκριμένα ουδεμία διευκρίνιση παρατίθεται στο αιτιολογικό της σχετικά με την έλλειψη δυνατότητας του οδηγού της ασφαλισμένης στην αναιρεσίβλητη μοτοσικλέτας να πραγματοποιήσει αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό, προκειμένου να προσπεράσει χωρίς κίνδυνο για τον ίδιο και τους λοιπούς χρήστες της οδού το ακινητοποιημένο όχημα, όπως άλλωστε έπραξε ο οδηγός του προπορευομένου αυτής ΙΧΕ αυτοκινήτου, παρά το ότι, αυτό, προσπερνώντας από δεξιά το δίκυκλο όχημα της αναιρεσείουσας, καταλάμβανε, λόγω του μεγέθους του, μεγαλύτερο τμήμα από το πλάτος του οδοστρώματος της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας από αυτό που θα καταλάμβανε η ζημιογόνος μοτοσικλέτα, κατά την προσπέραση.
Με τις παραπάνω ελλιπείς και, ασαφείς, αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες της συγκρούσεως και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ' αυτή οδηγών ήτοι την έλλειψη, υπαιτιότητας στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου οδηγού και την ύπαρξη αποκλειστικής υπαιτιότητας στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας οδηγού, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή ή μη των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 300, 914 ΑΚ, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 12 § 1, 16 § § 1 και 7, 19 § 1 και 2 και του τότε ισχύοντος Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) σχετικά με το αν, αποκλειστικά υπαίτια για την ένδικη σύγκρουση, ήταν η αναιρεσείουσα με μόνη την, κατά παράβαση του ΚΟΚ, ακινητοποίηση του οχήματος της πλησίον της διαχωριστικής γραμμής των δυο ρευμάτων κυκλοφορίας της ..., ή, αν στη σύγκρουση αυτή, συνετέλεσε αποκλειστικά ή κατά ένα μέρος και αμέλεια περί την οδήγηση του οδηγού της ζημιογόνου ασφαλισμένης στην αναιρεσίβλητη μοτοσικλέτας.
Επομένως το Εφετείο, υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης αυτών.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος κατά το δεύτερο και τρίτο τμήμα του δεύτερου σκέλους του (υπό στοιχ.β 2 και 3 στην αίτηση), αλλά και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης συνδυαστικά, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη, κατ' εκτίμηση των προβαλλομένων μ'αυτές αιτιάσεων, μόνο την από το άρθρο 559 αριθμ19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής λόγω, ασαφών και ελλιπών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού της ασφαλισμένης στην αναιρεσίβλητη μοτοσικλέτας, είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, που καθίσταται, αλυσιτελής, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας στο σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης των παραπάνω λόγων, που έγιναν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε', που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 εδ. ε' του Ν. 4055/2012 και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5157/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.