Supreme Court allows appeal against payment order when parties validly agreed to arbitration excluding court jurisdiction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a payment order issued by a single-member district court. The respondent had validly agreed to arbitration under the Technical Chamber of Greece, which excluded the civil courts' jurisdiction over their contractual disputes. The Court found the lower court erred by failing to apply Article 902 of the Code of Civil Procedure to determine if the dispute fell under the arbitration agreement. Consequently, the appeal was granted, and the case was remitted for further examination by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 623, 632, 867, 868, 902 of the Code of Civil Procedure; If parties validly agree to arbitration excluding court jurisdiction, a payment order cannot be issued for the resulting claim, and the court must examine whether the dispute falls under the arbitration agreement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1006 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1006/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πέππα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαχαρία Παπαδόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 204/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2017 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-10-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
To άρθρο 1 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 591 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες, μεταξύ των οποίων και η διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής, καθορίζει τις διαφορές που υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων αυτών ανήκουν οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας και δημοσίου δικαίου που ο νόμος τις έχει υπαγάγει σε αυτά.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής και για χρηματικές απαιτήσεις, που αποδεικνύονται, όπως και το οφειλόμενο ποσό, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι μεταξύ των νομίμων προϋποθέσεων, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι να πρόκειται για απαίτηση που προέρχεται από διαφορά, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και, συνεπώς, λόγω ελλείψεως της ανωτέρω προϋποθέσεως, δεν είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής για απαίτηση που προέρχεται από διαφορά, η οποία έχει υπαχθεί νομίμως σε διαιτησία (πρβλ.
ΑΠ 218/2016, ΑΠ 661/2016, ΑΠ 594/2015), αφού στην περίπτωση αυτή το πολιτικό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να δικάσει την υπόθεση (Ολ.ΑΠ 16/2002, ΑΠ 1590/2017). Κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, αν εκδοθεί διαταγή πληρωμής παρά την έλλειψη της ανωτέρω νόμιμης προϋποθέσεως, ακυρώνεται αυτή μετά από ανακοπή του καθού η εν λόγω διαταγή πληρωμής.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 902 ΚΠολΔ, "στα επιμελητήρια, στα χρηματιστήρια αξιών και εμπορευμάτων και στις επαγγελματικές ενώσεις προσώπων οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου μπορούν, με προηγούμενη γνωμοδότηση του διοικητικού τους συμβουλίου, να οργανώνονται μόνιμες διαιτησίες, με διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του υπουργού της δικαιοσύνης και του υπουργού που έχει την εποπτεία του επιμελητηρίου, του χρηματιστηρίου ή της ένωσης", (παρ. 1). "Τα διατάγματα της παρ. 1 ορίζουν ποιες διαφορές μπορούν να υπαχθούν στη διαιτησία κάθε επιμελητηρίου, χρηματιστηρίου ή ένωσης, καθώς και τις λεπτομέρειες για την οργάνωση της διαιτησίας" (παρ. 2).
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, με τις οποίες οριοθετείται και ο κύκλος των προσώπων που μπορούν να οριστούν διαιτητές, σαφώς προκύπτει, αφενός μεν, ότι ο νόμος δεν απαιτεί να συντρέχουν στο πρόσωπο του διαιτητή ορισμένες ιδιότητες και αφετέρου, ότι επιτρεπτή είναι η επιλογή, ως διαιτητών, μόνο φυσικών προσώπων.
Έτσι, διαιτητές δεν μπορούν να οριστούν τα νομικά πρόσωπα, οποιαδήποτε και αν είναι η φύση τους. Όμως, κατ' εξαίρεση, στα επιμελητήρια, στα χρηματιστήρια αξιών και εμπορευμάτων και στις επαγγελματικές ενώσεις προσώπων, οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μπορούν να οργανώνονται μόνιμες διαιτησίες, με διατάγματα που εκδίδονται κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 902 παρ. 1 ΚΠολΔ, τα οποία ορίζουν και ποιες διαφορές μπορούν να υπαχθούν στη διαιτησία καθενός από τα νομικά αυτά πρόσωπα.
Με βάση την πιο πάνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 902 ΚΠολΔ, εκδόθηκε το υπ' αριθ. 723/1979 π.δ. "περί συστάσεως παρά τω Τεχνικώ Επιμελητηρίω της Ελλάδος μονίμου διαιτησίας", στο άρθρο 1 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: "Συνιστάται παρά τω τεχνικώ επιμελητηρίω της Ελλάδος (TEE) μόνιμος διαιτησία προς επίλυσιν τεχνικών διαφορών" (παρ. 1). "Ως τεχνικαί διαφοραί νοούνται αι πάσης φύσεως διαφοραί αι προερχόμεναι εκ συμβάσεων μελέτης, εκτελέσεως, συντηρήσεως, λειτουργίας ή πάσης ετέρας αναλόγου επεμβάσεως επί τεχνικών έργων, κατασκευών, εγκαταστάσεων και εν γένει επί θεμάτων εμπιπτόντων εις τας επιστημονικάς γνώσεις ή εμπειρίας των μελών του ΤΕΕ." (παρ. 2).
Επομένως, στη μόνιμη διαιτησία του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, μπορούν να υπάγονται προς επίλυση μόνο "τεχνικές διαφορές", με την προαναφερόμενη έννοια που το ίδιο το υπ' αριθ. 723/1979 π.δ. ορίζει. Ο νομοθέτης υπήγαγε μόνο τις διαφορές αυτές στη μόνιμη διαιτησία, διότι απέβλεψε στις ειδικές επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις και εμπειρίες των μελών του.
Aπό τα παραπάνω συνάγεται ότι: α) ως τεχνικές διαφορές κατά την έννοια του νόμου, πρέπει να νοηθούν οι διαφορές, που ανακύπτουν από συμβάσεις έχουσες ως άμεσο αντικείμενο τεχνικά έργα, κατασκευές, εγκαταστάσεις ή θέματα εμπίπτοντα στις επιστημονικές γνώσεις ή εμπειρίες των μελών του ΤΕΕ και όχι απλώς έμμεση σχέση με τέτοια έργα κλπ και 2) αποκλείεται η υπαγωγή στη διαιτησία αυτή άλλων διαφορών, που δεν είναι "τεχνικές", αφού αυτές κείνται πέραν της προαναφερόμενης εξουσιοδότησης, αλλά και πέραν της ρητής εξαιρετικής ρύθμισης του άρθρου 1 παρ. 2 του π.δ. 723/1979 (ΑΠ 98/2016, ΑΠ 1596/2013, ΑΠ 1610/2008).
Τέτοιες άλλες (μη τεχνικές) προδήλως είναι και οι διαφορές, οι οποίες ανακύπτουν μεν από σύμβαση εργολαβίας, πλην, όμως, το άμεσο αντικείμενο αυτών δεν είναι η μελέτη, εκτέλεση, συντήρηση, λειτουργία ή κάθε άλλη ανάλογη επέμβαση επί τεχνικού έργου ή άλλο θέμα που εμπίπτει στις επιστημονικές γνώσεις ή εμπειρίες των μελών του ΤΕΕ, αλλά ζητήματα, η ορθή επίλυση των οποίων απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις της νομικής επιστήμης (ΑΠ 713/2017).
Επομένως, για τις τεχνικές κατά την ανωτέρω έννοια διαφορές από τεχνικά έργα, για τις οποίες και μόνο αναγνωρίζεται στη μόνιμη αυτή διαιτησία του ΤΕΕ δικαιοδοσία από το νόμο, εφόσον βεβαίως υπάρχει σχετική ρήτρα διαιτησίας, ο δικαστής των πολιτικών δικαστηρίων στερείται δικαιοδοσίας έκδοσης διαταγής πληρωμής.
Αντιθέτως, αν με συμφωνία έχει υπαχθεί στη μόνιμη διαιτησία του TEE οποιαδήποτε άλλη διαφορά, που εκφεύγει του αντικειμένου των τεχνικών διαφορών, μπορεί με βάση αυτή να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αφού αφενός μεν η συγκεκριμένη διαφορά, μη δυνάμενη να υπαχθεί στην ως άνω μόνιμη διαιτησία, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφετέρου δε η εν λόγω συμφωνία δεν αποτελεί αίρεση ή όρο που παρακωλύει, ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, την έκδοση διαταγής πληρωμής κατ' άρθρο 624 ΚΠολΔ.
Σημειώνεται, ότι στην περίπτωση αυτή, αν δηλαδή με συμφωνία υπαχθεί στη μόνιμη διαιτησία του TEE διαφορά που δεν είναι τεχνική, κατά την παραπάνω έννοια, η σχετική διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη, δεδομένου ότι οι διαιτητές που την εξέδωσαν, στηρίχθηκαν μεν σε υπαρκτή συμφωνία περί διαιτησίας, αλλά ενήργησαν καθ' υπέρβαση της εξουσίας που τους έχει παράσχει ο νόμος (ΑΠ 98/2016, ΑΠ 1596/2013, ΑΠ 1610/2008).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως (ΟλΑΠ11/2017, 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 30-1-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεργολαβίας μεταξύ των διαδίκων εταιρειών που αφορούσε, με εργοδότη την ανακόπτουσα-εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) και (υπ)εργολάβο την καθής η ανακοπή - εκκαλούσα (αναιρεσείουσα), συμφωνήθηκε μεταξύ τους στο άρθρο 10, ότι κάθε διαφορά που μπορεί να προκύψει σε σχέση με την ερμηνεία, εκτέλεση και εφαρμογή της μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σύμβασης, θα επιλύεται με διαιτησία του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, από την οποία θα κρίνεται οριστικά και αμετάκλητα η διαφορά, μη υποκείμενη σε κανένα τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο.
Από τον όρο αυτό της σύμβασης (διαιτητική ρήτρα) προκύπτει ότι τα πολιτικά δικαστήρια, σύμφωνα με το άρθρο 867 ΚΠολΔ, είναι αναρμόδια, κατά τη βούληση των μερών, να επιληφθούν οποιοσδήποτε διαφοράς προκύπτει από τη σύμβαση αυτή μεταξύ τους. Πρόκειται για έγκυρη και έγγραφη συμφωνία, ρητή και σαφή, που αφορά και μελλοντικές διαφορές, καταλαμβάνει το σύνολο της έννομης σχέσης που περιγράφεται στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό υπεργολαβίας, από την οποία μπορούν να προκύψουν μελλοντικές διαφορές.
Σε κάθε περίπτωση, η ρήτρα διαιτησίας αφορά ιδιωτικού δικαίου διαφορά και οι συμβαλλόμενοι διαθέτουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της.
Συνεπώς, η ρήτρα διαιτησίας καταλαμβάνει και την άσκηση του δικαιώματος υποβολής αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής και τη διαφορά που δημιουργείται με αυτήν, με μοναδικό κριτήριο το γεγονός ότι η έκδοση διαταγής πληρωμής ζητήθηκε στο πλαίσιο υποχρεώσεων του οφειλέτη που απορρέουν από την έννομη σχέση που περιγράφεται στο από 30-1-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Με βάση την έγκυρη ρήτρα διαιτησίας οποιαδήποτε διαφορά από την υποκείμενη σχέση, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής έχει υπαχθεί με ρητή και έγκυρη συμφωνία των μερών σε διαιτησία. Οπότε δεν συντρέχει δικαιοδοσία έκδοσης της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής από τον Δικαστή που την εξέδωσε. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στο δικονομικά άτοπο αποτέλεσμα, να μπορούν να προβληθούν ενστάσεις από την υποκείμενη αιτία έκδοσης της διαταγής στη δικαστική διαδικασία ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, το οποίο θα ήταν αντίθετο στη συνομολογηθείσα ρήτρα διαιτησίας, διότι η συνέχεια της διαταγής πληρωμής λαμβάνει χώρα ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, με την άσκηση της ένδικης ανακοπής κατ' αυτής.
Και τούτο ακριβώς δεν επιθυμούσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, την εμπλοκή τους και υπαγωγή των διαφορών τους από τη μεταξύ τους σύμβαση υπεργολαβίας ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων καθ' οιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης βέβαια και κάθε διαφοράς που θα ανέκυπτε μεταξύ τους από την έκδοση διαταγής πληρωμής και εφεξής.
Δηλαδή με την επίσπευση αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων εν τοις πράγμασι διχοτομείται η αρμοδιότητα επίλυσης της διαφοράς ανάμεσα στο πολιτικό δικαστήριο και τη διαιτησία, το οποίο δεν επιθυμούσαν τα μέρη με τη ρήτρα διαιτησίας στη σύμβασή τους, αλλά ούτε το θέλησε και ο νομοθέτης.
Στην ίδια κατεύθυνση, ενισχυτικό επιχείρημα που αποκλείει τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής από τον Δικαστή των πολιτικών δικαστηρίων για χρηματική αξίωση, της οποίας η δεσμευτική διάγνωση έχει υπαχθεί στους διαιτητές, αποτελεί το γεγονός ότι, ενώ οι λόγοι της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής θα υπάγονταν δίχως αμφιβολία στη δικαιοδοσία των διαιτητών, αντιθέτως το ακυρωτικό αίτημα της ανακοπής, για την ακύρωση της διαταγής πληρωμής δεν μπορεί να υποβληθεί παραδεκτώς στους διαιτητές, διότι η ακύρωση της διαταγής πληρωμής ως πολιτειακής πράξης δεν συνιστά κατά κυριολεξία διαφορά ιδιωτικού δικαίου, όπως την εννοεί η διάταξη του άρθρου 867 ΚΠολΔ.
Και ενώ θα μπορούσε η ανακοπή προς ακύρωση της διαταγής πληρωμής να υπαχθεί στο τακτικό δικαστήριο, αυτό θα όφειλε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία εωσότου αποφανθούν οι διαιτητές για τη βασιμότητα όσων από τους λόγους της ανακοπής θα υπάγονταν στη διαιτησία, γεγονός που επίσης θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη για τον σκοπό του νομοθέτη και την επιθυμία των συμβαλλομένων μερών διχοτόμηση της διαφοράς μεταξύ των πολιτικών δικαστηρίων και της διαιτησίας.
Επιπλέον, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 624 παρ. 1, 626, 628 παρ.1 εδ.α', 632 παρ. 1 και 633 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματική απαίτηση, εφόσον όμως δεν συντρέχει κάποια από τις αρνητικές προϋποθέσεις του άρθρου 624 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο η απαίτηση για την οποία ζητείται η έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν πρέπει να εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή.
Εάν η απαίτηση ή το ποσόν δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει να μην εκδώσει τη διαταγή πληρωμής. Εάν την εκδώσει παρά την έλλειψη αυτής, της διαδικαστικής προϋπόθεσης, αυτή ακυρώνεται μετά από ανακοπή του οφειλέτη κατ' άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου. Η ύπαρξη δε συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών ότι κάθε μελλοντική διαφορά θα λύεται διαιτητικώς δεν έχει αποκλειστικά και μόνο δικονομική διάσταση, αλλά μπορεί να συνιστά επιπρόσθετα αίρεση ή όρο, κατά την έννοια του άρθρου 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, από τον οποίο εξαρτάται η χρηματική απαίτηση, για την πληρωμή της οποίας ζητείται η έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Εφόσον οι διάδικοι έχουν επιλέξει, αναμφίβολα, σύμφωνα με τον πιο πάνω έγκυρο όρο της συμφωνίας τους, τη διαιτησία, κατ' αποκλεισμό της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, ο όρος αυτός απέκλειε τη δυνατότητα της καθής να προβεί στην έκδοση διαταγής πληρωμής από τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου.
Η έγκυρη αυτή ρήτρα, που εξακολουθεί να ισχύει, καθόσον δεν συντρέχει μια εκ των περιπτώσεων του άρθρου 885 ΚΠολΔ, ήτοι δεν έχει παύσει να ισχύει η μεταξύ τους συμφωνία, στερούσε και από το Δικαστήριο την εξουσία έκδοσης διαταγής πληρωμής για τη μεταξύ των μερών συμβατική διαφορά τους". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που κρίνοντας ομοίως είχε κάνει δεκτή την ανακοπή της αναιρεσίβλητης και είχε ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 902 ΚΠολΔ και του π.δ/τος 723/1979, αφού, αν και δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι η διαιτησία, στην οποία οι συμβαλλόμενοι διάδικοι συμφώνησαν να προσφύγουν για κάθε μελλοντική διαφορά, που προκύπτει από την ερμηνεία, εκτέλεση και εφαρμογή της σύμβασης εργολαβίας, η οποία καταρτίστηκε με το από 30/1/2008 συμφωνητικό υπεργολαβίας, είναι αυτή του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος (ΤΕΕ), εντούτοις δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, προκειμένου να κρίνει, αν η υπό κρίση διαφορά ήταν τεχνική ή μη και αν συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις των άρθρων 867 και 868 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή, αν αυτή υπαγόταν η όχι στη διαιτησία του ΤΕΕ και, συνακόλουθα, αν υφίστατο ή μη έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, να διαταχθεί περαιτέρω η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη ως ηττηθείσα διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 89/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Αυγούστου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ